Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η AfD προ των πυλών της εξουσίας



Του Αντώνη Ζήβα

Ο Φρίντριχ Μερτς επέστρεψε στο Βερολίνο έπειτα από μια ασυνήθιστα μακρά καλοκαιρινή παύση και βρέθηκε αντιμέτωπος με μια πολιτική πραγματικότητα πολύ πιο δύσκολη από εκείνη που άφησε πίσω του.
Για σχεδόν τέσσερις εβδομάδες, από τις 29 Ιουλίου, ο Γερμανός καγκελάριος παρέμεινε εκτός δημόσιας πολιτικής σκηνής, ενώ η χώρα αντιμετώπισε κύματα καύσωνα, μεγάλες δασικές πυρκαγιές, σοβαρά περιστατικά  ασφαλείας σε αεροδρόμια με drones και μια ολοένα εντονότερη συζήτηση για τις υβριδικές απειλές. 

Η απουσία του Γερμανού καγγελάριου προκάλεσε μία πολιτική κριτική, με την αντιπολίτευση να κατηγορεί την κυβέρνηση για αδράνεια και τον ίδιο για πλήρη απουσία από τα προβλήματα.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η διάρκεια των διακοπών του Μερτς. 

Εξάλλου αυτή η κριτική υπήρξε και στη Γαλλία εναντίον του Εμανουέλ Μακρόν και τις διακοπές του ενώ η Γαλλία δοκιμαζόταν πρωτόγνωρα από τις τεράστιες πυρκαγιές.
Στην περίπτωση του Γερμανού καγγελάριου είναι ότι επιστρέφει σε μια Γερμανία όπου η πολιτική ισορροπία έχει μετακινηθεί αισθητά προς τα ακροδεξιά.

Η Εναλλακτική για τη Γερμανία είναι πια ισχυρή και διεκδικεί την εξουσία

Η AfD δεν βρίσκεται απλά και μόνο σε θέση ισχυρής αντιπολίτευσης. Σε εθνικό επίπεδο προηγείται πλέον της CDU/CSU στις δημοσκοπήσεις, ενώ στην ανατολική Γερμανία βρίσκεται μπροστά με διαφορά που σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζει ή ξεπερνά τις 20 μονάδες. 

Στην τελευταία πολιτική δημοσκόπηση, η AfD καταγράφεται στο 27%, έναντι 22% της CDU/CSU.

Τρεις φθινοπωρινές εκλογικές αναμετρήσεις με ένα τεράστιο πολιτικό τεστ

Οι εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου και στη συνέχεια στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο στις 20 Σεπτεμβρίου αποτελούν το σημαντικότερο εκλογικό τεστ της κυβέρνησης Μερτς από την ανάληψη της εξουσίας.

Και τα τρία αποτελέσματα μπορούν να αλλάξουν την πολιτική συζήτηση σε ολόκληρη τη Γερμανία.

Σαξονία-Άνχαλτ: Η ιστορική αναμέτρηση

Η μεγαλύτερη έκπληξη μπορεί να έρθει από τη Σαξονία-Άνχαλτ.
Η τελευταία διαθέσιμη δημοσκόπηση της pollytix δίνει στην AfD 43%, ενώ η INSA την είχε στο 42% και η Infratest dimap στο 41%. Η CDU κινείται περίπου στο 22%-24%.
Η AfD δεν διεκδικεί απλώς να γίνει πρώτη. Θέλει να κυβερνήσει.

Και εδώ βρίσκεται η ιστορική διάσταση της εκλογικής αναμέτρησης: ο τοπικός κλάδος της AfD έχει χαρακτηριστεί από την υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος της Σαξονίας-Άνχαλτ ως «gesichert rechtsextremistisch», δηλαδή ως επιβεβαιωμένα ακροδεξιός/εξτρεμιστικός.

Πρόκειται για τον συνταγματικό όρο που χαρακτηρίζει τα ναζιστικού ιδεολογικού τύπου κόμματα και οργανώσεις στη Γερμανία και την απαγόρευσή τους.

