Σήμερα, αρκεί να ρυθμίσουμε το ξυπνητήρι στο κινητό μας για να είμαστε βέβαιοι ότι θα ξυπνήσουμε στην ώρα μας.
Στο πολύ μακρινό παρελθόν όμως, αυτή η «υπηρεσία» προσφερόταν από πραγματικούς ανθρώπους, οι οποίοι πληρώνονταν καθημερινά.
Επρόκειτο για τους λεγόμενους knocker-ups ή knocker-uppers, που «άνθισαν» στη Βρετανία κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, όταν χιλιάδες εργάτες έπρεπε να βρίσκονται στα εργοστάσια πολύ πριν ξημερώσει. Επειδή τα ξυπνητήρια ήταν ακριβά, όχι πάντα αξιόπιστα και δεν ήταν διαθέσιμα σε κάθε σπίτι, πολλοί πλήρωναν έναν άνθρωπο για να τους ξυπνά καθημερινά.
Η δουλειά των knocker-ups στην πράξη
Η δουλειά τους ξεκινούσε πριν από την αυγή. Περιφέρονταν στους δρόμους και χτυπούσαν τα παράθυρα των πελατών τους με μακριά ξύλινα ή μπαμπού καλάμια. Όταν το παράθυρο βρισκόταν σε ψηλότερο όροφο, ορισμένοι χρησιμοποιούσαν έναν μακρύ σωλήνα από τον οποίο εκτόξευαν αποξηραμένα μπιζέλια, πετυχαίνοντας το τζάμι με σκοπό να κάνουν θόρυβο.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι δεν έφευγαν μόλις χτυπούσαν το παράθυρο. Περίμεναν μέχρι να δουν τον ένοικο να σηκώνεται ή να τους κάνει κάποιο νόημα, ώστε να είναι βέβαιοι ότι είχε ξυπνήσει και δεν θα έχανε τη βάρδιά του.
Το επάγγελμα γνώρισε μεγάλη άνθηση τον 19ο αιώνα στις βιομηχανικές πόλεις της Αγγλίας αλλά και στην Ιρλανδία. Αν και τα μηχανικά ξυπνητήρια άρχισαν σταδιακά να γίνονται πιο προσιτά, οι άνθρωποι – «ξυπνητήρια» συνέχισαν να εργάζονται για δεκαετίες. Βιβλιογραφικές πηγές αναφέρουν, ότι σε ορισμένες περιοχές της Βρετανίας υπήρχαν ακόμη knocker-ups μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Σήμερα το επάγγελμα έχει εξαφανιστεί, όμως παραμένει μία από τις πιο παράξενες δουλειές της Βιομηχανικής Επανάστασης, υπενθυμίζοντας ότι κάποτε, για να ξυπνήσει κανείς στην ώρα του, χρειαζόταν… έναν άνθρωπο αντί για ξυπνητήρι.
Με πληροφορίες από Oxford University Press (Journal of Victorian Culture), BBC Future και JSTOR Daily














