Οι τελευταίοι μεγάλοι σεισμοί σε Βενεζουέλα και Κολομβία έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο, χωρίς να υπάρχει κάποια σύνδεση, τη συζήτηση για την πιθανότητα ενός μεγάλου σεισμού στη χώρα μας και κυρίως το πώς θα αντιδράσουν τα κτίρια, αλλά και κατά πόσο είμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι.
Στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ANT1 μίλησε ο καθηγητής Δυναμικής Τεκτονικής και Εφαρμοσμένης Γεωλογίας Ευθύμης Λέκκας, ο οποίος αρχικά αναφέρθηκε τι έγινε στην Κολομβία:
«Άσχετα αν είχαμε έναν σεισμό βάθους, που το υπόκεντρο ουσιαστικά ήταν στα 120 χιλιόμετρα βάθος, η απόσταση από το υπόκεντρο μέχρι την επιφάνεια ήταν πολύ μεγάλη, με αποτέλεσμα να επικρατήσουν οι μεγάλες περίοδοι των σεισμικών κυμάτων, δηλαδή το αργό κούνημα το επαναλαμβανόμενο. Αυτό συμπίπτει με τη συχνότητα που έχουν τα υψηλά ή τα ογκώδη κτίρια. Και κατέρρευσαν τα ψηλά και ογκώδη κτίρια. Δεκαόροφα, 14όροφα κτίρια. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και πριν έναν μήνα στη Βενεζουέλα. Μόνο που εκεί δεν είχαμε έναν σεισμό βάθους, αλλά επιφανειακό».
«Προσοχή στους αντισεισμικούς κανονισμούς»
«Θεωρούμε ότι πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στους αντισεισμικούς κανονισμούς. Εμείς το έχουμε συμπεριλάβει στον αντισεισμικό κανονισμό τον δικό μας, ώστε τα κτίρια να είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά στους πρώτους ορόφους. Δηλαδή ο μηχανισμός που βλέπουμε και στη Βενεζουέλα και στην Κολομβία, βλέπουμε ότι αποσπώνται πρώτα οι τοίχοι του πρώτου, δεύτερου ορόφου των κτιρίων, στη συνέχεια υπάρχουν αστοχίες, βλάβες δηλαδή, στο ισόγειο, στον 1ο, στον 2ο, και στη συνέχεια το κτίριο δεν αντέχει και καταρρέει. Ο μηχανισμός είναι ο ίδιος.
Στην Ελλάδα έχουμε έναν επαρκή αντισεισμικό κανονισμό ο οποίος καλύπτει αυτές τις προϋποθέσεις. Αν θυμόσαστε στον σεισμό του 1999, εκεί που είχαμε τις αστοχίες, την τρωτότητα δηλαδή, ήταν στα κοντά υποστυλώματα, στους ημιορόφους. Έκτοτε στον δικό μας κανονισμό έχει τη μέριμνα ώστε αυτό το τμήμα των κτιρίων, όταν έχει κοντά υποστυλώματα τα οποία είθισται να αποφεύγουμε γενικώς, να είναι αυτά ιδιαίτερα ανθεκτικά».
«Τα τελευταία 2,5 χρόνια έγινε ένα κατόρθωμα»
Ο κ. Λέκκας τόνισε στη συνέχεια ότι μέσα στα τελευταία 2,5 χρόνια επιτεύχθηκε ένα κατόρθωμα το οποίο προσπαθούσαν οι αρμόδιοι φορείς να το υλοποιήσουν από το 1999.
«Ελέγξαμε 44.000 στατικώς ανεξάρτητα κτίρια της χώρας. Δημόσια. Δηλαδή σχολεία, νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες. Πρωτοβάθμιος, προσεισμικός έλεγχος, όπως λέγεται. Πραγματικά, έγινε μια πολύ καλή δουλειά.
Επισημάνθηκαν κάποια κτίρια που θέλουν περαιτέρω έλεγχο. Δεν είναι επικίνδυνα, αλλά πρέπει να ελεγχθούν περαιτέρω. Έτσι έχουμε περίπου 2.000 κτίρια. Ο στόχος μας είναι να ελέγξουμε το επόμενο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε τα δημόσια κτίρια της χώρας να μπορούν να αντεπεξέρχονται σε μεγάλες σεισμικές δονήσεις.
Ο στόχος είναι αυτό να επεκταθεί και στις ιδιωτικές κατοικίες, τις ιδιωτικές κατασκευές. Θα έλεγα, αντί να έχουμε μόνο ενεργειακά πιστοποιητικά, όπως το τελευταίο χρονικό διάστημα δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στα ενεργειακά, θα έπρεπε να έχουμε και πιστοποιητικά αντισεισμικής επάρκειας ενός κτιρίου. Και αυτός είναι ο στόχος. Θα πρέπει να υπάρχει από δω και πέρα για όλα τα κτίρια της χώρας».















