Στα 450 δισ. δολάρια ετησίως αναμένεται να φτάνει σε μια τυπική χρονιά ο οικονομικός λογαριασμός των φυσικών καταστροφών παγκοσμίως, καθώς η κλιματική κρίση, η επέκταση των πόλεων και το αυξανόμενο κατασκευαστικό κόστος πολλαπλασιάζουν τις δυνητικές ζημιές.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι ένα τεράστιο μέρος αυτού του κόστους μένει εκτός ασφαλιστικής κάλυψης. Σύμφωνα με νέα έρευνα της εταιρείας μοντελοποίησης κινδύνων Verisk, την οποία παρουσιάζουν οι Financial Times, έως και το 62% των παγκόσμιων ζημιών από φυσικές καταστροφές είναι ανασφάλιστο.
Αυτό σημαίνει ότι νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις καλούνται να καλύπτουν από την τσέπη τους περίπου 279 δισ. δολάρια ζημιών κατά μέσο όρο κάθε χρόνο, ενώ το ποσό μπορεί να εκτοξευθεί πολύ υψηλότερα σε χρονιές με ακραίες καταστροφές.
Η εικόνα δημιουργεί ένα νέο και ολοένα μεγαλύτερο οικονομικό κενό: οι ζημιές από φυσικές καταστροφές αυξάνονται, την ώρα που οι ασφαλιστικές εταιρείες περιορίζουν την έκθεσή τους στους μεγαλύτερους κινδύνους.
Οι ασφαλιστικές βρίσκονται έτσι αντιμέτωπες με ολοένα μεγαλύτερες απαιτήσεις αποζημιώσεων
Κλιματική Κρίση: Ακριβότερες καταστροφές, μικρότερη κάλυψη
Όπως αναφέρουν οι Financial Times, το αυξανόμενο κόστος οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Η κλιματική αλλαγή εντείνει τον κίνδυνο ακραίων φαινομένων, ενώ η αστική ανάπτυξη έχει οδηγήσει στην κατασκευή περισσότερων και ακριβότερων ακινήτων σε περιοχές που είναι εκτεθειμένες σε φυσικές καταστροφές.
Την ίδια στιγμή, το κόστος κατασκευής κατοικιών έχει αυξηθεί σημαντικά. Στις ΗΠΑ, μάλιστα, έχει κινηθεί ταχύτερα από τον πληθωρισμό, ανεβάζοντας αντίστοιχα το κόστος αποκατάστασης μετά από μια καταστροφή.
Οι ασφαλιστικές βρίσκονται έτσι αντιμέτωπες με ολοένα μεγαλύτερες απαιτήσεις αποζημιώσεων. Η περασμένη χρονιά ήταν η έκτη διαδοχική κατά την οποία οι ασφαλισμένες ζημιές από φυσικές καταστροφές παγκοσμίως ξεπέρασαν τα 100 δισ. δολάρια.
Και αυτό παρά το γεγονός ότι κανένας τυφώνας δεν έπληξε την ηπειρωτική επικράτεια των ΗΠΑ. Το κόστος επιβαρύνθηκε από τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Καλιφόρνια και τις ισχυρές καταιγίδες, οι ζημιές από τις οποίες έχουν γίνει ολοένα ακριβότερες.
Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο στις αναδυόμενες οικονομίες
Οι ασφαλιστικές τραβούν «κόκκινες γραμμές»
Η απάντηση του ασφαλιστικού κλάδου είναι η σταδιακή μείωση της έκθεσής του.
Οι εταιρείες στις ΗΠΑ αυστηροποιούν τους όρους των συμβολαίων τους και εξαιρούν συγκεκριμένους κινδύνους από τις βασικές καλύψεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μεγάλες ασφαλιστικές αποχωρούν από ολόκληρες περιοχές, αρνούμενες να ανανεώσουν συμβόλαια ακινήτων που θεωρούν υπερβολικά εκτεθειμένα σε φυσικές καταστροφές.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, ενώ οι συνολικές οικονομικές απώλειες αυξάνονται, το ποσοστό τους που καλύπτεται από την ιδιωτική ασφάλιση μειώνεται.
Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο στις αναδυόμενες οικονομίες, όπου πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις έχουν ελάχιστη ή καθόλου ασφαλιστική κάλυψη.
Ζημιές 12 δισ. και αποζημιώσεις κάτω από 100 εκατ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο καταστροφικός σεισμός στη Μιανμάρ τον Μάρτιο του 2025.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Verisk που επικαλούνται οι Financial Times, οι οικονομικές ζημιές έφτασαν περίπου τα 12 δισ. δολάρια, αλλά οι ασφαλιστικές κάλυψαν λιγότερα από 100 εκατ. δολάρια.
Με άλλα λόγια, λιγότερο από το 1% του συνολικού κόστους πέρασε στις ασφαλιστικές.

Παρόμοια ήταν η εικόνα στις πλημμύρες του Τέξας τον Ιούλιο του 2025, στις οποίες έχασαν τη ζωή τους περισσότεροι από 130 άνθρωποι. Οι ζημιές στις κατοικίες εκτιμήθηκαν σε 1,1 δισ. δολάρια, όμως το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν ανασφάλιστο, καθώς τα τυπικά ασφαλιστήρια κατοικίας στις ΗΠΑ δεν περιλαμβάνουν κάλυψη έναντι πλημμύρας.
Τα 65 δισ. δολάρια του Λος Άντζελες
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η περίπτωση των πυρκαγιών του Λος Άντζελες τον Ιανουάριο του 2025.
Οι οικονομικές απώλειες έφτασαν έως και τα 65 δισ. δολάρια. Παρότι μεγάλο μέρος των ακινήτων που καταστράφηκαν διέθετε ασφάλιση κατοικίας, έως και 35% των ιδιοκτησιών δεν είχε ασφαλιστική κάλυψη.
Η Verisk αποδίδει την κατάσταση εν μέρει στην υποχώρηση των μεγάλων ασφαλιστικών από την Καλιφόρνια εξαιτίας του αυξανόμενου κόστους των καταστροφών.


Η αποχώρηση των ιδιωτικών εταιρειών έχει οδηγήσει περισσότερους ιδιοκτήτες στο Fair Plan, το κρατικά υποστηριζόμενο ασφαλιστικό σχήμα έσχατης ανάγκης της Καλιφόρνιας.
Η State Farm, η μεγαλύτερη εταιρεία ασφάλισης περιουσίας και ζημιών στις ΗΠΑ, είχε ανακοινώσει ήδη από το 2024 ότι δεν θα ανανέωνε συμβόλαια για 72.000 ιδιοκτήτες ακινήτων στην Καλιφόρνια. Και άλλοι μεγάλοι όμιλοι, όπως η AIG, έχουν περιορίσει δραστικά την παρουσία τους στη ρυθμιζόμενη ασφαλιστική αγορά της πολιτείας.
Μεγαλύτερες καταστροφές, αλλά και μεγαλύτερα κέρδη
Το παράδοξο είναι ότι η αύξηση των ζημιών δεν έχει εμποδίσει τις αμερικανικές ασφαλιστικές κατοικιών να καταγράφουν ισχυρή κερδοφορία.
Οι υψηλότερες τιμές των ασφαλίστρων, σε συνδυασμό με τον περιορισμό της έκθεσης στα πιο επικίνδυνα ακίνητα, έχουν ενισχύσει τα οικονομικά τους αποτελέσματα.
Η Progressive ανέφερε ότι περιόρισε σκόπιμα τη διαθεσιμότητα ασφαλιστικών προϊόντων, αυξάνοντας τους ελέγχους πριν από την ανάληψη κινδύνου, προκειμένου να ελέγξει την ανάπτυξή της και να προστατεύσει την κερδοφορία της.
Παράλληλα, αρνήθηκε να ανανεώσει ασφαλιστήρια για παράκτια ακίνητα υψηλού κινδύνου στη Φλόριντα και μείωσε την έκθεσή της σε κινδύνους από καταιγίδες και πυρκαγιές σε άλλες περιοχές, επιλέγοντας να αναπτύσσεται ταχύτερα σε αγορές με μικρότερο κίνδυνο από ακραία καιρικά φαινόμενα.
Η τάση αυτή προκαλεί αντιδράσεις, καθώς όσο οι ιδιωτικές ασφαλιστικές αποσύρονται από τις περιοχές υψηλότερου κινδύνου τόσο μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους μεταφέρεται στους ίδιους τους πολίτες και στο κράτος.
Όπως υποστηρίζει στους Financial Times ο Pete Sikora, ανώτερος σύμβουλος της New York Communities for Change, οι ασφαλιστικές «αποσύρονται από περιοχές τις οποίες δεν θέλουν πλέον να ασφαλίζουν, μεταφέρουν αυτόν τον κίνδυνο στις κυβερνήσεις και στους ιδιώτες, διαλύουν τις τοπικές αγορές και στη συνέχεια εκτοξεύουν τα ασφάλιστρά τους».
Ένα μοτίβο που, όσο το κόστος των φυσικών καταστροφών αυξάνεται, κινδυνεύει να μετατρέψει το λεγόμενο insurance gap σε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά προβλήματα της κλιματικής αλλαγής.















