Υπάρχουν περισσότερες φωτογραφίες της Μέριλιν Μονρόε να διαβάζει ένα βιβλίο, από φωτογραφίες της που ποζάρει γυμνή. Το γεγονός ότι επισημαίνουμε κάτι τέτοιο, οφείλεται σε κάτι σχεδόν προσβλητικό: η ευφυΐα της μάς προκαλεί έκπληξη. Κάθε φορά που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο μια φωτογραφία της να διαβάζει, συνοδεύεται από σχόλια του τύπου «τελικά διάβαζε στ’ αλήθεια» ή «δεν ήταν μόνο μια όμορφη χαζή ξανθιά». Αυτή η δήθεν έκπληξη αποκαλύπτει ότι, βαθιά μέσα μας, εξακολουθούμε να θεωρούμε την ομορφιά και τη διανόηση σχεδόν ασύμβατες.
Η γυμνή εικόνα της Μονρόε έχει πλέον γίνει συνηθισμένη σα μαγνητάκι ψυγείου. Ουδεμία έκπληξη. Αντίθετα, το γεγονός ότι διάβαζε θεωρείται είδηση. Κι όμως, εδώ και δεκαετίες γνωρίζουμε ότι η Μονρόε αγαπούσε τα βιβλία. Η δημοπρασία της προσωπικής της βιβλιοθήκης το 1999 αποκάλυψε εκατοντάδες τίτλους υψηλής λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα της ως γυναίκας με πνευματικά ενδιαφέροντα εξακολουθεί να μοιάζει για πολλούς με κάτι που χρειάζεται απόδειξη.
Αυτή η δήθεν έκπληξη αποκαλύπτει ότι, βαθιά μέσα μας, εξακολουθούμε να θεωρούμε την ομορφιά και τη διανόηση σχεδόν ασύμβατες.
Οι φωτογραφίες της να διαβάζει δεν αποτελούν βεβαίως τεκμήρια πνευματικότητας. Είναι εικόνες κατασκευασμένες, φωτογραφίες που τραβήχτηκαν για λόγους δημοσιότητας. Όμως η Μονρόε μπορούσε να ποζάρει για τον φακό και συγχρόνως να ενδιαφέρεται πραγματικά για το βιβλίο που κρατούσε.
Για να κατανοήσουμε γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να πιστέψουν στη διανοητική της υπόσταση, πρέπει πρώτα να δούμε πώς γεννήθηκε ο μύθος της «χαζής ξανθιάς». Όταν η Μονρόε ξεκίνησε την καριέρα της, δεν υπήρχε ακόμη έτοιμο το στερεότυπο που αργότερα θα ταυτιζόταν μαζί της. Υπήρχαν προηγούμενα πρότυπα ξανθών σταρ, όπως η Jean Harlow και η Betty Grable, αλλά καμία δεν είχε συνδεθεί τόσο έντονα με την εικόνα της όμορφης αλλά ανόητης γυναίκας.
Στις πρώτες εμφανίσεις της, η Μονρόε ήταν κυρίως ένα αντικείμενο πόθου. Εμφανιζόταν στη σκηνή, οι άνδρες γύριζαν να την κοιτάξουν, γινόταν κάποιο σχόλιο για την εμφάνισή της και ύστερα αποχωρούσε. Δεν είχε αρκετό χρόνο στην οθόνη ώστε να φανεί ούτε έξυπνη ούτε χαζή. Ήταν απλώς παρούσα ως εικόνα.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε με τις κωμωδίες των αρχών της δεκαετίας του 1950. Μέσα από ταινίες όπως το Monkey Business και αργότερα το Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές, διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας που θα την ακολουθούσε σε όλη της τη ζωή: μια γυναίκα αφελής, παιδική, σχεδόν ανυποψίαστη για τη σεξουαλική δύναμη που ασκούσε πάνω στους άλλους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλοί από τους άνδρες που συνέβαλαν στη δημιουργία αυτής της περσόνας ήταν ιδιαίτερα μορφωμένοι συγγραφείς και διανοούμενοι. Έτσι, η δημόσια εικόνα της Μονρόε ως «χαζής» δεν προέκυψε φυσικά. Ήταν αποτέλεσμα συνειδητής πολιτισμικής κατασκευής.
