Η απειλή του Ντόναλντ Τραμπ ότι μπορεί να «εξοντώσει» το Ιράν, εάν δεν υπάρξει συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, «αποδεικνύει το στρατηγικό αδιέξοδο της Αμερικής», υποστήριξαν οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις.
Σε ανακοίνωσή του, το Γενικό Επιτελείο των Ενόπλων Δυνάμεων του Ιράν χαρακτήρισε τις δηλώσεις Τραμπ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ «προπαγάνδα» και ένδειξη «στρατηγικής απόγνωσης». Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η χώρα βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα να επιφέρει στους αντιπάλους της πλήγματα «σφοδρότερα, συντριπτικότερα και λιγότερο προβλέψιμα» από εκείνα που έχουν προηγηθεί.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ένα δίλημμα ανάμεσα σε μια συμφωνία που θα επιτρέψει στο Ιράν να «ανασυγκροτηθεί» και στην καταστροφή του. «Θα υπάρξει συμφωνία με το Ιράν, που θα του επιτρέπει να ανοικοδομηθεί και να γίνει μια πολύ μεγαλύτερη χώρα από ό,τι ήταν ποτέ, ή θα εξοντώσω την Ισλαμική Δημοκρατία και μάλιστα γρήγορα;» δήλωσε.
Η Ουάσινγκτον εμφανίζεται να επιδιώκει ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενους στόχους: να αυξήσει τη στρατιωτική και οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, διατηρώντας όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας πολιτικής διευθέτησης. Λίγες ώρες μετά την απειλή του, ο Τραμπ δήλωσε ότι Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι είχαν μια «πολύ καλή» τρίωρη συνάντηση στη Νέα Υόρκη και ότι επίκειται νέα επαφή.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, επιδιώκει να παρουσιάσει τις αμερικανικές απειλές όχι ως ένδειξη υπεροχής, αλλά ως επιβεβαίωση ότι η στρατιωτική πίεση δεν έχει επιτύχει τον στόχο της. Το ιρανικό Γενικό Επιτελείο κατήγγειλε ότι ο Τραμπ αξιοποίησε το βήμα του ΟΗΕ για να νομιμοποιήσει την «επίθεση» κατά της χώρας και υποστήριξε ότι η απάντηση του Ιράν θα είναι αποφασιστική σε περίπτωση νέων επιχειρήσεων.
Για την Ουάσιγκτον, το διακύβευμα είναι ευρύτερο από τη διμερή αντιπαράθεση. Η σύγκρουση με το Ιράν συνδέεται με την ασφάλεια των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και συμμάχων στην περιοχή, την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και τις ενεργειακές αγορές. Η πίεση για συμφωνία αφορά, συνεπώς, και την αποφυγή μιας παρατεταμένης περιφερειακής κρίσης με διεθνείς οικονομικές επιπτώσεις.
Η αμερικανική απειλή δεν συνιστά, προς το παρόν, αναγγελία άμεσης νέας επίθεσης. Είναι όμως ένα μήνυμα εξαναγκασμού, που αποσκοπεί να μετατρέψει τη στρατιωτική πίεση σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Το πρόβλημα είναι ότι στην Τεχεράνη αυτή η τακτική ερμηνεύεται ως επιβεβαίωση ότι η Ουάσινγκτον δεν διαθέτει καθαρή έξοδο από τον πόλεμο, παρά μόνο την εναλλαγή ανάμεσα σε απειλές κλιμάκωσης και διακηρύξεις περί επικείμενης συμφωνίας.
Με πληροφορίες από Reuters, Al Jazeera















