ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΜΕΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ, κατά τη διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, η Πρεσβεία της Γαλλίας στην Αθήνα οργάνωσε ένα ταξίδι στο Παρίσι για μια πολύ μικρή ομάδα δημοσιογράφων. Το πρόγραμμα περιλάμβανε πολύ ενδιαφέρουσες συναντήσεις και η αντιμετώπιση της ελληνικής κατάστασης ήταν το βασικό ζήτημα. Ωστόσο, στις λιγότερο «τεχνοκρατικές» συζητήσεις, αλλά και σε συνομιλίες με απλούς ανθρώπους, ένα πράγμα ήταν σαφές. Η γαλλική κοινωνία ήταν πολύ καλομαθημένη και δεν υπήρχε περίπτωση να ανεχόταν ποτέ μέτρα λιτότητας και μεθόδους επιτήρησης όπως αυτά που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα επί σχεδόν μία δεκαετία.
Αναμφίβολα, βέβαια, η Γαλλία δεν ήταν και δεν είναι ίδιο μέγεθος με την Ελλάδα. Είναι κράτος-μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, πυρηνική δύναμη, μέλος των G7, χώρα του πυρήνα της Ε.Ε. και ιδρυτικό της μέλος ή, για να χρησιμοποιήσουμε μια γνωστή αμερικανική φράση, «too big to fail». Παρ’ όλα αυτά, οι Γάλλοι εξακολουθούν σε πολλές περιπτώσεις να θεωρούν τον εαυτό ως τον «περιούσιο λαό» – και σε αυτό μάλλον μοιάζουν μ’ εμάς ή μας ξεπερνούν. Όταν μάλιστα δεν τους αρέσει κάτι, βγαίνουν στους δρόμους, και μάλιστα βγαίνουν… για τα καλά.
Υπάρχει περίπτωση να διεξαχθούν τέτοιου είδους διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες στην Ελλάδα σήμερα; Ορισμένοι παραλληλισμοί με τα «Δεκεμβριανά» του 2008 είναι μάλλον αβάσιμοι. Το ζήτημα πλέον αφορά την επιβίωση και τις προοπτικές των νέων – ενώ τότε ήταν η απάντηση στην αστυνομική βία.
Τα πρόσφατα γεγονότα και οι εκτεταμένες καταστροφές στο Παρίσι και σε άλλες γαλλικές πόλεις, με αιχμή τη νεολαία και τις διαμαρτυρίες για την κατάσταση στην εκπαίδευση αλλά και τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, επανέφεραν στο προσκήνιο την παραδοσιακή τάση των Γάλλων για διαμαρτυρία, αλλά η ανάλυση όσων συνέβησαν δεν μπορεί να σταματήσει εκεί. Αν συνδυαστούν αυτές οι εικόνες και με τις εκτεταμένες διαδηλώσεις σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις (σ.σ. καλό θα ήταν να μην εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο όσα συμβαίνουν στην Αλβανία, η οποία συνιστά διαφορετική περίπτωση), προκαλούν ευρεία συζήτηση σχετικά με τους λόγους που τις πυροδότησαν και εγείρουν ακόμη και σε κύκλους στην Ελλάδα το ερώτημα: θα μπορούσε, άραγε, να συμβεί κι εδώ; Προφανώς, η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι διάφορες απλουστευτικές εξηγήσεις (στις οποίες αρέσκονται και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη) περί κακών και λαϊκιστών αριστερών μπαχαλάκηδων που απλά τους αρέσει να τα… σπάνε.
Με τη –μάλλον αποτυχημένη– προεδρία Μακρόν να οδεύει προς ένα οδυνηρό τέλος, η Γαλλία βιώνει μια κρίση σε τριπλό επίπεδο, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό. Είναι μία κοινωνία γερασμένη που επί χρόνια κατεύναζε τέτοιου είδους αναταράξεις με μερικά δισεκατομμύρια ευρώ, μέχρι που το βαρέλι άδειασε και πλέον η κυβέρνηση δεν μπορεί να τις διαχειριστεί, διότι οι αγορές έχουν μυριστεί αίμα, με το έλλειμμα και το χρέος να χτυπούν «κόκκινο». Ωστόσο, τόσο οι γαλλικές όσο και οι υπόλοιπες διαδηλώσεις, με επίκεντρο τη νεολαία, έχουν ως υπόστρωμα μία άλλη καύσιμη ύλη: την αυξανόμενη αίσθηση ότι το μέλλον δεν είναι αυτό που οι νέοι ανέμεναν ή τους είχαν υποσχεθεί, και μια παράλληλη ανασφάλεια σημαντικού κομματιού του πληθυσμού ότι πλέον η καθημερινότητα, λόγω του αυξανόμενου κόστους ζωής, «δεν βγαίνει». Αυτή η καύσιμη ύλη δεν είναι αποκλειστικά γαλλικό ζήτημα. Είναι πανευρωπαϊκό και, φυσικά, και ελληνικό.