Εάν η AfD καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση, θα πρόκειται για την πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση σε γερμανικό κρατίδιο υπό την ηγεσία κόμματος που χαρακτηρίζεται από τις αρμόδιες αρχές ως ακροδεξιά εξτρεμιστικό, δηλάδη με λίγα λόγια ότι ήταν και το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ.

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα της Γερμανίας δεν  έχει υπάρξει ποτέ ακροδεξιό κόμμα σε θέση εξουσίας σε ομόσπονδο κρατίδιο.

Αυτό είναι διαφορετικό από το να πούμε ότι «ποτέ μετά το 1945 δεν κυβέρνησε κανένα δεξιό κόμμα».

Η ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας περιλαμβάνει συντηρητικά και εθνικοσυντηρητικά κόμματα. Η ιστορική τομή εδώ αφορά την AfD και το σημερινό θεσμικό της χαρακτηρισμό.

Γιατί μπορεί η AfD να κυβερνήσει ακόμη και με 42%-43%;

Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το ποσοστό της AfD αλλά και το πόσα κόμματα θα περάσουν το όριο του 5%.

Με την τρέχουσα εικόνα, η CDU ((Χριστιανοδημοκρατική Ένωση) κινείται περίπου στο 23%, η Αριστερά στο 13%, η SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) γύρω στο 6%-7%, ενώ Πράσινοι, FDP (Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα) και BSW (Συμμαχία Ζάρα Βάγκενκνεχτ) βρίσκονται κοντά ή κάτω από το όριο.

Η πολυδιάσπαση αυτή μπορεί να μετατρέψει ένα ποσοστό της τάξης του 42%-43% σε απόλυτη πλειοψηφία εδρών.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η εκλογή της 6ης Σεπτεμβρίου έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία.
Η CDU έχει δηλώσει ότι δεν πρόκειται να συγκυβερνήσει με την AfD. 

Η ηγεσία του κόμματος στο Βερολίνο έχει μάλιστα καταστήσει σαφές ότι δεν θα επιτρέψει σε ανατολικογερμανικό κρατιδιακό παράρτημα να παρακάμψει την «Brandmauer», το πολιτικό τείχος απομόνωσης της AfD.
Αυτό όμως δημιουργεί ένα παράδοξο: όσο αυξάνεται η AfD και όσο περισσότερα κόμματα αποκλείουν τη συνεργασία μαζί της, τόσο δυσκολότερος γίνεται ο σχηματισμός κυβέρνησης χωρίς αυτήν.
Τι θα σήμαινε μια κυβέρνηση AfD;

Η πρώτη συνέπεια θα ήταν μεν συμβολική αλλά εξαιρετικά ισχυρή.
Η AfD θα περνούσε από τον ρόλο του κόμματος της διαμαρτυρίας στον ρόλο του κυβερνώντος κόμματος.

Θα αποκτούσε υπουργεία, κρατικό μηχανισμό, πρόσβαση στη διοίκηση, ευθύνη για την εκπαίδευση, την αστυνομία, τον πολιτισμό, την τοπική οικονομική πολιτική και τα δημόσια μέσα ενημέρωσης.

Το πρόγραμμα που έχει παρουσιάσει η AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δείχνει ήδη την κατεύθυνση: Προβλέπει αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, περισσότερες απελάσεις, αλλαγές στην εκπαίδευση, περιορισμό πολιτικών που σχετίζονται με τη διαφορετικότητα και τα δικαιώματα ( woke ατζέντα )και σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού συστήματος.

Η ίδια η AfD έχει παρουσιάσει μάλιστα ένα «πρόγραμμα 100 ημερών», σαν να προετοιμάζεται ήδη για την ανάληψη της εξουσίας.

Το οικονομικό σκέλος είναι επίσης κρίσιμο.

Το Leibniz-Institut für Wirtschaftsforschung Halle, το ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών του Χάλε, ένα από τα σημαντικά ανεξάρτητα οικονομικά ερευνητικά ινστιτούτα της Γερμανίας ,υπολόγισε ότι μια πιθανή μονοκομματική κυβέρνηση της AfD θα αντιμετώπιζε χρηματοδοτικό κενό τουλάχιστον 2,2 δισ. ευρώ τον χρόνο για τα μέτρα που μπορούν να κοστολογηθούν. 

Το IWH υπογραμμίζει ότι πρόκειται για συντηρητική εκτίμηση, καθώς πολλά μέτρα του προγράμματος δεν μπορούν καν να κοστολογηθούν αξιόπιστα.

Ακόμη πιο σημαντικό όμως είναι το ζήτημα της αγοράς εργασίας.

Η Σαξονία-Άνχαλτ είναι ένα από τα κρατίδια που αντιμετωπίζουν έντονη δημογραφική πίεση και έλλειψη εργατικού δυναμικού. 

Το IWH και το DIW προειδοποιούν ότι μια επιθετική πολιτική απέναντι στους μετανάστες θα μπορούσε να επιδεινώσει την έλλειψη εργαζομένων και να μειώσει την ελκυστικότητα του κρατιδίου για επενδύσεις και εξειδικευμένο προσωπικό.

Το DIW υπολογίζει μάλιστα ότι μια εφαρμογή βασικών πτυχών της οικονομικής πολιτικής της AfD θα μπορούσε να κοστίσει στη Σαξονία-Άνχαλτ περίπου 1.600 ευρώ εισόδημα ανά κάτοικο ετησίως και περίπου 10.000 θέσεις εργασίας. 

Πρόκειται για μοντελοποίηση και όχι για πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος ή βέβαιο μελλοντικό κόστος.

Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία: Η AfD επίσης πρώτη

Η δεύτερη μεγάλη αναμέτρηση έρχεται στις 20 Σεπτεμβρίου.
Εδώ χρειάζεται μια επικαιροποίηση σε σχέση με τα στοιχεία που κυκλοφορούν: οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν δίνουν την AfD στο 30%, αλλά σημαντικά υψηλότερα.

Η τελευταία δημοσκόπηση για τον Nordkurier, που δημοσιεύθηκε στις 13 Αυγούστου, έδινε την AfD στο 36%, τη SPD στο 29%, την Αριστερά στο 11% και την CDU μόλις στο 10%. Η Infratest dimap τον Ιούλιο επίσης κατέγραφε την AfD στο 36%.

Εδώ η πολιτική εικόνα είναι ακόμη πιο δραματική για την CDU.

Η AfD προηγείται καθαρά, ενώ η SPD παραμένει ισχυρή. Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη μάχη δεν είναι μόνο ποιος θα έρθει πρώτος αλλά αν οι παραδοσιακές δυνάμεις μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση χωρίς την AfD.

Το BSW έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ηγεσία του έχει αποκλείσει επίσημα κυβερνητική συνεργασία με την AfD, αλλά έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να στηρίζει επιμέρους προτάσεις της. 

Παράλληλα, το κόμμα έχει προτείνει μοντέλο κυβέρνησης με ανεξάρτητο πρωθυπουργό και μεταβαλλόμενες πλειοψηφίες, ακόμη και με συμμετοχή της AfD στην κοινοβουλευτική διαδικασία.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο μετά την κάλπη.

Και μετά έρχεται το Βερολίνο

Το Βερολίνο αποτελεί ίσως την πιο συμβολική μάχη.
Εδώ η AfD δεν βρίσκεται πρώτη.

Η τελευταία δημοσκόπηση της Forsa για το t-online, με έρευνα 4-18 Αυγούστου και δημοσίευση στις 22 Αυγούστου, δίνει:
Αριστερά 22% – CDU 18% – AfD 18% – Πράσινοι 16% – SPD 12% – FDP 3% – BSW 4%.

Άρα η εικόνα είναι διαφορετική από αυτήν που εμφανίζεται στη Σαξονία-Άνχαλτ και στο Μεκλεμβούργο.
Η Αριστερά προηγείται, ενώ CDU και AfD βρίσκονται ισόπαλες στη δεύτερη θέση.

Αυτό καθιστά την εκλογή του Βερολίνου περισσότερο μια μάχη για το ποιος θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση παρά μια απλή αναμέτρηση πρώτου και δεύτερου.

Και εδώ η AfD έχει διαφορετικό στόχο: ακόμη και αν δεν κυβερνήσει, ένα πολύ υψηλό αποτέλεσμα στην πρωτεύουσα θα αποτελεί ένδειξη ότι η πολιτική μετατόπιση προς τα δεξιά δεν περιορίζεται πλέον στην πρώην Ανατολική Γερμανία.

Ο πραγματικός κίνδυνος για τον Μερτς

Το πιο σημαντικό είναι να μην γίνει ένα λάθος στην ανάγνωση των εκλογών.

Εάν η CDU χάσει και στα τρία κρατίδια, ο Μερτς δεν χάνει αυτομάτως την καγκελαρία.

Οι περιφερειακές εκλογές δεν αποτελούν ψήφο εμπιστοσύνης στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Για να αντικατασταθεί καγκελάριος στη Γερμανία απαιτείται η διαδικασία της εποικοδομητικής πρότασης μομφής: η Bundestag πρέπει να εκλέξει νέο καγκελάριο με απόλυτη πλειοψηφία.
Το πολιτικό πρόβλημα, όμως, θα είναι τεράστιο.

Μια τριπλή ήττα της CDU θα ενίσχυε τους εσωκομματικούς αντιπάλους του Μερτς, θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη στρατηγική της κυβέρνησης και θα ενίσχυε την άποψη ότι η CDU χάνει την εκλογική μάχη από την AfD.

Ήδη η εικόνα είναι δυσμενής. Σε δημοσκοπήσεις του Αυγούστου η AfD κινείται γύρω στο 27%-28%, ενώ η CDU/CSU γύρω στο 20%-22%.

Παράλληλα, δημοσκόπηση που επικαλείται η Welt έδειξε ότι μόλις 29% των Γερμανών θεωρούν πιθανό ο Μερτς να παραμείνει καγκελάριος μέχρι το 2029.
Επομένως, το πραγματικό σενάριο δεν είναι «χάνει τις εκλογές και παραιτείται».

Είναι ότι χάνοντας τις εκλογές αμφισβητείται η ηγεσία του,  αυξάνεται η εσωκομματική πίεση και η CDU αναγκάζεται να αποφασίσει αν θα μετακινηθεί δεξιότερα για να ανακόψει την AfD ή αν θα διατηρήσει την Brandmauer.

Και αυτή είναι πολύ πιο δύσκολη εξίσωση.

Το Brandmauer βρίσκεται πλέον υπό τεράστια πίεση

Η γερμανική πολιτική κατάσταση έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια μια άτυπη αλλά πολύ ισχυρή αρχή: τα κόμματα του δημοκρατικού κέντρου δεν συνεργάζονται κυβερνητικά με την AfD.
Το μοντέλο αυτό είναι το Brandmauer (τείχος προστασίας).

Το πρόβλημα είναι ότι η AfD ανεβαίνει παρότι βρίσκεται πίσω από αυτήν.

Οι αντίπαλοί της υποστηρίζουν ότι η απομόνωση του προστατεύει τη δημοκρατία.

Η AfD υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: ότι το σύστημα αποκλείει εκατομμύρια ψηφοφόρους και, έτσι, τροφοδοτεί την οργή.

Η Alice Weidel χρησιμοποίησε ακριβώς αυτό το επιχείρημα σε συνέντευξή της τη Κυριακή 23/8 στο ZDF.

Υποστήριξε ότι το Brandmauer καταστρέφει την CDU και δήλωσε ότι η AfD θα κυβερνήσει τόσο σε κρατιδιακό όσο και σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Weidel: «Έξοδος από το ευρώ και το Σένγκεν»

Η εμφάνιση της Weidel στις 23 Αυγούστου έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν περιορίστηκε στην κριτική της κυβέρνησης.
Επανέφερε στην πρώτη γραμμή και τις πιο ακροδεξιά ριζοσπαστικές ευρωπαϊκές θέσεις της AfD.

