Στον Σταυρό Ακρωτηρίου Χανίων, εντός και νοτιοδυτικά του βενετσιάνικου λατομικού χώρου που τροφοδότησε τα υλικά ανέγερσης των Νεωρίων και άλλων οχυρωματικών έργων της βενετοκρατούμενης πόλης, εντοπίστηκε πρόσφατα ένα εξαιρετικής σημασίας γεωβιολογικό φυσικό μνημείο: ένα απολιθωμένο δάσος ριζολίθων, πρώτη φορά τεκμηριωμένο επιστημονικά το 2022 [1].
Σε αντίθεση με τα περισσότερα γνωστά απολιθωμένα δάση που διατηρούν κατά κανόνα κορμούς δέντρων, ο γεώτοπος αυτός χαρακτηρίζεται από την παρουσία ριζολίθων εντός αιολιανιτών, δηλαδή ψαμμιτικών σχηματισμών αιολικής προέλευσης, κατά μήκος της ακτογραμμής.
Σε αντίθεση με τα απολιθωμένα δάση της υπόλοιπης Ελλάδας, που συνδέονται στην πλειονότητά τους με ηφαιστειακή δραστηριότητα και διεργασίες πυριτίωσης, στο απολιθωμένο δάσος ριζολίθων Χανίων το ορυκτό αντικατάστασης είναι ο ασβεστίτης, μια σπανιότατη διεργασία απολίθωσης, μοναδική στον ελληνικό χώρο ως προς την έκταση, τον αριθμό και την πυκνότητα των απολιθωμένων ριζών που δημιούργησε.
Καταμετρήθηκαν πολλές εκατοντάδες ριζόλιθοι σε επιφάνεια μερικών εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων και εκτός αυτών υπολείμματα μικρών κορμών, ενώ αναγνωρίστηκαν και αρκετοί εντυπωσιακοί μεγαριζόλιθοι, απολιθωμένες ρίζες που υπερβαίνουν το ένα μέτρο σε μήκος.
Το μνημείο αυτό δεν αποτελεί μόνο γεωλογική ανακάλυψη τοπικής εμβέλειας, αλλά προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο πεδίο ακόμα και για τη θεωρητική επαναξιολόγηση της ίδιας της έννοιας του ριζόλιθου ως γεωβιολογικής δομής.
Οι ριζόλιθοι δεν αποτελούν απλώς απολιθωμένα κατάλοιπα ριζικών συστημάτων, αλλά σύνθετες γεωβιολογικές δομές που ενσωματώνουν τη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ οργανισμών, παλαιοεδαφικών διεργασιών και γεωχημικών μετασχηματισμών [2].

Η δομή και η μορφή τους δεν αντανακλά μια παθητική αποτύπωση ριζικών μορφολογιών στο ίζημα αλλά αποτελεί προϊόν ενεργών και ισορροπημένα εξαρτώμενων διεργασιών: βιολογικών, εδαφολογικών και φυσικογεωχημικών, οι οποίες έδρασαν και διαμόρφωσαν ταυτόχρονα.
Η παρατήρηση αυτή επιτρέπει μια βαθύτερη θεωρητική μετατόπιση: από την περιγραφή των διεργασιών στη διερεύνηση της φύσης της δράσης μέσα στο τοπικό γεωλογικό σύστημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της agency, όχι με την έννοια του πρακτορείου, αλλά της δραστικότητας ή ακριβέστερα, της δρώσας ικανότητας, προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο ερμηνευτικό πλαίσιο, ένα «εργαλείο», για να αντιμετωπίσουμε τον γεωλογικό κόσμο όχι μόνο ως σύνολο αιτιών και αποτελεσμάτων, αλλά ως ένα συνεχές γίγνεσθαι σχέσεων.
Η έννοια της agency έχει «διαγράψει» μια ευρύτατη και πολυεπίπεδη θεωρητική «τροχιά», από τις κλασικές κοινωνικές επιστήμες έως τις σύγχρονες ανθρωπολογικές και αρχαιολογικές προσεγγίσεις.
Η αφετηρία αυτής της διαδρομής εντοπίζεται στον Karl Marx (1818–1883), ο οποίος διατύπωσε την κρίσιμη διαπίστωση ότι οι άνθρωποι «γράφουν την ιστορία τους», αλλά υπό συνθήκες που δεν επιλέγουν οι ίδιοι, θέτοντας έτσι για πρώτη φορά το θεμελιώδες πρόβλημα της σχέσης μεταξύ δράσης και δομής [3].
Η agency συνδέθηκε ακολούθως με την ικανότητα του ανθρώπου να δρα συνειδητά και να επηρεάζει τον κόσμο, όπως διαρθρώθηκε στη θεωρία της κοινωνικής δράσης του Max Weber (1864–1920) [4] και συστηματοποιήθηκε από τον Anthony Giddens (1938– ), ο οποίος την όρισε ως την ικανότητα των ανθρώπων να ενεργούν εντός και μέσω των κοινωνικών δομών, σε μια σχέση αμοιβαίας συγκρότησης [5].
Το ερώτημα που έθεσε ο Marx, απλουστευμένο ως «πώς δρουν οι άνθρωποι μέσα σε δομές που δεν έχουν οι ίδιοι επιλέξει;», απασχόλησε εξίσου τους μεταγενέστερους στοχαστές εντός της μαρξιστικής παράδοσης.
Ο Antonio Gramsci (1891–1937) υποστήριξε ότι οι κυρίαρχες τάξεις δεν επιβάλλουν τη θέλησή τους μόνο με οικονομικά μέσα, αλλά και μέσω της κουλτούρας, της παιδείας και των ιδεών. Η agency, σε αυτό το πλαίσιο, είναι η ικανότητα των υποτελών ομάδων να αμφισβητούν αυτή την κυριαρχία και να διαμορφώνουν εναλλακτικές αντιλήψεις για τον κόσμο [6].
Ο Loui Althusser (1918–1990) αντίθετα, υποστήριξε ότι οι άνθρωποι δεν δρουν ελεύθερα, αλλά διαμορφώνονται από ιδεολογικούς μηχανισμούς, από θεσμούς όπως η εκπαίδευση, η θρησκεία και τα μέσα επικοινωνίας που καθορίζουν εκ των προτέρων τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και ενεργούν [7].
Αυτές οι «αντιθέσεις», στο κατά πόσο η δομή καθορίζει τη δράση και πόσο η δράση μπορεί να αλλάξει τη δομή, παρέμειναν το κεντρικό ζητούμενο, έως ότου η ίδια η έννοια της agency αμφισβητήθηκε ριζικότερα: όχι πλέον ως ιδιότητα αποκλειστικά ανθρώπινων υποκειμένων, αλλά ως κάτι που εκδηλώνεται και πέρα από αυτά.
Ο Alfred Gell (1945–1997) εισήγαγε την ιδέα ότι και τα αντικείμενα μπορούν να «φέρουν» δράση, όχι συνειδητά, αλλά ως φορείς των προθέσεων αυτών που τα δημιούργησαν, επηρεάζοντας ενεργά τους ανθρώπους που έρχονται σε επαφή μαζί τους [8], ενώ ο Bruno Latour (1947–2022) υποστήριξε ότι άνθρωποι και αντικείμενα δεν μπορούν να αναλυθούν χωριστά, γιατί συμμετέχουν από κοινού στη διαμόρφωση της πραγματικότητας, καταρρίπτοντας την παραδοσιακή διχοτομία φύσης και κοινωνίας [9].
Το πιο ριζικό βήμα έγινε όταν ορισμένοι στοχαστές σταμάτησαν να ρωτούν «ποιος δρα» και άρχισαν να ρωτούν «πώς αναδύεται η δράση», μια μετατόπιση που άλλαξε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μεταξύ όντων και κόσμου. Η πιο ριζική αναδιατύπωση ωστόσο, προέρχεται από σύγχρονες οντολογικές προσεγγίσεις που απορρίπτουν την agency ως εγγενή ιδιότητα και την αντιμετωπίζουν ως αναδυόμενο αποτέλεσμα σχεσιακών διαδικασιών.
Η Karen Barad (1956– ), εμπνεόμενη από την κβαντική φυσική, παρατήρησε ότι ένα σωματίδιο δεν έχει σταθερές ιδιότητες πριν αλληλοεπιδράσει με το περιβάλλον του. Αποκτά συγκεκριμένη μορφή μόνο μέσα από αυτή την αλληλεπίδραση. Μεταφέροντας αυτή την ιδέα στον κοινωνικό και φυσικό κόσμο, υποστηρίζει ότι ο ρόλος και η δράση κάθε όντος, ανθρώπου, αντικειμένου, ή φυσικής οντότητας, δεν είναι προκαθορισμένα πριν τη σχέση, αλλά καθορίζονται και αναδιαμορφώνονται μέσα από αυτήν. Κανείς δεν εισέρχεται σε μια σχέση γνωρίζοντας εκ των προτέρων τι ρόλο θα παίξει, αυτό αναδύεται από την ίδια τη διαδικασία [10]. Η agency, με άλλα λόγια, δεν ανήκει σε κανέναν εκ των προτέρων, αλλά αναδύεται από τη σχέση.
Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, είναι χρήσιμο να δούμε τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που η Barad ονομάζει intra-action σε σχέση με την πιο οικεία interaction.
Στην καθημερινή σκέψη και στις παραδοσιακές επιστήμες, τα πράγματα και οι άνθρωποι υπάρχουν πρώτα ως ανεξάρτητες οντότητες και στη συνέχεια αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Δύο μπάλες του μπιλιάρδου συγκρούονται, αλλάζουν κατεύθυνση και παραμένουν ακριβώς αυτό που ήταν πριν τη σύγκρουση. Αυτή είναι η αλληλοεπίδραση, η interaction: δύο «αυτόνομα» όντα με προκαθορισμένες ιδιότητες που συναντώνται και επηρεάζουν το ένα το άλλο, χωρίς να μεταβάλλουν την ίδια τους τη φύση.
Η Barad όμως πρότεινε κάτι ριζικά διαφορετικό. Στην intra-action, τα όντα προϋπάρχουν της σχέσης, αλλά αποκτούν ιδιότητες και ρόλο μέσα από αυτήν. Η ιδέα αυτή μπορεί να φανεί αφηρημένη, αλλά αποκτά συγκεκριμένο νόημα τόσο στον κοινωνικό όσο και στον φυσικό κόσμο και όπως θα δούμε στη συνέχεια, ιδιαίτερα στη διαδικασία δημιουργίας των ριζόλιθων, όπου κανένας παράγοντας, ρίζα, έδαφος, νερό, ορυκτά, δεν δρα μόνος του, αλλά αποκτά τον ρόλο του μέσα από τη σχέση με τους υπόλοιπους.
Ας δούμε όμως αρχικά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον κοινωνικό κόσμο: ο γιατρός και ο ασθενής. Στη συνηθισμένη λογική, ο γιατρός υπάρχει ήδη ως γιατρός και ο ασθενής ως ασθενής και στη συνέχεια συναντώνται. Και οι δύο υπάρχουν ανεξάρτητα, αλλά η πράξη της θεραπείας, ο ρόλος του ενός ως θεραπευτή και του άλλου ως θεραπευόμενου, η ίδια η δράση που αναδύεται μεταξύ τους, δεν υπάρχει πριν την συνάντησή τους. Δημιουργείται μέσα από αυτήν. Ο ρόλος του γιατρού ως θεραπευτή και ο ρόλος του ασθενή ως αυτού που θεραπεύεται αναδύονται μόνο μέσα από τη συνάντησή τους. Χωρίς αυτή τη συνάντηση, δεν υπάρχει δράση, δεν υπάρχει διάγνωση, δεν υπάρχει θεραπεία, υπάρχουν απλώς δύο αυθύπαρκτες οντότητες [10].
Η κρίσιμη συνέπεια για την agency είναι ότι η δράση δεν ανήκει εκ των προτέρων σε κανέναν παράγοντα: ούτε στον άνθρωπο, ούτε στο αντικείμενο, ούτε στο περιβάλλον. Αναδύεται από την ίδια τη διαδικασία της intra-action, ως αποτέλεσμα και όχι ως αφετηρία.
Αυτή η ιδέα, γεννημένη στο πεδίο της κβαντικής φυσικής και μεταφερμένη στις κοινωνικές επιστήμες, άνοιξε έναν νέο δρόμο: αν η δράση αναδύεται από σχέσεις τότε μπορούμε να εφαρμόσουμε την ίδια λογική και στις φυσικοχημικές διεργασίες και να δούμε τη δημιουργία ενός ριζόλιθου όχι ως άθροισμα ανεξάρτητων παραγόντων, αλλά ως αναδυόμενο γεγονός που γεννιέται από τη σχέση ρίζας, εδάφους, νερού και ιόντων. Το άθροισμα και μόνο των φυσικοχημικών παραγόντων δεν δημιουργεί ριζολίθους, αλλά η κβαντική τυχαιότητα σε συνδυασμό με την χρονικά αναδυόμενη agency τους δημιούργησε.
