Χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα για την επιστροφή ποσών που εκκρεμούν εδώ και χρόνια, αλλά και με ανοιχτό το ερώτημα για το τί θα ισχύσει από το 2027, παραμένει η ελληνική ενεργοβόρος βιομηχανία στο μέτωπο του μειωμένου ΕΤΜΕΑΡ, δηλαδή της ειδικής χρέωσης στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας που συνδέεται με τη στήριξη της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) .
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη δώσει από τον περασμένο Μάιο το “πράσινο φως” για το νέο ελληνικό καθεστώς μειωμένου ΕΤΜΕΑΡ, που αφορά την περίοδο 20242026 στη βάση των νέων ευρωπαϊκών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στους κλάδους που αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος. Το ελληνικό καθεστώς έχει συνολικό προϋπολογισμό για την τριετία 405 εκατ. ευρώ για την ελληνική βιομηχανία, με ετήσιο προϋπολογισμό 135 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η εφαρμογή του εξακολουθεί να προσκρούει στην εκκρεμότητα της απαιτούμενης Υπουργικής Απόφασης.
Η εκκρεμότητα των εκκαθαρίσεων
Το παράδοξο είναι ότι ο εγκεκριμένος μηχανισμός προβλέπει εφαρμογή του μειωμένου ΕΤΜΕΑΡ εξαρχής στους λογαριασμούς των δικαιούχων, δηλαδή σε βάση ex ante. Η καθυστέρηση όμως της ελληνικής διαδικασίας σημαίνει ότι για την περίοδο που έχει ήδη παρέλθει η εφαρμογή του θα πρέπει στην πράξη να γίνει εκ των υστέρων, μέσω εκκαθαρίσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η βιομηχανία εξακολουθεί να περιμένει τόσο την οριστικοποίηση του τρόπου με τον οποίο θα εφαρμοστεί το νέο καθεστώς όσο και για τις εκκαθαρίσεις παλαιότερων ετών. Στο επίκεντρο βρίσκονται εκείνες για το 2022 και το 2023.
Οι επιχειρήσεις που εντάσσονται στο καθεστώς μειωμένου ΕΤΜΕΑΡ έχουν επιβαρυνθεί με υψηλότερη χρέωση από αυτή που αντιστοιχεί στη μειωμένη επιβάρυνση και αναμένουν την εκκαθάριση της διαφοράς. Η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) έχει θέσει επανειλημμένα το ζήτημα στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), ζητώντας να αποσαφηνιστεί πότε θα ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και με ποιον τρόπο θα αποδοθούν τα ποσά στις επιχειρήσεις.
Για μια ενεργοβόρο επιχείρηση, η καθυστέρηση στην επιστροφή μιας δαπάνης που έχει ήδη καταβληθεί μεταφράζεται σε πρόσθετη πίεση στη ρευστότητά της, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής.
Το βλέμμα πλέον στο 2027
H βιομηχανία ωστόσο στρέφει το βλέμμα και στην επόμενη ημέρα. Το επόμενο μεγάλο ερώτημα είναι τι θα γίνει από την 1η Ιανουαρίου 2027, καθώς ο υφιστάμενος μηχανισμός ολοκληρώνεται στο τέλος του 2026 και από την 1η Ιανουαρίου 2027 απαιτείται νέο πλαίσιο.
Η χρέωση για όσες επιχειρήσεις είναι συνδεδεμένες στη Μέση Τάση ανέρχεται σε περίπου 8,78 ευρώ/MWh, ενώ με το μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ η επιβάρυνση διαμορφώνεται περίπου στα 2,5 ευρώ/MWh. Η διαφορά, για όσες έχουν ιδιαίτερα υψηλή κατανάλωση, αποκτά σημαντικό οικονομικό βάρος.
Το αίτημα επομένως είναι διπλό. Αφενός να κλείσουν οι εκκρεμότητες των προηγούμενων ετών και αφετέρου να υπάρξει εγκαίρως συνέχεια του μηχανισμού, ώστε η βιομηχανία να μην βρεθεί από το 2027 αντιμέτωπη με νέα αύξηση του ενεργειακού της κόστους.
Στο «κάδρο» το συνολικό ενεργειακό κόστος
Η συζήτηση για το ΕΤΜΕΑΡ έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η ΕΒΙΚΕΝ ανεβάζει εκ νέου τους τόνους για το συνολικό ενεργειακό κόστος.
Σε πρόσφατη παρέμβασή της, η Ένωση υποστήριξε ότι τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί για τη βιομηχανία δεν επαρκούν, ενώ ζητά την αξιοποίηση του CISAF, του ευρωπαϊκού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για περισσότερες επιχειρήσεις.
Το μήνυμα της βιομηχανίας είναι ότι οι παρεμβάσεις δεν μπορούν να περιορίζονται σε μέτρα που θα αποδώσουν σε βάθος χρόνου, την ώρα που το κόστος ενέργειας πιέζει ήδη την παραγωγή.














