Το Μουσείο Τέχνης του Μιλγουόκι επιστρέφει στους απογόνους του Ντέιβιντ Ντρέικ δύο κεραμικά αγγεία που δημιούργησε τον 19ο αιώνα, όταν ήταν σκλαβωμένος στη Νότια Καρολίνα. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι τα έργα θα εξαφανιστούν από τις αίθουσες του μουσείου: το ένα αγοράστηκε ξανά από την οικογένεια μετά την επιστροφή του, ενώ το δεύτερο θα παραμείνει στην έκθεση ως δάνειο των απογόνων.
Η περίπτωση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή ο Ντρέικ είναι ένας από τους ελάχιστους σκλαβωμένους Αμερικανούς καλλιτέχνες του 19ου αιώνα για τους οποίους έχουν σωθεί όχι μόνο έργα αλλά και το όνομα, στοιχεία της ζωής τους και ίχνη μιας προσωπικής φωνής. Σε αρκετά από τα μεγάλα κεραμικά αγγεία από stoneware που κατασκεύαζε, υπέγραφε απλώς «Dave». Σε άλλα χάραζε μικρούς στίχους ή ποιήματα, σε μια εποχή κατά την οποία στη Νότια Καρολίνα ίσχυαν νόμοι που απαγόρευαν στους σκλαβωμένους ανθρώπους να μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή.
Το ένα από τα δύο έργα που επιστρέφει το μουσείο φέρει την υπογραφή «Dave» και τη χρονολογία 1855. Αφού πέρασε επίσημα στην κατοχή των απογόνων του καλλιτέχνη, το Μουσείο Τέχνης του Μιλγουόκι το αγόρασε ξανά έναντι ποσού που δεν ανακοινώθηκε. Το δεύτερο αγγείο είναι μεγαλύτερο αλλά ανυπόγραφο. Παραμένει στην ιδιοκτησία της οικογένειας και θα εξακολουθήσει να εκτίθεται στο μουσείο ως δάνειο των απογόνων.
Η συμφωνία δίνει έτσι μια διαφορετική απάντηση σε ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα που συνοδεύουν τις επιστροφές έργων: σε ποιον πρέπει να ανήκει ένα αντικείμενο και αν η αποκατάσταση της ιδιοκτησίας του σημαίνει αναγκαστικά ότι παύει να είναι προσβάσιμο στο κοινό. Στην περίπτωση του Ντρέικ, η οικογένεια αποκτά τον έλεγχο των έργων του προγόνου της, ενώ τα αγγεία παραμένουν σε δημόσια θέα.
Το ζήτημα της ιδιοκτησίας είναι ιδιαίτερα σύνθετο στην περίπτωση του Ντρέικ, επειδή η αλυσίδα προέλευσης των έργων του ήταν προβληματική ήδη από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν. Σε έκθεση του Museum of Fine Arts της Βοστώνης, το μουσείο είχε αναγνωρίσει ότι ο Ντρέικ κατασκεύαζε τα αγγεία ενώ ήταν σκλαβωμένος και δεν είχε κανέναν έλεγχο στο πότε πωλούνταν, σε ποιον κατέληγαν ή ποιος εισέπραττε τα χρήματα. Τα έργα, όπως ανέφερε τότε το μουσείο, είχαν σχεδιαστεί και δημιουργηθεί υπό καθεστώς καταναγκασμού.
«Είμαστε ενθουσιασμένοι που δεν αποκτούν απλώς ένα αγγείο, αλλά αναπτύσσουν και σχολικά προγράμματα που θα κάνουν γνωστή σε περισσότερους μαθητές την ιστορία του Dave», δήλωσε ο Γιάμπα Μπέικερ, απόγονος του Ντρέικ και εκπρόσωπος της οικογένειας. Το μουσείο σχεδιάζει να αξιοποιήσει τα έργα και τη ζωή του καλλιτέχνη σε εκπαιδευτικές δράσεις, ιδιαίτερα μέσα από τη συνεργασία του με τα δημόσια σχολεία του Μιλγουόκι.
Η σχέση του μουσείου με το έργο του Ντρέικ δεν είναι καινούργια. Ήδη από το 2010 είχε συμβάλει στην ανάδειξή του μέσα από ένα αφιέρωμα του Theaster Gates, του καλλιτέχνη από το Σικάγο που έχει επιστρέψει επανειλημμένα στην ιστορία της μαύρης αμερικανικής κεραμικής. Αργότερα δημιουργήθηκε το «The Dave Project», μια μόνιμη παρουσίαση στην πτέρυγα αμερικανικής τέχνης, όπου τα δύο αγγεία του Ντρέικ εκτίθεντο μαζί με κεραμικό έργο του Χάρβεϊ Ντρέικ, ενός από τους ανθρώπους που τον είχαν υποδουλώσει.
Τα αγγεία ανήκαν μέχρι πρόσφατα στο Chipstone Foundation, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό με έδρα το Μιλγουόκι που ασχολείται με τη μελέτη και την παρουσίαση των διακοσμητικών τεχνών και τα είχε παραχωρήσει στο μουσείο. Στα τέλη της περασμένης χρονιάς, η οικογένεια του Ντρέικ επικοινώνησε με το ίδρυμα ζητώντας την επιστροφή τους. Το Chipstone τα δώρισε αυτόν τον μήνα στο μουσείο, ώστε εκείνο να μπορέσει στη συνέχεια να τα επιστρέψει επισήμως στους απογόνους
.
Η κίνηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της οικογένειας να επανασυνδεθεί με το έργο ενός προγόνου του οποίου η καλλιτεχνική σημασία αναγνωρίστηκε πλήρως πολύ μετά τον θάνατό του. Ο Ντρέικ εργάστηκε στην περιοχή Έτζφιλντ της Νότιας Καρολίνας, ένα σημαντικό κέντρο κεραμικής παραγωγής του 19ου αιώνα, γνωστό για τα μεγάλα αγγεία από stoneware με αλκαλικό υάλωμα.
Τα μεγαλύτερα έργα του έχουν εντυπωσιακή φυσική παρουσία. Ορισμένα ξεπερνούν το μισό μέτρο σε ύψος, με διογκωμένα σώματα, βαριές λαβές και αλκαλικά υαλώματα που αφήνουν στην επιφάνειά τους καφέ, χρυσαφένιες και πρασινωπές ροές. Όταν το Metropolitan Museum of Art παρουσίασε το 2022 μια μεγάλη ομάδα έργων του, ένα από τα μνημειακά αγγεία του περιγράφηκε ως έργο που μπορεί να σταθεί ανάμεσα στις σημαντικές αμερικανικές γλυπτικές δημιουργίες του 19ου αιώνα.
Τα αγγεία αυτά ήταν κατά κύριο λόγο χρηστικά και προορίζονταν για την αποθήκευση τροφίμων και άλλων αγαθών. Εκείνο που κάνει όμως τα έργα του Ντρέικ ξεχωριστά είναι ότι ο ίδιος άφηνε επάνω τους κάτι εξαιρετικά σπάνιο για έναν σκλαβωμένο δημιουργό της εποχής: το όνομά του και, κάποιες φορές, τα δικά του λόγια.
Στα γνωστά πλέον ως «poem jars» χάραζε μικρά ποιήματα, ομοιοκατάληκτους στίχους ή φράσεις που άλλοτε αναφέρονταν στη χρήση του αγγείου και άλλοτε παρέπεμπαν στη Βίβλο ή άφηναν να διαφανεί μια πιο προσωπική και αινιγματική φωνή. Σε ένα αγγείο του 1857 έγραψε τη φράση «I wonder where is all my relation» — «Αναρωτιέμαι πού βρίσκονται όλοι οι συγγενείς μου».
Οι μελετητές έχουν διαβάσει τη φράση ως έκφραση απώλειας μέσα σε έναν κόσμο όπου οι οικογένειες των σκλαβωμένων ανθρώπων μπορούσαν να χωριστούν με πωλήσεις και μετακινήσεις. Για τους σημερινούς απογόνους του Ντρέικ, όμως, η επιγραφή απέκτησε και μια δεύτερη σημασία. Όταν ήρθαν αντιμέτωποι με το συγκεκριμένο αγγείο και την ιστορία του, είδαν την ερώτηση του προγόνου τους σαν να είχε περάσει μέσα από ενάμιση αιώνα και να είχε φτάσει μέχρι εκείνους: οι ίδιοι ήταν πλέον οι συγγενείς που αναζητούσε.
Η πράξη της γραφής αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος αν τοποθετηθεί στις συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν αυτά τα αντικείμενα. Το 1836, δύο χρόνια μετά την ψήφιση ενός ιδιαίτερα αυστηρού νόμου στη Νότια Καρολίνα κατά του γραμματισμού των σκλαβωμένων ανθρώπων, ο Ντρέικ χάραξε σε ένα αγγείο τη λέξη «catination», παραλλαγή της λέξης «catenation», που σημαίνει σύνδεση ή αλυσίδωση. Σε άλλα έργα έγραφε για το περιεχόμενο των αγγείων, για το χρήμα, για τη θρησκεία ή απλώς υπέγραφε «Dave» μαζί με την ημερομηνία.
Περισσότερα από 200 υπογεγραμμένα αγγεία του Ντρέικ έχουν σωθεί μέχρι σήμερα και περίπου 60 βρίσκονται σε μουσεία. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα αντιμετωπίζονταν κυρίως ως αντικείμενα λαϊκής ή περιφερειακής κεραμικής. Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η θέση τους στα αμερικανικά μουσεία άλλαξε δραματικά, καθώς άρχισαν να διαβάζονται ταυτόχρονα ως σπουδαία κεραμική, ως έργα τέχνης και ως σπάνια τεκμήρια της δουλείας από την πλευρά ενός ανθρώπου που την έζησε.
Για δεκαετίες, έργα του Ντρέικ βρίσκονταν σε ιδιωτικές συλλογές και μουσεία χωρίς οι απόγονοί του να έχουν στην κατοχή τους ούτε ένα. Αυτό άρχισε να αλλάζει μετά το 2021, όταν ένα από τα μεγαλύτερα σωζόμενα αγγεία του με χαραγμένο ποίημα πουλήθηκε σε δημοπρασία για 1,56 εκατομμύρια δολάρια στο Crystal Bridges Museum of American Art, σημειώνοντας ρεκόρ για την αμερικανική κεραμική.
Η πώληση κινητοποίησε τους απογόνους του καλλιτέχνη, που άρχισαν να αναζητούν τα έργα του προγόνου τους σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Δημιούργησαν το Dave the Potter Legacy Trust και ξεκίνησαν μια οργανωμένη προσπάθεια επανασύνδεσης με την καλλιτεχνική και οικογενειακή κληρονομιά του Ντρέικ.
Τον Οκτώβριο του 2025, το Museum of Fine Arts της Βοστώνης αποκατέστησε την κυριότητα δύο μνημειακών αγγείων του Ντρέικ υπέρ των απογόνων του. Το ένα επέστρεψε στην οικογένεια, ενώ το δεύτερο αγοράστηκε ξανά από το μουσείο. Η συμφωνία θεωρήθηκε ευρέως η πρώτη περίπτωση στις ΗΠΑ κατά την οποία εφαρμόστηκαν αρχές αποκατάστασης της ιδιοκτησίας σε έργα που είχαν δημιουργηθεί από σκλαβωμένο Αμερικανό καλλιτέχνη.
Εκεί διαμορφώθηκε και ένα μοντέλο που επαναλαμβάνεται τώρα στο Μιλγουόκι: η επιστροφή της ιδιοκτησίας χωρίς να είναι αναγκαία η απομάκρυνση του έργου από τον δημόσιο χώρο. Οι απόγονοι αποκτούν λόγο για την τύχη των αντικειμένων και το μουσείο μπορεί, εφόσον συμφωνεί η οικογένεια, να συνεχίσει να τα εκθέτει.
Ακολούθησαν και άλλες επιστροφές. Ο Theaster Gates δώρισε στην οικογένεια το δικό του αγγείο του Ντρέικ, το οποίο οι απόγονοι θα δανείσουν στο Πανεπιστήμιο Χάμπτον για να εκτεθεί εκεί. Έργα έχουν επίσης επιστρέψει δύο ιδιώτες συλλέκτες στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ, καθώς και δύο ιδρύματα της Τζόρτζια, τα Telfair Museums στη Σαβάνα και το Georgia Museum of Art στην Αθήνα της Τζόρτζια. Το δεύτερο απέκτησε εκ νέου το έργο του Ντρέικ μετά την επιστροφή του στην οικογένεια.
Οι απόγονοι έχουν επιλέξει μέχρι σήμερα να κρατούν τα σημαντικότερα έργα του Ντρέικ διαθέσιμα στο κοινό. «Όλα τα αγγεία που έχουν επιστρέψει σε εμάς και φέρουν υπογραφές ή ποιήματα εκτίθενται σε μουσείο ώστε να μπορεί να τα βλέπει ο κόσμος», είπε ο Μπέικερ. «Στόχος μας είναι να δώσουμε στο κοινό την ευκαιρία να γνωρίσει τον Dave. Πιστεύουμε ότι είναι ένας αφανής ήρωας της ιστορίας των Μαύρων Αμερικανών».
Η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Δεκάδες αμερικανικά μουσεία εξακολουθούν να έχουν στις συλλογές τους έργα του Ντρέικ, από το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης μέχρι το de Young Museum στο Σαν Φρανσίσκο. Ο δικηγόρος της οικογένειας, George Fatheree, δήλωσε ότι αναμένει δύο ακόμη «σημαντικές» επιστροφές μέσα στον Οκτώβριο, εφόσον δοθεί η έγκριση των διοικητικών συμβουλίων των αντίστοιχων μουσείων.
Δεν έχουν ανταποκριθεί όλοι με τον ίδιο τρόπο. Σύμφωνα με τον Fatheree, ορισμένα μουσεία έχουν αρνηθεί κατηγορηματικά ακόμη και να συζητήσουν με την οικογένεια, ενώ άλλα καθυστερούν τη διαδικασία.
Αυτό είναι που κάνει την περίπτωση του Μιλγουόκι σημαντικότερη από μία ακόμη επιστροφή έργων. Δεν αλλάζει απλώς ο ιδιοκτήτης δύο αντικειμένων· επιχειρείται να αλλάξει και η σχέση ανάμεσα στο μουσείο, το έργο και την οικογένεια του ανθρώπου που το δημιούργησε.
Για έναν καλλιτέχνη που, όσο ήταν σκλαβωμένος, δεν είχε ούτε την ελευθερία ούτε τον έλεγχο πάνω στην εργασία και στα αντικείμενα που δημιουργούσε, η σημερινή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας έχει αναπόφευκτα ιδιαίτερο ιστορικό βάρος. Τα αγγεία παραμένουν εκεί όπου μπορούν να τα βλέπουν χιλιάδες άνθρωποι. Σχεδόν δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, όμως, έχει αλλάξει κάτι θεμελιώδες: ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για την τύχη τους.
Με στοιχεία από The New York Times