Η ίδια δήλωσε ότι, σε περίπτωση ανάληψης της κυβέρνησης, η Γερμανία θα πρέπει να εγκαταλείψει το ευρώ και να αποχωρήσει από τη συνθήκη του  Σένγκεν. 
Η AfD διατηρεί στο πρόγραμμά της την απαίτηση για έξοδο από το σύστημα του ευρώ.

Η Weidel υποστήριξε ότι το ευρώ αποτελεί «ασταθές νόμισμα» και ότι η Γερμανία ήταν σε καλύτερη κατάσταση με το Μάρκο πριν από την εισαγωγή του κοινού νομίσματος. Παράλληλα δήλωσε ότι η Γερμανία πρέπει να κλείσει τα σύνορά της και να εγκαταλείψει τη Σένγκεν.

Πρόκειται για πολύ μεγαλύτερη αλλαγή από μια σκληρότερη μεταναστευτική πολιτική.

Ένα Dexit, δηλαδή έξοδος της Γερμανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν είναι ακριβώς το ίδιο με την έξοδο από το ευρώ και τη Σένγκεν. 
Η Weidel μίλησε συγκεκριμένα για έξοδο από το σύστημα του ευρώ και από τη Σένγκεν, ενώ η ευρύτερη συζήτηση για το Dexit αφορά την έξοδο από την ίδια την ΕΕ.

Η διάκριση αυτή είναι σημαντική δημοσιογραφικά.

Ωστόσο, πολιτικά το μήνυμα είναι σαφές: η AfD δεν προτείνει απλώς διαφορετική γερμανική πολιτική εντός της Ευρώπης. Προτείνει ανατροπή βασικών στοιχείων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Τι θα σήμαινε έξοδος από το ευρώ;

Η έξοδος από το ευρώ θα αποτελούσε σεισμό για τη γερμανική οικονομία και για ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Θα έθετε ζητήματα σχετικά με το νόμισμα στο οποίο θα μετατρέπονταν οι καταθέσεις και τα συμβόλαια, το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, τις τραπεζικές καταθέσεις, τις εμπορικές συναλλαγές και τις σχέσεις της Γερμανίας με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και η μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη της Ευρωζώνης. Επομένως, ένα τέτοιο σενάριο δεν θα ήταν γερμανικό πρόβλημα μόνο.
Θα επηρέαζε το ευρώ, τις ευρωπαϊκές τράπεζες, τις αγορές ομολόγων και τις εμπορικές αλυσίδες ολόκληρης της ΕΕ.

Ακόμη και η συζήτηση για ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να αυξήσει την αβεβαιότητα και το risk premium για γερμανικές και ευρωπαϊκές επενδύσεις.

Τι θα σήμαινε έξοδος από τη Σένγκεν;

Εδώ οι συνέπειες θα ήταν πιο άμεσες στην καθημερινότητα.
Η Γερμανία βρίσκεται στην καρδιά της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας.

Εκατομμύρια άνθρωποι διασχίζουν καθημερινά τα γερμανικά σύνορα για εργασία, τουρισμό και μεταφορές.
Η επαναφορά συστηματικών συνοριακών ελέγχων θα αύξανε το κόστος και τον χρόνο μεταφοράς εμπορευμάτων και θα δημιουργούσε πρόσθετη πίεση σε επιχειρήσεις που βασίζονται σε just-in-time παραγωγή.

Δεν θα σήμαινε απαραίτητα έξοδο από την ΕΕ, αλλά θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα στη λογική της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων που βρίσκεται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Και την ώρα που η πολιτική κινείται προς τα ακροδεξιά, η Γερμανία επανεξοπλίζεται

Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αντιφάσεις της νέας γερμανικής εποχής.
Η Γερμανία γίνεται πολιτικά πιο ασταθής την ίδια στιγμή που αποκτά πολύ μεγαλύτερο στρατιωτικό βάρος.

Ο προϋπολογισμός άμυνας του 2026 ανέρχεται σε περίπου 108,2 δισ. ευρώ, επίπεδο-ρεκόρ μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Από αυτά, περίπου 82,7 δισ. ευρώ προέρχονται από τον τακτικό προϋπολογισμό και 25,5 δισ. ευρώ από το ειδικό ταμείο της Bundeswehr.

Από τα χρήματα αυτά, ιδιαίτερα σημαντικό είναι το σκέλος των εξοπλισμών.

Για στρατιωτικές προμήθειες είχαν προβλεφθεί περίπου 38,5 δισ. ευρώ στον βασικό αμυντικό προϋπολογισμό του 2026, ενώ συνολικά οι αμυντικές δαπάνες που συνδέονται με προμήθειες και ειδικά κονδύλια αυξάνονται θεαματικά.

Η Γερμανία ουσιαστικά προσπαθεί να κάνει μέσα σε λίγα χρόνια αυτό που δεν έκανε επί δεκαετίες: να ξαναχτίσει μια μεγάλη συμβατική στρατιωτική δύναμη. Και την τελευταία φορά που ακροδεξιό κόμμα κυβέρνησε την Γερμανία σε συνδυασμό με την άνοδο των εξοπλισμών της, γνωρίζουμε που οδήγησε αυτό.

Γιατί χρειάζονται τόσα νέα όπλα;

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί επί χρόνια στη Bundeswehr: ελλείψεις πυρομαχικών, παλαιό υλικό, περιορισμένη διαθεσιμότητα συστημάτων και ανεπαρκή αποθέματα.

Η νέα γερμανική στρατηγική δεν αφορά πλέον μόνο την αντικατάσταση παλιών αρμάτων ή αεροσκαφών.

Αφορά την αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, τα drones και τα αντι-drone συστήματα, πυρομαχικά και πυραύλους, άρματα μάχης και τεθωρακισμένα, μαχητικά αεροσκάφη, πυροβολικό μεγάλης εμβέλειας, ηλεκτρονικό πόλεμο, κυβερνοάμυνα, δορυφορικές και αναγνωριστικές δυνατότητες, ναυτικές δυνάμεις και προστασία υποδομών.

Η Γερμανία έχει δεσμευθεί να κινηθεί προς το νέο ΝΑΤΟϊκό στόχο του 3,5% του ΑΕΠ για βασικές αμυντικές δαπάνες έως το 2035, ενώ ο Μερτς έχει δηλώσει ότι η Γερμανία θέλει να φτάσει στο 3,5% ήδη από το 2029.
Οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια είναι ακόμη πιο εντυπωσιακές: το γερμανικό δημοσιονομικό σχέδιο προβλέπει ότι οι αμυντικές δαπάνες θα συνεχίσουν να αυξάνονται δραστικά μέχρι το 2030.

Περισσότερη άμυνα και μεγαλύτερο δημοσιονομικό βάρος

Ο επανεξοπλισμός έχει όμως κόστος.
Η Γερμανία χαλάει περισσότερα για άμυνα, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει δημογραφική γήρανση, πιέσεις στις συντάξεις, ανάγκη επενδύσεων στις υποδομές και ασθενική οικονομική ανάπτυξη.

Το ίδιο το γερμανικό δημοσιονομικό σχέδιο προβλέπει σημαντικές αυξήσεις του δανεισμού και αυξανόμενες δαπάνες για τόκους. Οι τόκοι του ομοσπονδιακού χρέους υπολογίζεται να αυξηθούν από περίπου 30 δισ. ευρώ το 2025-2026 σε περίπου 66,5 δισ. ευρώ το 2029.

Άρα η Γερμανία βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή:
περισσότερη άμυνα, περισσότερες επενδύσεις και ταυτόχρονα διατήρηση του κοινωνικού κράτους.

Και αυτή η εξίσωση είναι πιθανό να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά ζητήματα της επόμενης δεκαετίας.

Οι υβριδικές απειλές κάνουν τον επανεξοπλισμό ακόμη πιο επείγον

Στις αρχές Αυγούστου, drone με εκρηκτικό μηχανισμό εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο Leipzig/Halle. Ο υπουργός Εσωτερικών Alexander Dobrindt μίλησε για «νέα ποιότητα απειλής» και για πιθανό υβριδικό σενάριο επίθεσης.

Οι γερμανικές αρχές δεν έχουν αποδώσει επισήμως την ευθύνη σε συγκεκριμένο κράτος.

Η γερμανική κυβέρνηση αναγνωρίζει πλέον ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ευρύτερο φάσμα υβριδικών απειλών: κυβερνοεπιθέσεις, κατασκοπεία, σαμποτάζ, παραπληροφόρηση και περιστατικά με drones.

Παράλληλα, το Βερολίνο προχωρά σε ενίσχυση των υπηρεσιών πληροφοριών, των δυνατοτήτων αντιμετώπισης drones και των μηχανισμών προστασίας κρίσιμων υποδομών.

Αυτό δημιουργεί ένα νέο γερμανικό δόγμα ασφάλειας:
η εσωτερική ασφάλεια, η άμυνα και η αντιμετώπιση υβριδικών επιθέσεων αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως ενιαίο πεδίο.

Μπορεί η AfD να μετατρέψει την εκλογική άνοδο σε εξουσία;

Αυτό είναι το στοίχημα του Σεπτεμβρίου.
Η AfD έχει ήδη κερδίσει κάτι που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε δύσκολο: έχει μετατραπεί σε πρώτη δύναμη σε σημαντικό τμήμα της ανατολικής Γερμανίας και σε πρώτη δύναμη σε πανγερμανικές δημοσκοπήσεις

.Αυτό που δεν έχει καταφέρει ακόμη είναι να μετατρέψει αυτή την εκλογική ισχύ σε κυβερνητική εξουσία.
Η Σαξονία-Άνχαλτ όμως  μπορεί να αλλάξει αυτή την κατάσταση.

Αν η AfD καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση εκεί, θα αποκτήσει για πρώτη φορά πραγματική κυβερνητική εμπειρία. Θα πρέπει να αποδείξει αν μπορεί να διαχειριστεί υπουργεία, δημόσια οικονομικά, σχολεία, υγεία, υποδομές και οικονομία.
Και τότε θα αλλάξει και η ίδια η πολιτική της δυναμική.

Μέχρι σήμερα η AfD μπορεί να κατηγορεί όλους τους άλλους για τα προβλήματα της χώρας χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να τα λύσει.
Μια κυβέρνηση AfD δεν θα έχει πλέον αυτή την πολυτέλεια.

Το 2029 αρχίζει να φαίνεται από τώρα

Η ίδια η Weidel φρόντισε να μεταφέρει τη συζήτηση πολύ πέρα από τον Σεπτέμβριο.
Στο ZDF δήλωσε ότι η AfD θα κυβερνήσει όχι μόνο σε κρατίδια αλλά και σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Οι δημοσκοπήσεις εξηγούν γιατί το λέει.

Η AfD βρίσκεται πλέον σταθερά κοντά στο 28% σε αρκετές πανεθνικές μετρήσεις, ενώ η CDU/CSU κινείται γύρω στο 21%-22%.
Εάν αυτή η διαφορά παραμείνει, το πρόβλημα του Μερτς δεν θα είναι μόνο οι εκλογές του Σεπτεμβρίου.

Θα είναι το ερώτημα αν η CDU μπορεί να ανακτήσει τον χώρο που χάνει προς τα δεξιά χωρίς να καταστρέψει την πολιτική ταυτότητα που τη διαχωρίζει από την AfD.

Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο η επόμενη γερμανική κυβέρνηση αλλά και η πολιτική κατεύθυνση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.
 

Πηγή: skai.gr



Πηγή: www.skai.gr