Ένα μικρό χωριουδάκι της Ουαλίας το Clydach Vale, ήταν η γενέτειρα του Τόμμυ Φαρ (Τhomas George Far) τo 1913, που αν και έκανε τα πρώτα του εργασιακά βήματα σαν μεταλλωρύχος, γρήγορα ξεδίπλωσε το ταλέντο του στην πυγμαχία.
Στην παγκόσμια ιστορία του αθλητισμού και σε όλα τα σπορ, πάντα υπάρχουν αναδείξεις αθλητών που μέσα από τις δυσκολίες της καθημερινότητας βγαίνουν επιδόσεις παγκόσμιας αναγνώρισης.
Από το νερουλά του Αμαρουσίου και Ολυμπιονίκη Σπύρο Λούη, έως τους Αφρικανούς δρομείς που έτρεχαν ξυπόλητοι για να πάνε στο σχολείο σε κάποιο γειτονικό χωριό, έως τον εργάτη στο εργοστάσιο του Κεραμεικού Νίκο Γόδα και τον μεροκαματιάρη Ανδρέα Μουράτη, έως τον διεθνούς αναγνώρισης ποδοσφαιριστή των ημερών μας Σάντιο Μανέ που έπαιζε στα χώματα με γκρέιπφρουτ λόγω έλλειψης μπάλας, ή τον τροπαιούχο του Μουντιάλ του 2022 Άνχελ Ντι Μαρία που πριν γίνει ποδοσφαιριστής διεθνούς κλάσης βοηθούσε τον ανθρακωρύχο πατέρα του για να ζήσει η οικογένεια. Και πολλοί άλλοι όπως λίγα χρόνια πριν, ο τότε 17χρονος Νέστορι Ιρανκούντα (και Μουντιαλικός με την Αυστραλία το 2026) που από το στρατόπεδο προσφύγων της Τανζανίας και με γονείς από το Μπουρούντι, βρέθηκε στην Αυστραλία και μετά στη Μπάγερν Μονάχου.

Γυρνάμε στον Τόμμυ Φαρ και τονίζουμε ότι στην εποχή του Μεσοπολέμου η πυγμαχία ήταν πολύ δημοφιλές άθλημα, συγκέντρωνε χιλιάδες θεατών και φυσικά γύρω από τη δημοφιλία της υπήρχε και η ανάλογη οικονομική δραστηριότητα. Αυτό δεν πρέπει στιγμή να το ξεχάσουμε καθώς είναι ο ακρογωνιαίος λίθος γύρω από τον οποίο κινούνται όλα.
Γερό σκαρί ο Ουαλός μεταλλωρύχος, δεν άργησε να δείξει το ταλέντο του στο δυναμικό άθλημα.
Οι διακρίσεις του Τόμμυ Φαρ ξεπέρασαν τα σύνορα της χώρας του και ξεκίνησε η διεθνής του αναγνώριση με τη συμμετοχή του σε αρκετούς αγώνες. Στην ιστορία έμεινε η αναμέτρησή του με τον Αμερικανό πρωτοπυγμάχο Τζιμ Μπράντοκ το Γενάρη του 1938, όπου οι αποφάσεις των κριτών έδωσαν τη νίκη στον αντίπαλο του Φαρ, απόφαση που αρκετοί και από τους θεατές και μέρος του Τύπου αμφισβήτησαν και τη θεώρησαν άδικη. Ορισμένοι μίλησαν για δίκαιη νίκη του Μπράντοκ στις λεπτομέρειες και άλλοι για την ισοπαλία ως πιο δίκαιο αποτέλεσμα. Οι περιγραφές συγκλίνουν στο ότι έγινε μία τρομερή μάχη, ανάμεσα σε μία «παλιοσειρά» της διεθνούς πυγμαχίας και στον ανερχόμενο Ουαλό αστέρα.

Η απογοήτευση για τον τρόπο που κρίθηκε ο αγώνας, οδήγησε τον Τόμμυ Φαρ να δηλώσει τα εξής: «Ύστερα από τη χθεσινή αδικία που έγινε εις βάρος μου δεν μου μένει παρά να εγκαταλείψω το μποξ και να ξαναγίνω μεταλλωρύχος».
O παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών Μπράντοκ δήλωσε πικρία για τις δηλώσεις του Φαρ, θεωρώντας ότι τον κέρδισε δίκαια, αναλύοντας και τεχνικά σημεία του αγώνα στα επιχειρήματά του, ενώ ένα μήνα μετά σε ηλικία 32 ετών (πυγμαχούσε από τα 15) ανακοίνωσε την απόσυρσή του και την ενασχόλησή του ως μάνατζερ με το χώρο, ώστε να αφιερώσει χρόνο στη γυναίκα του και τα παιδιά του. Η νίκη του επί του Φαρ ήταν η αποχαιρετιστήρια στην καριέρα του.


Η δήλωση του Φαρ σόκαρε μερίδα του Τύπου των ΗΠΑ που τις θεώρησε «αντιαθλητικές» και του άσκησαν σκληρή κριτική, λες και το να εργαστεί κανείς στις στοές των μεταλλείων είναι ντροπή, αλλά ας μην ξεχνάμε, ότι οι δηλώσεις αμφισβητούσαν μία ανθηρή εκείνη την εποχή αθλητική βιομηχανία γιατί το μποξ αυτό ήταν και έφερνε κέρδη σε όσους ασχολούνταν με αυτό ή και γύρω από αυτό.
Μπορεί λοιπόν το χωριό του να είχε φωταγωγηθεί περιμένοντας το αποτέλεσμα του κρίσιμου αγώνα, για να πανηγυρίσει μία νίκη που ποτέ δεν ήρθε, αλλά η αγάπη για το δικό τους παιδί δεν σταμάτησε.
Πάντα οι Ουαλοί ανθρακωρύχοι υποδέχονταν με θέρμη τον Τόμμυ Φαρ, είτε κέρδιζε, είτε έχανε, γιατί συμβόλιζε το σκληρό αγώνα και μέσα στις στοές και έξω από αυτές. Το είχαν πράξει και όταν είχε χάσει το 1937 από τον πρωτοπυγμάχο Τζόε Λιούις, πάλι με αποφάσεις των κριτών που δέχτηκαν κριτική, σηκώνοντας το χέρι του δικού τους παιδιού για να δείξουν ότι αυτός έπρεπε να είναι ο νικητής.

Οι δηλώσεις του για επιστροφή στις στοές των μεταλλείων δεν υλοποιήθηκαν, συνέχισε την πυγμαχία έως το 1940, πέρασε μεγάλες οικονομικές περιπέτειες, μετά τα ρίνγκ, άνοιξε μία παμπ στο Μπράιτον και απεβίωσε σε ηλικία 72 ετών το 1986.
Ο πανικός όμως και οι «μετασεισμικές δονήσεις» της δήλωσής του ότι αμφισβήτησε την ακεραιότητα των αποφάσεων στον κρίσιμο αγώνα (όχι μόνο αυτός πικραμένος από την ήττα, αλλά και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης) και θα προτιμούσε να γυρίσει στη σκληρή αλλά αξιοπρεπή εργασία του που ασκούσε πριν φορέσει τα γάντια του μποξ, ήταν ένα ντιρέκτ που ζάλισε όσους κερδοσκοπούσαν στον κόσμο του πυγμαχικού θεάματος γιατί ράγισε τη βιτρίνα του.
Έρευνα: Νάσος Μπράτσος
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος















