Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Γ. Καραβίδας: «Ενεργειακή μετάβαση» και Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ): Τα αδιέξοδα είναι εδώ

Η συνεχώς αυξανόμενη εγκατάσταση έργων ΑΠΕ (αιολικά, φωτοβολταϊκά, μικρά υδροηλεκτρικά) έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στις τοπικές κοινωνίες, κυρίως λόγω των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, της αισθητικής αλλοίωσης του τοπίου, των πιθανών επιπτώσεων στον τουρισμό και της έλλειψης ουσιαστικής διαβούλευσης, με την κοινωνική αποδοχή των έργων αυτών να αποτελεί, πλέον, κρίσιμο παράγοντα για την υλοποίηση της αποκαλούμενης «ενεργειακής μετάβασης».

Η πρόσφατη παρουσίαση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ επαναφέρει τη συζήτηση για τον τρόπο ανάπτυξης των έργων ανανεώσιμης ενέργειας τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, η επιδίωξη κοινωνικής αποδοχής μέσω σαφέστερων κανόνων προστασίας του περιβάλλοντος δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται, καθώς δεν συνοδεύεται από αναστολή ή περιορισμό των αδειών έργων ΑΠΕ που έχουν ήδη χορηγηθεί και έχουν καλύψει μεγάλο μέρος της χώρας, με αποτέλεσμα οι κοινωνικές αντιδράσεις να συνεχίζονται.

Η μέσω των ΑΠΕ, ωστόσο, ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά μόνο το πού θα εγκατασταθούν νέες μονάδες παραγωγής. Εξίσου κρίσιμα είναι ζητήματα όπως η αξιοπιστία των συγκεκριμένων ενεργειακών πηγών, η δυνατότητα των δικτύων να απορροφήσουν την παραγωγή τους, η ανάγκη αποθήκευσης της ηλεκτρικής ενέργειας (συμπεριλαμβανόμενου του κόστους, των κινδύνων και των τεχνικών δυσκολιών του εγχειρήματος), καθώς και η συνέχιση της εξάρτησης της ηλεκτροπαραγωγής από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Η στοχαστικότητα των ΑΠΕ και τα προβλήματα στο Δίκτυο

.Σε αντίθεση με τις συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, η παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, με τη μεταβολή της έντασης του ανέμου και της ηλιοφάνειας να καθιστά την παραγωγή τους μεταβλητή και απρόβλεπτη.

Η στοχαστικότητα αυτή δημιουργεί προβλήματα στη διαχείριση του ηλεκτρικού συστήματος, καθώς απαιτείται συνεχής ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Όταν μειώνεται η παραγωγή από ΑΠΕ, άλλες μονάδες πρέπει να αυξήσουν άμεσα την ισχύ τους, ενώ όταν υπάρχει πλεόνασμα παραγωγής απαιτούνται περικοπές, αποθήκευση ή εξαγωγές ενέργειας, λύσεις που σήμερα παρουσιάζουν αδυναμίες και προβλήματα και έχουν περιορισμένη εφαρμογή.

Παράλληλα, τα υφιστάμενα δίκτυα μεταφοράς και διανομής σχεδιάστηκαν κυρίως για κεντρική παραγωγή από μεγάλους σταθμούς και όχι για τη σημερινή διάσπαρτη και μεταβλητή παραγωγή των ΑΠΕ. Αυτό δημιουργεί ανάγκες για νέες γραμμές και υποσταθμούς, με αντίστοιχο οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος, καθώς και αυξημένες απαιτήσεις για τη σταθερότητα του συστήματος (βλ. διακοπές στην ηλεκτροδότηση, κίνδυνο μπλακάουτ, κ.λ.π.).

Η προβαλλόμενη ενεργειακή ασφάλεια των ΑΠΕ και η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα

Συχνά υποστηρίζεται ότι η αύξηση των ΑΠΕ οδηγεί αυτόματα σε ενεργειακή ασφάλεια και απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Ωστόσο, όσο δεν υπάρχουν επαρκείς δυνατότητες αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας, η μεταβλητή παραγωγή των ΑΠΕ εξακολουθεί να απαιτεί τη στήριξη ευέλικτων μονάδων παραγωγής, κυρίως φυσικού αερίου.

Το φυσικό αέριο, όμως, αποτελεί επίσης ορυκτό καύσιμο, από το οποίο υποτίθεται ότι επιδιώκεται η απεξάρτηση ενώ η ενεργειακή ασφάλεια χωρών όπως η Ελλάδα, που το εισάγουν, εξαρτάται από τις διεθνείς αγορές, τις τιμές και τη γεωπολιτική σταθερότητα των χωρών προέλευσης και των οδών μεταφοράς. Και η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών ανέδειξε τις επιπτώσεις στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής από τις διακυμάνσεις στις τιμές του φυσικού αερίου, ακόμη και για χώρες με υψηλή εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ.

Παράλληλα, η εξάρτηση από διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες για κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως λίθιο, κοβάλτιο και σπάνιες γαίες, που χρησιμοποιούνται σε τεχνολογίες αποθήκευσης αλλά και για την κατασκευή ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών, αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο το επιχείρημα περί ενεργειακής ασφάλειας των ΑΠΕ.

Η ανάγκη για μια ρεαλιστική και ισορροπημένη ενεργειακή στρατηγική

Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να περιορίζεται στην εγκατάσταση περισσότερων ΑΠΕ. Οι ανανεώσιμες πηγές μπορούν να αποτελέσουν μέρος του μελλοντικού ενεργειακού συστήματος, όμως η μεταβλητή παραγωγή τους απαιτεί ολοκληρωμένο σχεδιασμό, ώστε να διασφαλίζονται η επάρκεια, η ασφάλεια εφοδιασμού και το χαμηλό κόστος της ενέργειας.

Απαιτείται σύγχρονος ενεργειακός σχεδιασμός, με αποτελεσματική διαχείριση της ζήτησης και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων μορφών ηλεκτροπαραγωγής, χωρίς αποκλεισμούς ή μονοδιάστατες προσεγγίσεις και επιλογές, μακριά από συμφέροντα που λυμαίνονται το χώρο, ιδίως τα τελευταία χρόνια. Κάθε μορφή ενέργειας πρέπει να αξιολογείται με βάση τα πλεονεκτήματα, τα μειονεκτήματα, τις περιβαλλοντικές και οικονομικές της επιπτώσεις, τη δυνατότητά της να συμβάλει στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας.

Αντί της άναρχης εγκατάστασης έργων ΑΠΕ, απαιτείται σύγχρονος χωροταξικός σχεδιασμός που να προστατεύει ουσιαστικά το περιβάλλον και να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Η κοινωνική αποδοχή δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς διαφάνεια στις διαδικασίες αδειοδότησης και χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και των φορέων τους στη λήψη αποφάσεων.

Καμία «ενεργειακή μετάβαση» δε μπορεί να είναι ουσιαστικά ωφέλιμη, αν δε συνδυάζει πραγματική προστασία του περιβάλλοντος, ενεργειακή ανεξαρτησία και ασφάλεια και οικονομικά προσιτή ενέργεια για τους πολίτες και την εθνική οικονομία.

Γιώργος Δ. Καραβίδας,

νομικός Α.Π.Θ., Υποστράτηγος ε.α. (ΝΟΜ),

Μέλος του Δικτύου Φορέων και πολιτών για την προστασία των Αγράφων (και μέλος λοιπών περιβαλλοντικών κινημάτων),

πρ. δημοτικός σύμβουλος και αντιπρόεδρος δημοτικού συμβουλίου Δήμου Μουζακίου.

Πηγή www.karditsalive.net