Φυσικά δεν έλειψαν οι χοντράδες ούτε από άλλες γυναίκες. Όταν οι φωτογραφίες της που διαβάζει τα Φύλλα Χλόης του Γουίτμαν κυκλοφόρησαν ευρέως, η ηθοποιός Arlene Dahl, διέρρευσε μια ιστορία σύμφωνα με την οποία η Μονρόε άκουσε ανθρώπους να μιλούν για τον Whitman και νόμιζε πως αναφέρονταν στα γνωστά σοκολατάκια Whitman’s.
Το 1955 η ζωή της Μονρόε αλλάζει δραματικά. Εγκαταλείπει το Χόλιγουντ, μετακομίζει στη Νέα Υόρκη και βυθίζεται σε έναν κόσμο διανοουμένων, καλλιτεχνών, ψυχαναλυτών και πολιτικά ενεργών ανθρώπων. Αντί να παραμείνει απλώς ένα σύμβολο σεξουαλικότητας, επιχειρεί να ξαναχτίσει τον εαυτό της.
Η κοινωνία αντιμετωπίζει αυτή τη μεταμόρφωση με καχυποψία. Στην Αμερική της δεκαετίας του 1950, η ψυχανάλυση, η αριστερή πολιτική σκέψη και η σοβαρή λογοτεχνία θεωρούνταν συχνά ύποπτες δραστηριότητες. Η Μονρόε δεν αμφισβητούσε απλώς ένα κινηματογραφικό στερεότυπο· αμφισβητούσε ολόκληρη την ταξική και πολιτισμική θέση που της είχε αποδοθεί.
Όταν παντρεύτηκε τον θεατρικό συγγραφέα Arthur Miller, ο Τύπος παρουσίασε τον γάμο ως ένα φαιδρό ζευγάρωμα ανάμεσα σε μια ιδιοφυΐα και μια όμορφη αλλά αφελή γυναίκα. Με αυτόν τον τρόπο απέφευγε να αναγνωρίσει ότι η ίδια η Μονρόε αναζητούσε συνειδητά έναν διαφορετικό πνευματικό κόσμο.
Η πιο σφοδρή αμφισβήτηση της διαννοούμενης εικόνας της έρχεται με τη διάσημη φωτογραφία της από την Eve Arnold το 1955, που την δείχνει να κάθεται σε μια παιδική χαρά και διαβάζοντας τον Οδυσσέα του James Joyce.
Η εικόνα αυτή έχει γίνει σχεδόν θρυλική. Μελετητές, βιογράφοι και κριτικοί έχουν αναρωτηθεί αμέτρητες φορές τι σημαίνει η συνάντηση δύο τόσο ισχυρών πολιτισμικών συμβόλων: της Μονρόε και του Οδυσσέα.
Πρόκειται για λάθος ερώτηση. Αντί να αναρωτιόμαστε αν η Μονρόε διάβαζε πραγματικά το βιβλίο ή αν το καταλάβαινε, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί χρειαζόμαστε τόσο επίμονα μια απόδειξη. Τι σημαίνει τελικά να διαβάζει κανείς; Μπορεί κάποιος να κοιτάζει ένα βιβλίο χωρίς να το κατανοεί; Μπορεί να το κατανοεί μερικώς; Πώς αποδεικνύεται η διεργασία της σκέψης;
Η γοητεία της Μονρόε βρίσκεται ακριβώς στις αντιφάσεις της. Ήταν ταυτόχρονα λαμπερή και σοβαρή, αισθησιακή και στοχαστική, πραγματική και επινοημένη. Υποσχόταν ότι μια γυναίκα μπορούσε να είναι όμορφη χωρίς να παραιτείται από τη σκέψη της.
Ίσως αυτή η υπόσχεση να μην πραγματοποιείται ποτέ πλήρως. Ωστόσο, η Μονρόε εξακολουθεί να μας συναρπάζει επειδή κατάφερε να συνδυάσει τόσο αντιθετικά πράγματα. Ήταν συγχρόνως η γυναίκα που προσποιείται ότι διαβάζει και η γυναίκα που διαβάζει πραγματικά. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθούμε να την κοιτάζουμε.















