Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Σωτ. Παπαγεωργίου: Όταν χάνονται ευρωπαϊκοί πόροι που αφορούν την Καρδίτσα, δεν είναι καιρός για πανηγυρισμούς (!)

Τα δύο έργα αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού του αγροτικού δικτύου του ΤΟΕΒ Ταυρωπού και της γραμμής Υπέρεια – Ορφανά, που αφορούν περίπου 200.000 αρδευόμενα στρέμματα και συνολικό προϋπολογισμό άνω των 290 εκατ. ευρώ (μαζί με τον ΦΠΑ), απεντάχθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Έργα τέτοιας κλίμακας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια απλή αλλαγή χρηματοδοτικής διαδικασίας. Αποτελούν στρατηγικές υποδομές για τον πρωτογενή τομέα και κάθε μεταβολή στον αρχικό σχεδιασμό απαιτεί πλήρη λογοδοσία και διαφάνεια.

Η απένταξη δεν σημαίνει ότι τα έργα ακυρώθηκαν ούτε ότι η συμμετοχή ιδιωτικών φορέων προέκυψε τώρα. Τα έργα είχαν εξαρχής σχεδιαστεί ως Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Σημαίνει όμως ότι χάνεται η συμμετοχή του Ταμείου Ανάκαμψης στο χρηματοδοτικό τους σχήμα και ότι η σχετική δαπάνη μεταφέρεται στο ήδη υπερφορτωμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), γεγονός που εύλογα δημιουργεί ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις προθεσμίες και τις αιτίες που οδήγησαν στην αλλαγή της χρηματοδοτικής δομής.

Πρόκειται για μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Καρδίτσα και τον αγροτικό κόσμο της περιοχής. Η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσε να επιταχύνει την ολοκλήρωση των έργων, μειώνοντας το κόστος παραγωγής μέσω φθηνότερου και επαρκέστερου αρδευτικού νερού.

Παρ’ όλα αυτά, κυβερνητικοί παράγοντες παρουσιάζουν την εξέλιξη αυτή ως θετική και ανταλλάσσουν μεταξύ τους «συγχαρητήρια» για τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν με τις δύο κοινοπραξίες ιδιωτικών κατασκευαστικών εταιρειών, αποσιωπώντας ότι πλέον τα έργα δεν θα χρηματοδοτηθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Αξίζει όμως να θυμηθούμε ότι κατά την υπογραφή των συμβάσεων η ίδια η κυβέρνηση παρουσίαζε ως βασικό πλεονέκτημα του σχεδιασμού τη χρηματοδότηση μέσω ΣΔΙΤ σε συνδυασμό με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Αν τότε η συμμετοχή του Ταμείου αποτελούσε συγκριτικό πλεονέκτημα, γιατί σήμερα θεωρείται αδιάφορη η απώλειά της;

Η απάντηση είναι προφανής. Το Ταμείο Ανάκαμψης δεν αποτελεί απλώς μια πηγή χρηματοδότησης. Είναι ένας μηχανισμός που συνδέει τις εκταμιεύσεις με συγκεκριμένα ορόσημα, αυστηρά χρονοδιαγράμματα και συνεχή ευρωπαϊκό έλεγχο. Η αποχώρηση των έργων από αυτό το πλαίσιο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν θα ολοκληρωθούν. Σημαίνει όμως ότι χάνεται ένας ισχυρός μηχανισμός πίεσης για την έγκαιρη και ποιοτική υλοποίησή τους. Ποιος θα ελέγχει πλέον την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων και των συμβατικών υποχρεώσεων;

Το ζήτημα δεν είναι ιδεολογικό. Δεν αφορά το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τη συμμετοχή ιδιωτικών φορέων στα μεγάλα έργα υποδομής. Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι γιατί δύο τόσο κρίσιμα αρδευτικά έργα δεν κατόρθωσαν να παραμείνουν εντός του πλαισίου του Ταμείου Ανάκαμψης, ενός εργαλείου που σχεδιάστηκε ακριβώς για να επιταχύνει επενδύσεις στρατηγικής σημασίας.
Πότε θεωρείται πραγματικά εξασφαλισμένο ένα έργο; Όταν χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς πόρους με αυστηρούς κανόνες και δεσμευτικές προθεσμίες ή όταν μεταφέρεται εσπευσμένα στο ΠΔΕ, το οποίο ήδη καλείται να χρηματοδοτήσει πλήθος έργων που απεντάχθηκαν από άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα;

Η εμπειρία δείχνει ότι έργα που αλλάζουν εργολαβίες ή χρηματοδοτικό σχήμα καταλήγουν συχνά σε πολύχρονες καθυστερήσεις και αυξημένο κόστος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο οδικός άξονας Άκτιο–Αμβρακία, ο οποίος χρειάστηκε περίπου δεκατέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί, καθώς και το φράγμα «Κόρης Γεφύρι» στη Χίο, το οποίο, παρά τις επανειλημμένες χρηματοδοτικές προσπάθειες, εξακολουθεί να παραμένει στάσιμο.

Αντίστοιχη εικόνα παρατηρείται και σε αρκετά έργα της Θεσσαλίας που χρηματοδοτούνται από το εθνικό σκέλος του ΠΔΕ, όπου οι περιορισμένοι διαθέσιμοι πόροι και η υπερδέσμευση πιστώσεων οδηγούν συχνά σε καθυστερήσεις πληρωμών και εκτέλεσης. Το πρόβλημα αυτό αναμένεται να ενταθεί καθώς στο ΠΔΕ μεταφέρονται και άλλα μεγάλα έργα μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι διαβεβαιώνουν ότι τα έργα θα προχωρήσουν κανονικά. Αυτό όμως θα κριθεί στην πράξη. Μέχρι σήμερα εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα:

• Γιατί χάθηκε η χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης;

• Ποια είναι η οικονομική διαφορά μεταξύ του αρχικού και του νέου χρηματοδοτικού σχήματος;

• Ποιο είναι το νέο δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα;

• Ποιες εγγυήσεις υπάρχουν για το τελικό κόστος του αρδευτικού νερού που θα πληρώνουν οι παραγωγοί;

Το νερό αποτελεί τον σημαντικότερο παραγωγικό πόρο της Θεσσαλίας. Από την επάρκεια και το κόστος του εξαρτώνται η ανταγωνιστικότητα της γεωργίας, η μεταποίηση, οι εξαγωγές, η απασχόληση και η δυνατότητα των νέων ανθρώπων να παραμείνουν στον τόπο τους. Κάθε καθυστέρηση σε κρίσιμες αρδευτικές υποδομές έχει πολλαπλάσιο αναπτυξιακό κόστος.

Στην οικονομία δεν αξιολογείται μόνο αν ένα έργο θα ολοκληρωθεί, αλλά και πότε θα ολοκληρωθεί και με ποιο κόστος. Το κόστος ευκαιρίας από τις καθυστερήσεις και τις αλλαγές του σχεδιασμού είναι πραγματικό και για την Καρδίτσα μεταφράζεται σε χαμένες επενδύσεις, χαμένη ανταγωνιστικότητα και χαμένες αναπτυξιακές δυνατότητες.

Η κοινωνία της Καρδίτσας δεν ζητά πανηγυρισμούς ούτε επικοινωνιακές φιέστες. Ζητά διαφάνεια, λογοδοσία και σαφείς δεσμεύσεις. Όταν αλλάζει το χρηματοδοτικό πλαίσιο δύο έργων στρατηγικής σημασίας, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν το πραγματικό κόστος, το νέο χρονοδιάγραμμα και τις εγγυήσεις ολοκλήρωσής τους.

Γιατί στο τέλος δεν κρίνονται οι κυβερνητικές ανακοινώσεις ούτε οι φωτογραφίες των υπογραφών. Κρίνονται τα αποτελέσματα. Και η πραγματικότητα είναι ότι, τα τελευταία επτά χρόνια, η Καρδίτσα έχασε πολλές σημαντικές αναπτυξιακές ευκαιρίες. Αυτό αποτυπώνεται πλέον στην οικονομία, στις υποδομές και στη δημογραφική συρρίκνωση του τόπου. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα, πέρα από κάθε επικοινωνιακή διαχείριση.

Δρ. Παπαγεωργίου Σωτήρης,
Διδάσκων Παν/ίου Θεσσαλίας
Γραμματέας Δικτύου Επιστημόνων και μέλος της Κεντρικής Πολ. Επιτροπής ΠΑΣΟΚ

Πηγή www.karditsalive.net