«Ο ήλιος και ο άνεμος ανήκουν σε όλους. Ανοίγουμε τον δρόμο για τα φωτοβολταϊκά στο μπαλκόνι και δημιουργούμε τη δυνατότητα για τον κάθε πολίτη να μειώσει το κόστος της ενέργειας, πραγματώνοντας την ενεργειακή Δημοκρατία. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα 18 GW των ΑΠΕ που εισέρχονται στο ενεργειακό μας μίγμα σήμερα, τα 9,2 GW είναι του ΔΕΔΔΗΕ, δηλ. χαμηλή και μεσαία τάξη. Από αυτά, τα μικρά είναι τουλάχιστον 80.000 που είναι από τις μεγαλύτερες διεισδύσεις στην Ευρώπη, απόδειξη ότι η ενέργεια στην Ελλάδα αφορά όλους, και όχι μόνο τους μεγάλους», τόνισε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Σταύρος Παπασταύρου.
Παπασταύρου: Ενισχύουμε την ενεργειακή Δημοκρατία
Μιλώντας σήμερα στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, κατά τη διαδικασία ακρόασης εξωκοινοβουλευτικών προσώπων, στο πλαίσιο της επεξεργασίας και εξέτασης του σχεδίου νόμου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του», σημείωσε ότι «η Οδηγία για τις ΑΠΕ που ενσωματώνουμε θέτει ακριβείς στόχους, θεσπίζει κανόνες, εξειδικεύει, δίνει ορισμούς, κριτήρια, επικαιροποιεί το ισχύον πλαίσιο».
Πρόκειται για «ένα νομοθέτημα με το οποίο ενισχύουμε την ενεργειακή Δημοκρατία, με την απλοποίηση των διαδικασιών και την επιτάχυνση της βιώσιμης ενεργειακής μετάβασης, την ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών στην αγορά ενέργειας με διαφάνεια, και την περαιτέρω αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα», είπε.
Ανάπτυξη και επιτάχυνση των έργων ΑΠΕ
Διευκρίνισε, δε, ότι η Οδηγία αυτή απευθύνεται σε όλα τα κράτημέλη, άλλα που έχουν προχωρήσει περισσότερο με τις ΑΠΕ, άλλα λιγότερο: «Κάποιες χώρες, όπως η Ελλάδα, έχουν ήδη πετύχει στόχους και μάλιστα πρωταγωνιστούν στο ποσοστό ΑΠΕ στο μίγμα της ενέργειας. Στη δική μας περίπτωση, οι παρεμβάσεις είναι σημειακές, αλλά απαραίτητες για την περαιτέρω ανάπτυξη και επιτάχυνση των έργων ΑΠΕ».
«Στόχος μας είναι προσιτή, άφθονη ενέργεια με διαφοροποιημένο ενεργειακό μίγμα, μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, σε συνθήκες ενεργειακής ανθεκτικότητας και ασφάλειας, για πολίτες και επιχειρήσεις», είπε ο κ. Παπασταύρου.
Αναφερόμενος στις ρυθμίσεις για τις περιοχές Natura, ο Σταύρος Παπασταύρου επεσήμανε ότι με αυτές «επιχειρούμε να βάλουμε τάξη, προστατεύοντας παράλληλα τη βιοποικιλότητα της κάθε περιοχής. Μέσα στο δίκτυο Natura 2000 βρίσκονται ολόκληρες πόλεις όπως τα Ιωάννινα, η Καστοριά, νησιά, όπως η Χάλκη, η Σκόπελος, και σημαντικές δημόσιες υποδομές, όπως αεροδρόμια, μεγάλα και μικρότερα λιμάνια. Επιδιώκουμε την εξάλειψη της αλόγιστης και άναρχης επέκτασης των οικισμών και την αποτροπή δόμησης αυθαιρέτων».
Η ισορροπημένη ανάπτυξη
Αυτό επιτυγχάνεται μέσω «της δυνατότητας περιορισμένης επέκτασης του σχεδίου πόλης με σχεδιασμό, Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες και πάντα στο πλαίσιο του Τοπικού ή Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου της περιοχής. Και με την ασφαλιστική δικλείδα της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (όπου γίνεται εκ νέου δημόσια διαβούλευση), στο πλαίσιο της οποίας εξετάζονται σε λεπτομερειακό επίπεδο οι επιπτώσεις τυχόν προτεινόμενης επέκτασης του σχεδίου πόλης στο προστατευτέο αντικείμενο της συγκεκριμένης περιοχής».
«Και τέλος, το ΤΠΣ/ΕΠΣ εγκρίνεται από το ΣτΕ. Ο προληπτικός έλεγχος νομιμότητας από το ΣτΕ αποτελεί ένα ισχυρότατο πρόσθετο εχέγγυο που διασφαλίζει τη συμβατότητα των προτεινόμενων χρήσεων με ανάγκη προστασίας της περιοχής», είπε ο υπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος και κατέληξε λέγοντας: «αντί μίας κακώς εννοούμενης πολιτικής ορθότητας που αδιαφορεί για την ουσιαστική προστασία της φύσης, επιλέγουμε να δούμε τα πραγματικά δεδομένα και να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για μια ισορροπημένη ανάπτυξη, με τάξη και κανόνες, που ικανοποιεί ορθολογικά τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, διατηρεί την ποιότητα ζωής και διαφυλάσσει το φυσικό κεφάλαιο και τη βιοποικιλότητα».