Αυτή η διαπίστωση αντηχεί με τη Διαλεκτική της Φύσης του Friedrich Engels (1820–1895), ο οποίος είχε ήδη υποστηρίξει από τον 19ο αιώνα ότι τα φυσικά φαινόμενα δεν είναι ποτέ απλό άθροισμα παραγόντων, αλλά ποιοτικά νέο αποτέλεσμα της διαλεκτικής σύνθεσής τους [11].
Υπό αυτό το πρίσμα, οι ριζόλιθοι δεν είναι απλώς γεωλογικά κατάλοιπα. Είναι ίχνη μιας πολύπλοκης σύμπραξης φυσικοχημικών διεργασιών, όπου η τυχαιότητα και η οργάνωση συνυπάρχουν, παράγοντας αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε “δραστικότητα των υλικών” (material agency) και που παλαιότερα θα αποδίδαμε ως διαλεκτική σύνθεση των παραμέτρων του συστήματος.
Η ανάπτυξη των ριζικών συστημάτων, η μικροβιακή δραστηριότητα και η τοπική μεταβολή των φυσικοχημικών συνθηκών, όπως το pH και η μερική πίεση του CO₂, δημιούργησαν μικροπεριβάλλοντα στα οποία ευνοήθηκε η καθίζηση ανθρακικού ασβεστίου και κατ’ επέκταση η ορυκτοποίηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δέσμευση του CO₂ δεν αποτελεί απλώς μια παθητική γεωχημική διεργασία, αλλά μια δυναμική σχεσιακή διαδικασία που αναδύεται από τη σύζευξη οργανισμών, εδαφικών ρευστών και ανόργανων φάσεων [2].
Με αυτή την έννοια, οι ριζόλιθοι δεν είναι μονάχα αρχείο ενός παρελθόντος γεωβιολογικού περιβάλλοντος: αποτελούν υλικές μαρτυρίες ενός πεδίου δράσης όπου βιολογικοί και αβιοτικοί παράγοντες συν-παρήγαγαν σταθερές υλικές μορφές, μετατρέποντας τον ατμοσφαιρικό άνθρακα σε σταθερές και αδρανείς ορυκτές δομές, εγγεγραμμένες στο στρωματογραφικό αρχείο.
Η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε μια ουσιαστική αναθεώρηση της γεωλογικής σκέψης. Η ορυκτοποίηση και η διαγένεση δεν αποτελούν πλέον απλώς μηχανισμούς μεταβολής της ύλης, αλλά διαδικασίες μέσα από τις οποίες η ίδια η ύλη αποκτά σταθερότητα μέσω χωρικά και χρονικά μεταβαλλόμενων σχέσεων.
Ο ριζόλιθος δεν είναι απλώς ένα γεωλογικό αντικείμενο: είναι ένα στιγμιότυπο ισορροπίας μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο σύστημα, όπου η ζωή, η χημεία και το περιβάλλον συν-διαμορφώνουν την υλική πραγματικότητα.
Οι μηχανισμοί ορυκτοποίησης κατά την διαγένεση δεν αποτελούν πλέον απλώς μηχανισμούς μεταβολής της ύλης, αλλά γίνονται αναγνώσιμες ως διαδικασίες μέσα από τις οποίες η agency εγγράφεται στο γεωλογικό αρχείο και ο επιστήμονας καλείται όχι μόνο να μετρήσει, αλλά να αποκρυπτογραφήσει τις σχέσεις που τις παρήγαγαν.
Η μελέτη των ριζόλιθων δεν αποτελεί απλώς ανάγνωση των παραγόντων που τους δημιούργησαν, αυτό το κάνει η γεωλογία εδώ και πολλές δεκαετίες. Το καινούργιο είναι η αναγνώριση ότι αυτοί οι παράγοντες ανέπτυξαν agency, παρήγαγαν ένα αναδυόμενο αποτέλεσμα που δεν ανάγεται σε κανέναν παράγοντα ξεχωριστά.
Με αυτή την έννοια, οι ριζόλιθοι δεν καταγράφουν μόνο το παρελθόν, αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο η Γη λειτουργεί ως ένα ενεργό, δυναμικό πεδίο σχέσεων. Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό που μπορεί να μας πει ένας ριζόλιθος: ότι η ζωή δεν αφήνει απλώς ίχνη, αφήνει τις σχέσεις της σφραγισμένες στο γεωλογικό αρχείο.
