Σημαντικές αλλαγές στο τοπίο της ασφάλισης φέρνει το νέο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο καθιστά πλέον υποχρεωτική την κάλυψη έναντι φυσικών καταστροφών για συγκεκριμένες κατηγορίες ιδιοκτητών και επιχειρήσεων. Όπως εξηγεί η ασφαλιστική σύμβουλος Δανάη Χαριτάκη, οι ρυθμίσεις αυτές στοχεύουν αφενός στην ενίσχυση της προστασίας της περιουσίας των πολιτών και αφετέρου στη μείωση της επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού σε περιπτώσεις θεομηνιών.
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, ιδιοκτήτες κατοικιών με αντικειμενική αξία άνω των 500.000 ευρώ υποχρεούνται να ασφαλίσουν τα ακίνητά τους έως την 1η Ιουνίου 2025 έναντι κινδύνων όπως σεισμός, πυρκαγιά και πλημμύρα. Σε διαφορετική περίπτωση, χάνουν το δικαίωμα αποζημίωσης από το κράτος σε περίπτωση φυσικής καταστροφής.
Παράλληλα, για τα ακίνητα χαμηλότερης αξίας προβλέπονται οικονομικά κίνητρα. Η έκπτωση στον ΕΝΦΙΑ αυξάνεται στο 20% για όσους προχωρήσουν σε ασφάλιση, με εφαρμογή από το 2025 για ήδη ασφαλισμένα ακίνητα και από το 2026 για νέες ασφαλίσεις.
Αντίστοιχα αυστηρότερες γίνονται οι προβλέψεις και για τις επιχειρήσεις. Το όριο υποχρεωτικής ασφάλισης μειώνεται στις 500.000 ευρώ ετήσιου τζίρου, από 2 εκατ. ευρώ που ίσχυε μέχρι σήμερα. Οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν να ασφαλίζουν τουλάχιστον το 70% της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων – από εγκαταστάσεις και εξοπλισμό μέχρι πρώτες ύλες και εμπορεύματα – έναντι φυσικών καταστροφών.
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο 10.000 ευρώ, το οποίο διπλασιάζεται εάν η επιχείρηση δεν προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες εντός 30 ημερών. Επιπλέον, όσες επιχειρήσεις δεν είναι ασφαλισμένες αποκλείονται από κάθε μορφή κρατικής ενίσχυσης για ζημιές από φυσικά φαινόμενα.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Δανάη Χαριτάκη, η μέχρι σήμερα ανταπόκριση των πολιτών παραμένει περιορισμένη. Παρά τη θέσπιση έκπτωσης 10% στον ΕΝΦΙΑ το 2024, το ποσοστό ασφάλισης κατοικιών αυξήθηκε οριακά, φτάνοντας μόλις το 18,3%.
Τα στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος δείχνουν ότι μόνο λίγο πάνω από τις μισές ασφαλισμένες κατοικίες καλύπτονται για φυσικές καταστροφές, ενώ σημαντικό ρόλο στην ασφάλιση παίζει η ύπαρξη στεγαστικού δανείου.
Ιδιαίτερα χαμηλά παραμένουν τα ποσοστά στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, όπου μόλις το 14,7% των κατοικιών είναι ασφαλισμένο, παρά το γεγονός ότι η περιοχή έχει δοκιμαστεί έντονα από ακραία καιρικά φαινόμενα τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με την ίδια, το κόστος ασφάλισης παραμένει σχετικά προσιτό. Για ένα διαμέρισμα 100 τ.μ. με ασφαλιζόμενη αξία 130.000 ευρώ, το ετήσιο ασφάλιστρο κυμαίνεται μεταξύ 130 και 180 ευρώ, ανάλογα με τις καλύψεις και τους όρους του συμβολαίου.
Η γενικευμένη ασφάλιση εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των ασφαλίστρων σε βάθος χρόνου, ενώ παράλληλα θα επιτρέψει στο κράτος να κατευθύνει πόρους σε κρίσιμες υποδομές αντί για αποζημιώσεις.
Παρά ταύτα, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η ασφάλιση έναντι ζημιών αντιστοιχεί μόλις στο 1,4% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει το 3,1%, γεγονός που αναδεικνύει – όπως σημειώνει η ασφαλιστική σύμβουλος – την ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας και ενίσχυσης της ασφαλιστικής συνείδησης των πολιτών.















