Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Τεχνητή νοημοσύνη: Ποιος χρειάζεται συμβούλους στην εποχή της ΑΙ

Η τεχνητή νοημοσύνη θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχειρηματικό μοντέλο των στρατηγικών συμβούλων υποστηρίζει ο Ρόμπερτ Άρμστρονγκ σε άρθρο στους Financial Times, καθώς μπορεί πλέον να εκτελεί μεγάλο μέρος της αναλυτικής δουλειάς για την οποία οι εταιρείες συμβούλων χρέωναν υψηλές αμοιβές.

Σε αντίθεση με επαγγέλματα όπως οι δικηγόροι ή οι λογιστές, όπου ο επαγγελματίας αναλαμβάνει και τη νομική ευθύνη για το αποτέλεσμα, οι σύμβουλοι στρατηγικής πωλούν κυρίως ιδέες. Εάν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να παράγει καλύτερες, ταχύτερες ή φθηνότερες προτάσεις, τότε το συγκριτικό τους πλεονέκτημα μειώνεται σημαντικά.

Οι εταιρείες του κλάδου, όπως η McKinsey, η Bain και η Boston Consulting Group, παραδοσιακά βοηθούν τις διοικήσεις να επιλύσουν σύνθετα στρατηγικά προβλήματα. Ο Άρμστρονγκ σημειώνει ότι οι υπηρεσίες τους μπορούν να ερμηνευθούν με διαφορετικούς τρόπους: είτε ως μια ανεξάρτητη «σφραγίδα έγκρισης» για αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί, είτε ως μηχανισμός μεταφοράς βέλτιστων πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων, είτε ως πραγματική συμβολή στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Σε όλες αυτές τις λειτουργίες, όμως, η τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζεται ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς μπορεί να επεξεργάζεται μεγάλους όγκους πληροφοριών, να εντοπίζει πρότυπα και να παρουσιάζει εναλλακτικές στρατηγικές.

Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των συμβούλων, που η τεχνητή νοημοσύνη δεν διαθέτει

Ωστόσο, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, οι ίδιοι οι σύμβουλοι υποστηρίζουν ότι η πραγματική αξία της δουλειάς τους δεν βρίσκεται πλέον στην ανάλυση, αλλά στην εφαρμογή της αλλαγής. Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι να διατυπωθεί μια στρατηγική, αλλά να πειστούν οι άνθρωποι μέσα σε έναν οργανισμό να την αποδεχθούν και να την υλοποιήσουν. Η οικοδόμηση εμπιστοσύνης, η διαχείριση αντικρουόμενων συμφερόντων και η επίτευξη συναίνεσης μεταξύ στελεχών αποτελούν, όπως λένε, το ουσιαστικό ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στέλεχος της BCG, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει τη χάραξη στρατηγικής, αλλά η επιτυχία εξαρτάται από το πόσο αποτελεσματικά μπορεί κανείς να ενορχηστρώσει την οργανωτική αλλαγή.

Παρόμοια άποψη διατυπώνει και ο οικονομολόγος Λούις Γκαρικάνο, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι κρίσιμες πληροφορίες που απαιτούνται για έναν επιχειρηματικό μετασχηματισμό δεν βρίσκονται συγκεντρωμένες σε κάποια βάση δεδομένων. Είναι διάσπαρτες στους ανθρώπους ενός οργανισμού, συχνά άτυπες ή ακόμη και σκόπιμα αποκρυμμένες. Η γνώση αυτή αναδύεται μόνο μέσα από τη διαδικασία συζήτησης, διαπραγμάτευσης και επίλυσης συγκρούσεων, κάτι που δύσκολα μπορεί να αναπαραχθεί από ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης.

Ο Άρμστρονγκ καταλήγει ότι οι σύμβουλοι στρατηγικής στο μέλλον δεν θα πουλούν τόσο πληροφορίες όσο μια διαδικασία αλλαγής. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμά ότι ο κλάδος είναι πιθανό να συρρικνωθεί, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αναλυτικής εργασίας μετατρέπεται σε εμπόρευμα χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη. Αυτό θα αναγκάσει τις εταιρείες συμβούλων να επανεξετάσουν τόσο τον τρόπο εκπαίδευσης των νέων στελεχών τους όσο και το μοντέλο αμοιβών τους, στρεφόμενες περισσότερο σε αμοιβές που συνδέονται με τα αποτελέσματα παρά με τις ώρες εργασίας. Όπως σημειώνει, η πρόκληση για τους ίδιους τους συμβούλους θα είναι να εφαρμόσουν στην πράξη τις συμβουλές που δίνουν επί δεκαετίες στους πελάτες τους: να μετασχηματιστούν έγκαιρα πριν αλλάξει οριστικά η αγορά.

Πηγή www.ot.gr