Μια διαφορετική φιλοσοφία αντιπλημμυρικής προστασίας, η οποία δεν θα στηρίζεται αποκλειστικά σε αναχώματα, καθαρισμούς και τεχνικά έργα, επιχειρεί να εφαρμόσει για πρώτη φορά στη χώρα η Περιφέρεια Θεσσαλίας. Η πρώτη πιλοτική εφαρμογή σχεδιάζεται στον ποταμό Καλέντζη, παράλληλα με την εκπόνηση του Master Plan αντιπλημμυρικής προστασίας της Καρδίτσας και μελετών για τμήματα του Πηνειού και των παραποτάμων του.

Η Περιφέρεια συνεργάζεται για τον σκοπό αυτό με το Πανεπιστήμιο του Brighton, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τον ΟΔΥΘ και Έλληνες επιστήμονες. Η βασική αλλαγή, που παρουσιάστηκε πριν δυο ημέρες, είναι ότι κάθε ποτάμι θα εξετάζεται μαζί με ολόκληρη την λεκάνη απορροής του και όχι αποσπασματικά, μόνο στο σημείο όπου εκδηλώνεται κάθε φορά η πλημμύρα.
Η νέα προσέγγιση περιλαμβάνει τις λεγόμενες «λύσεις που βασίζονται στη φύση»: αποκατάσταση φυσικών πλημμυρικών πεδίων, επιβράδυνση της ροής του νερού και δημιουργία, όπου απαιτείται, περισσότερου χώρου για την εκτόνωση του ποταμού. Οι λύσεις αυτές δεν καταργούν τα τεχνικά έργα, αλλά επιδιώκουν να τα εντάξουν σε έναν συνολικό σχεδιασμό, ώστε η αντιμετώπιση ενός προβλήματος σε ένα σημείο να μη μεταφέρει τον κίνδυνο σε μια άλλη περιοχή, χαμηλότερα στη λεκάνη απορροής.

Η επιλογή της περιοχής για την πρώτη πιλοτική εφαρμογή, προφανώς και δεν είναι τυχαία. Η Καρδίτσα έχει πληρώσει βαρύ τίμημα από επαναλαμβανόμενες πλημμύρες.
Τον Σεπτέμβριο του 2020 ο «Ιανός» πλημμύρισε την πόλη της Καρδίτσας και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στον αστικό ιστό της πόλης, στους γύρω οικισμούς, καλλιέργειες και υποδομές. Τρία χρόνια αργότερα, ο «Daniel» έπληξε ξανά τον νομό και τον θεσσαλικό κάμπο, μετατρέποντας χωριά όπως την Μεταμόρφωση, τον Βλοχό σε θάλασσα. Στη Μεταμόρφωση και στον Βλοχό επαναλήφθηκαν εικόνες που είχαν καταγραφεί και στις μεγάλες πλημμύρες του 1994. Ακολούθησε η κακοκαιρία «Elias», επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο ήδη πληγείσες περιοχές της Θεσσαλίας.
Οι καταστροφές ανέδειξαν τα όρια των μεμονωμένων παρεμβάσεων. Ένα ανάχωμα ή ένας καθαρισμός μπορεί να προστατεύσει προσωρινά ένα σημείο, χωρίς να απαντά στο πώς θα κινηθεί ο συνολικός όγκος του νερού μέσα στη λεκάνη απορροής και πού τελικά θα εκτονωθεί.
Υπό αυτή την έννοια, ο Καλέντζης δεν επιλέγεται απλώς για την εφαρμογή μιας ακόμη μελέτης. Αποτελεί δοκιμασία για το αν η εμπειρία των προηγούμενων καταστροφών μπορεί να μετατραπεί σε διαφορετική πολιτική πρόληψης.

Από τη διακήρυξη στην εφαρμογή
Η στροφή προς έναν επιστημονικά τεκμηριωμένο σχεδιασμό πρέπει να χαιρετιστεί. Ιδιαίτερα σε μια περιοχή όπου οι κάτοικοι έχουν ζήσει επανειλημμένα την απώλεια περιουσιών, παραγωγής και, στην περίπτωση του «Daniel», ανθρώπινων ζωών, η πρόληψη δεν μπορεί να περιορίζεται στην αποκατάσταση των ζημιών μετά από κάθε καταστροφή.
Ωστόσο, η ανακοίνωση της νέας φιλοσοφίας δεν αποτελεί ακόμη συγκεκριμένο αντιπλημμυρικό έργο. Από τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί δεν προκύπτει ποιο τμήμα του Καλέντζη θα αποτελέσει το πεδίο της πιλοτικής εφαρμογής ούτε ποιες ακριβώς παρεμβάσεις θα γίνουν.
Η συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Brighton και η μεταφορά διεθνούς τεχνογνωσίας δημιουργούν μια σημαντική επιστημονική βάση. Το επόμενο και καθοριστικό βήμα, όμως, είναι η μετάβαση από τη διακήρυξη της νέας φιλοσοφίας σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο, με σαφή έργα, κόστος, χρονοδιάγραμμα και λογοδοσία. Μόνο τότε θα μπορεί να κριθεί εάν ο Καλέντζης θα αποτελέσει πράγματι το πρώτο παράδειγμα μιας νέας αντιπλημμυρικής πολιτικής για την Θεσσαλία και ολόκληρη την χώρα.
www.ertnews.gr