Το μείγμα είναι περίπλοκο. Το κεντρώο πολιτικό σύστημα είναι πλέον εγκλωβισμένο και αδυνατεί να βρει λύσεις, συμπιεζόμενο από την άκρα δεξιά και την άκρα αριστερά. Αυτό τροφοδοτεί τη δυσπιστία των πολιτών, δοκιμάζοντας την αξιοπιστία του. Την ίδια στιγμή, είναι διακριτή μια ευρύτερη αγωνία της νέας γενιάς για το μέλλον. Η στεγαστική κρίση αποτελεί ίσως το σοβαρότερο κοινωνικό πρόβλημα στην Ευρώπη σήμερα, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία κατά τη διάρκεια της 15ετίας 2010-2024 οι τιμές αγοράς κατοικίας αυξήθηκαν πάνω από 55% και των ενοικίων σχεδόν 27%. Πόσο, άραγε, αυξήθηκαν οι απολαβές των εργαζομένων το ίδιο διάστημα; Αν προσθέσει κανείς σε αυτό τη διαδεδομένη εργασιακή ανασφάλεια, η οποία επιτείνεται λόγω των ανησυχιών από την επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης, πολλοί νέοι (αλλά ακόμη και μεσήλικες) διερωτώνται αν μπορούν να διασφαλίσουν τις βασικές συνθήκες για μια ανεξάρτητη και αξιοπρεπή ζωή.
Στα καθ’ ημάς τώρα. Υπάρχει περίπτωση να διεξαχθούν τέτοιου είδους διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες στην Ελλάδα σήμερα; Ορισμένοι παραλληλισμοί με τα «Δεκεμβριανά» του 2008 είναι μάλλον αβάσιμοι. Το ζήτημα πλέον αφορά την επιβίωση και τις προοπτικές των νέων – ενώ τότε ήταν η απάντηση στην αστυνομική βία. Η ελληνική κοινωνία όμως –και ιδιαίτερα η νεολαία– εμφανίζει χαρακτηριστικά αποχαύνωσης. Πολύ πρόσφατα, μια έρευνα του Εργαστηρίου Συμβουλευτικής Επιστήμης και Επαγγελματικής Σταδιοδρομίας του Πανεπιστημίου Αθηνών που βασίστηκε στα στοιχεία 400 συμβούλων σταδιοδρομίας απεφάνθη ότι ένα 25% των εφήβων θέλει να γίνει… influencer ή δημιουργός ψηφιακού περιεχομένου! Η λατρεία του γρήγορου πλουτισμού σε συνδυασμό με τις χαμηλές –ο πιο αυστηρός θα μπορούσε να πει κάκιστες– επιδόσεις των 15χρονων μαθητών της χώρας με βάση τα αποτελέσματα της PISA το 2025 (στα Μαθηματικά, στις Φυσικές Επιστήμες και στην κατανόηση κειμένου) συμπληρώνει την εικόνα για το επίπεδο των νεότερων ηλικιών.
Αν αυτός ο συνδυασμός λέει κάτι, η πιο πιθανή εξέλιξη θα είναι μία… αντιγραφή των μαθητικών διαδηλώσεων στη Γαλλία, αλλά μάλλον κακότεχνη και εργαλειοποιημένη από τα γνωστά αναρχικά στοιχεία. Η ελληνική μαθητική νεολαία δεν έχει άλλωστε δείξει ότι επιδιώκει μια σαφή βελτίωση της κατάστασης στα ελληνικά σχολεία και η αντίστοιχη φοιτητική δεν νοιάζεται και τόσο για τα πανεπιστήμια. Η δε κυβέρνηση ενδιαφέρεται περισσότερο για το γερασμένο κομμάτι της κοινωνίας και των ψηφοφόρων. Ωστόσο, η καύσιμη ύλη του υψηλού κόστους ζωής είναι εκεί, έτοιμη να ανάψει τη φωτιά. Και καθώς πλησιάζουν εκλογές, όσοι νέοι ψηφίζουν μπορεί –άκριτα– να κινηθούν προς επικίνδυνες αντισυστημικές ή ακροδεξιές επιλογές. Αυτή ίσως να είναι άλλη μία ομοιότητά μας με τη Γαλλία, που την έχουμε υποτιμήσει.