Αυτή όμως η agency, η δράση που αναδύθηκε από τη «συνάντηση» ρίζας, εδάφους, νερού και μιας σωρείας οργανικών και ανόργανων παραγόντων, δεν αποκαλύπτεται από μόνη της, χρειάζεται τους επιστήμονες που θα αποκρυπτογραφήσουν σταδιακά το αρχείο αυτό μέσα από τη συστηματική έρευνα.
Η ιδέα αυτή δεν είναι άσχετη με το σημερινό κοινωνικό γίγνεσθαι. Σε μια εποχή που η φιλελεύθερη οικονομική πολιτική/πρακτική τείνει να αναγάγει τα πάντα, ανθρώπους, φύση, γνώση, σε μεμονωμένες μετρήσιμες μονάδες, η έννοια της agency ως αναδυόμενης σχέσης και όχι ως ατομικής ιδιότητας, αποτελεί από μόνη της μια πράξη αντίστασης. Διότι υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει και δεν δρα μόνο του, ούτε ο άνθρωπος, ούτε η κοινότητα, ούτε η ίδια η Γη.
Η φτωχοποίηση, οικονομική, πολιτισμική, περιβαλλοντική, είναι κύριο αποτέλεσμα της διάσπασης των σχέσεων και η αντίσταση σε αυτήν δεν μπορεί να είναι παρά η επανασύνδεση: ανθρώπων με ανθρώπους, ανθρώπων με τη φύση, επιστήμης με την κοινωνία.
Και αν κάτι μας διδάσκει η μακρά ιστορία της σκέψης, από τη μαρξιστική διαπίστωση ότι οι άνθρωποι «γράφουν την ιστορία τους» έως τη σχεσιακή οντολογία της Karen Barad, είναι ότι αυτό που μεταμορφώνει τον κόσμο δεν προκύπτει από μεμονωμένους παράγοντες, ούτε από μια απλή άναρχη τυχαιότητα, αλλά αναδύεται από πλέγματα σχέσεων: σε κοινωνικό επίπεδο από τις συνειδητές μορφές συλλογικής δράσης και σε φυσικό επίπεδο, από τη διαρκή αλληλεπίδραση ανθρώπων, φύσης, ζωντανών και αδρανών συστημάτων, μέσα από την οποία παράγεται η ίδια η δραστικότητα του κόσμου.
Βιβλιογραφία
[1] Manoutsoglou, E. (2022). Rhizoliths within aeolianites at the ancient quarry of Stavros Akrotiri Chania Greece. Bulletin of the Geological Society of Greece, Sp. Publ. 10, GSG2022-193. [16th International Congress of the Geological Society of Greece, 17–19 October 2022, Patra]
[2] Durand, N., Monger, H.C. & Canti, M.G. (2010). Calcium carbonate features, in: Stoops, G., Marcelino, V. & Mees, F. (eds.), Interpretation of Micromorphological Features of Soils and Regoliths. Amsterdam: Elsevier, pp. 149–194.
[3] Marx, K. (1852). Η Δεκάτη Ογδόη Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (1852/1869). – https://pasithee.library.upatras.gr/deukalionas/article/view/1433/1309
[4] Weber, M. (1922). Wirtschaft und Gesellschaft: Grundriss der verstehenden Soziologie. Τübingen: Mohr. https://www.textlog.de/weber_wirtschaft.html
[5] Giddens, A. (1984). The Constitution of Society: Outline of the Theory of Structuration. Cambridge: Polity Press. – https://www.scribd.com/document/221106845/Anthony-Giddens-the-Constitution-of-Society
[6] Gramsci, A. (1971). Selections from the Prison Notebooks. https://ia600506.us.archive.org/19/items/AntonioGramsciSelectionsFromThePrisonNotebooks/Antonio-Gramsci-Selections-from-the-Prison-Notebooks.pdf
[7] Althusser, L. (1971). Ideology and Ideological State Apparatuses. https://www.scribd.com/document/405092469/Althusser-Ideology-and-Ideological-State-Apparatuses-pdf.
[8] Gell, A. (1998). Art and Agency: An Anthropological Theory. Oxford: Oxford University Press.
[9] Latour, B. (1993). We Have Never Been Modern. Μτφρ. C. Porter. Cambridge, MA: Harvard University Press.
[10] Barad, K. (2007). Meeting the Universe Halfway: Quantum Physics and the Entanglement of Matter and Meaning. Durham: Duke University Press.
[11] Ένγκελς, Φ., 2008. Διαλεκτική της φύσης. Μετάφραση Ε. Μπιτσάκης. 7η έκδ. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
* Καθηγητής, τέως κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης















