Δεν ήμουν ποτέ φανατικός θαυμαστής του Γιώργου Μαζωνάκη. Μου άρεσαν τραγούδια του, μερικά πολύ, αλλά δεν τον ακολουθούσα με τρέλλα. Δεν περίμενα τον καινούργιο δίσκο, δεν ήξερα απ’ έξω τις συνεντεύξεις του, δεν ένιωθα ότι «με αφορά» επειδή τραγουδούσε κάτι που είχα ζήσει. Τον παρατηρούσα. Άλλο βίτσιο αυτό. Οι θαυμαστές συνήθως θέλουν να πλησιάσουν. Εμένα μ’ αρέσει καμιά φορά να στέκομαι λίγο πιο πίσω και να κοιτάζω πώς ένας άνθρωπος κουβαλάει αυτά που του έτυχαν.
Με τον Μαζωνάκη είχαμε, νομίζω, μερικά κοινά υλικά. Όχι κοινή ζωή προς Θεού. Υλικά. Ήξερα το λαϊκό σπίτι προτού εμείς οι καημένοι μάθουμε να το λέμε «λαϊκότητα» και να το αναλύουμε πολιτισμικά. Τα τραγούδια των ’50s, των ’60s, των ’70s, των ’80s ήταν μέσα στο σπίτι σαν τα πλακάκια της κουζίνας. Δεν τα επέλεγες. Υπήρχαν. Προτού αποκτήσουμε γούστο, προτού μάθουμε ότι υπάρχει υψηλό και χαμηλό, έντεχνο και σκυλάδικο, καλό και κακό, Βαμβακάρης και Joy Division, υπήρχε ένα ραδιόφωνο, μια μάνα που σιγοτραγουδούσε, ένας γείτονας που άνοιγε το παράθυρο και κάτι έμπαινε από μέσα.
Ήξερα επίσης κάτι από την παλιά ελληνική αγωγή του αγοριού. Το μικρό οπλοστάσιο οδηγιών που παραδινόταν χωρίς βιβλίο χρήσης: πώς στέκεσαι, πόσο κουνιέσαι, πού βάζεις τα χέρια σου, πότε επιτρέπεται να κλάψεις, πόσο ωραίος δικαιούσαι να είσαι χωρίς να κινδυνεύεις, πόσο παράξενα μπορείς να ντυθείς προτού αρχίσουν τα γελάκια. Κυρίως, τι πρέπει να εξαφανίσεις επάνω σου για να περάσεις με ασφάλεια στην απέναντι πλευρά του δρόμου.
Γι’ αυτό κοίταζα τον Μαζωνάκη. Όχι για να λύσω το παμπάλαιο ελληνικό κουίζ «τι είναι αυτός;». Ποτέ δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Το ληξιαρχείο της επιθυμίας των άλλων είναι από τα πιο βαρετά γραφεία της επικράτειας. Με ενδιέφερε τι έκανε με όσα είχε. Και το σώμα του, πάντως, δεν ησύχαζε.
Θα μπορούσε. Ήταν ένας τεράστιος λαϊκός σταρ. Είχε βρει το λαχείο: ωραίος, αρρενωπός, καψούρης, νυχτερινός, με εκείνη τη φωνή που μπορούσε να κάνει ένα τραπέζι γεμάτο μεθυσμένους να σωπάσει για τρία λεπτά. Θα μπορούσε να το παρκάρει εκεί και να γεράσει ευπρεπώς μέσα στην επιτυχία του. Αλλά όλο κάτι περίσσευε. Ένα ρούχο λίγο πιο γελοίο απ’ όσο επιτρεπόταν. Μια χειρονομία. Μια φωτογραφία που ένας image consultant θα του έλεγε, «Γιώργο μου, μήπως όχι;». Μια αλλαγή στο σώμα. Μια απότομη στροφή από το macho στο μαλακό, από το κιτς στο αυστηρό, από τον λαϊκό γαμπρό στον αλλόκοτο θείο που βγήκε από ένα όνειρο του Φελίνι και πήγε στα μπουζούκια.
Όχι πάντα επιτυχημένα. Δόξα τω Θεώ. Αλλιώς θα μιλούσαμε για brand και όχι για άνθρωπο. Αλλά υπήρχε αυτή η επίμονη άρνηση να παγώσει. Κι αυτό, όσο μεγαλώνω, το εκτιμώ όλο και περισσότερο. Οι περισσότεροι άνθρωποι, μόλις καταλάβουν ποια εκδοχή τους αγαπάει ο κόσμος, τη βαλσαμώνουν. Τη φορούν τριάντα χρόνια. Πεθαίνουν μέσα της και δεν το παίρνει κανείς είδηση.
Ίσως γι’ αυτό, όταν πέθανε ο Μαζωνάκης, άρχισε να λέγεται τόσο εύκολα ότι «τον αγαπούσαν όλοι». Το πιστεύω. Και, φυσικά, δεν το πιστεύω καθόλου. Πιστεύω τη συγκίνηση. Πιστεύω τους ανθρώπους που άκουγαν ένα τραγούδι του το 1996 μέσα σε ένα αυτοκίνητο και τώρα, ακούγοντάς το πάλι, βλέπουν στο τζάμι το πρόσωπο που είχαν τότε. Πιστεύω εκείνον που ερωτεύτηκε με ένα τραγούδι του, εκείνη που χώρισε, τον πιτσιρικά που τον είδε στην πίστα και σκέφτηκε πως ίσως υπάρχει κι άλλος τρόπος να είσαι άντρας. Πιστεύω την εξοικείωση των τριάντα χρόνων. Είναι μεγάλο πράγμα να υπάρχει ένα πρόσωπο μέσα στη δημόσια ζωή σου επί δεκαετίες. Σχεδόν συγγενεύεις.
Αλλά άλλο θαυμασμός. Άλλο λατρεία. Άλλο αποδοχή. Κι άλλο αγάπη. Ο θάνατος, δυστυχώς, τα κάνει ένα ωραίο πακέτο δώρου. Ο νεκρός σταρ είναι πολύ βολικός. Δεν πρόκειται να μας χαλάσει ξανά την εικόνα. Δεν θα βγει αύριο με ένα γελοίο σακάκι, δεν θα πει μια βλακεία σε συνέντευξη, δεν θα παχύνει, δεν θα αδυνατίσει, δεν θα μαλώσει με την αδελφή του, δεν θα εξαφανιστεί τρεις μήνες, δεν θα κάνει κάτι που θα μας αναγκάσει να αναθεωρήσουμε την τρυφερότητά μας. Το έργο έκλεισε. Μπορούμε επιτέλους να κάνουμε μοντάζ. Η μεταθανάτια λατρεία έχει αυτό το τεράστιο πλεονέκτημα: ο άλλος δεν μπορεί πια να διαφωνήσει.
Η αγάπη είναι χειρότερο σπορ. Πρέπει να αντέξει τον ζωντανό. Και ο ζωντανός Μαζωνάκης των τελευταίων χρόνων δεν ήταν εύκολος να χωρέσει στην παλιά κορνίζα του αγαπημένου λαϊκού σταρ. Η σύγκρουση με την οικογένειά του είχε αρχίσει πριν από τον ακούσιο εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο. Μετά έγινε δημόσιο δράμα όπως γίνονται όλα στην Ελλάδα όταν υπάρχει διάσημος, οικογένεια, δικηγόρος και κάμερα. Ο ίδιος μίλησε για τρόμο και προδοσία. Η οικογένειά του επέμενε ότι προείχαν η ζωή, η υγεία, η ασφάλειά του. Και αμέσως έπρεπε να διαλέξουμε στρατόπεδο. Μας αρέσει αυτό. Μας ανακουφίζει. Ή τον πρόδωσαν ή τον έσωσαν.
Δεν ξέρω γιατί πρέπει να αποκλείεται το χειρότερο και ανθρώπινο ενδεχόμενο: να πίστευαν ότι τον σώζουν και εκείνος να το έζησε ως προδοσία. Να ήταν και τα δύο αληθινά. Οι πραγματικές οικογένειες είναι γεμάτες τέτοιες βρομοδουλειές. Αγαπούν, πληγώνουν, προστατεύουν, στραγγαλίζουν, θυσιάζονται, εκδικούνται συχνά μέσα στην ίδια εβδομάδα. Ευτυχώς η ζωή δεν γράφεται από σεναριογράφους του Netflix, αλλιώς θα ξέραμε από το τρίτο επεισόδιο ποιος είναι ο κακός.
Ξέρω από τη δική μου ζωή τι μπορούν να σημαίνουν η χρήση, ο εγκλεισμός και η μοναχικότητα. Το γράφω και αμέσως θέλω λίγο να το πάρω πίσω, επειδή στην εποχή της δημόσιας εξομολόγησης κάθε προσωπικό τραύμα εμφανίζεται στο τραπέζι σαν διαπιστευτήριο ειδικού. Δεν είναι. Το ότι πέρασες κάτι δεν σημαίνει ότι ξέρεις τι πέρασε ο άλλος. Μερικές φορές σημαίνει το ακριβώς αντίθετο: ότι ξέρεις πόσο λίγο μπορείς να ξέρεις.
Γι’ αυτό και δυσπιστώ όταν βλέπω ανθρώπους να εξηγούν με αξιοθαύμαστη βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβαινε στο μυαλό του Μαζωνάκη. Εγώ δεν ξέρω. Δεν ήμουν εκεί. Δεν ξέρω τι έπαιρνε, πόσο έπαιρνε, γιατί έπαιρνε, αν έπαιρνε. Δεν ξέρω τι φοβόταν όταν έκλεινε η πόρτα. Ξέρω όμως κάτι γενικότερο και δυσάρεστο: μερικές φορές αυτό που σε σκοτώνει είναι το ίδιο πράγμα που κάποτε σε έσωσε.
Η ουσία μπορεί να γίνει τέτοιο πράγμα. Δεν μιλάω ειδικά γι’ αυτόν. Μιλάω για έναν μηχανισμό παλιό όσο ο άνθρωπος: βρίσκεις κάτι που σου κατεβάζει για λίγο την ένταση του κόσμου. Δουλεύει. Μετά το ξαναχρειάζεσαι. Κάποια στιγμή εκείνο που ήταν καταφύγιο ζητάει το σπίτι. Το ίδιο, με διαφορετικό τρόπο, μπορεί να κάνει και η διασημότητα.
Ο Μαζωνάκης έμπαινε σ’ ένα δωμάτιο και το δωμάτιο ήξερε ποιος μπήκε. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό. Μπαίνεις στην πίστα και γυρίζουν εκατοντάδες μάτια. Βγαίνεις στον δρόμο και ξέρουν το πρόσωπό σου. Χιλιάδες άνθρωποι ξέρουν τα τραγούδια, τις κινήσεις, τα ρούχα σου, ποιος ήσουν το ’95 και πώς έκοψες τα μαλλιά σου το 2004. Ο κόσμος επί τριάντα χρόνια σού επιστρέφει ένα τεράστιο μήνυμα: σε βλέπουμε.
Κι αυτό είναι πραγματικό. Δεν θέλω να κάνω τη γνωστή εξυπνάδα ότι η διασημότητα είναι «ψεύτικη αγάπη». Δεν είναι τόσο απλό. Το χειροκρότημα είναι αληθινό την ώρα που συμβαίνει. Η συγκίνηση του κόσμου είναι αληθινή. Ένα τραγούδι μπορεί πράγματι να ενώσει χίλιους αγνώστους σ’ ένα δωμάτιο. Τι άλλο θέλετε, πιστοποιητικό από τον Θεό;
Αλλά το «σε βλέπω» δεν σημαίνει πάντοτε «σε αγαπώ». Και ούτε το «σε αγαπώ» σημαίνει αναγκαστικά ότι, όταν κλείσουν τα φώτα, εσύ αντέχεις εκείνον που μένει μόνος στο δωμάτιο. Εκεί σκέφτομαι τις δύο πανοπλίες. Τη διασημότητα. Και αν, όταν, όσο υπήρχε τις ουσίες.
Δεν ισχυρίζομαι ότι έτσι ήταν ο Μαζωνάκης. Θα ήταν αισχρό να κάνω ψυχογράφημα πάνω σ’ έναν νεκρό επειδή διάβασα συνεντεύξεις του και ξέρω πέντε πράγματα από τη ζωή. Αλλά γνωρίζω τον τρόμο που υπάρχει όταν αφαιρούνται απότομα από έναν άνθρωπο οι τρόποι με τους οποίους έχει μάθει να μουδιάζει. Ακόμη κι αν αυτοί οι τρόποι τον καταστρέφουν. Και το πράγμα γίνεται χειρότερο όταν εκείνος που τραβάει το αναισθητικό από το χέρι σου είναι ο άνθρωπος στον οποίο νόμιζες ότι, αν πάνε όλα στραβά, θα μπορούσες να γυρίσεις.
Η οικογένεια είναι περίεργο ζώο. Μπορεί να είναι η πρώτη σου πληγή και το τελευταίο μέρος όπου πιστεύεις ότι υπάρχει ακόμη το παλιό σου όνομα. Γιατί αυτοί σε είδαν πριν από την περσόνα. Πριν από τα λεφτά. Πριν από τα εξώφυλλα. Πριν από τους ανθρώπους που γελούν υπερβολικά δυνατά όταν λες κάτι επειδή είσαι διάσημος. Πριν από τη φρουρά, τον μάνατζερ, τα λουλούδια, τα φώτα. Ξέρουν εκείνο το παιδί. Ή, τουλάχιστον, έτσι θέλουμε να πιστεύουμε.
Γι’ αυτό και όταν σπάει αυτός ο δεσμός, δεν χάνεις μόνο κάποιους ανθρώπους. Κινδυνεύεις να χάσεις τους τελευταίους μάρτυρες ότι υπήρξες προτού γίνεις εικόνα. Δεν ξέρω αν έτσι το έζησε. Ξέρω ότι μετά τον εγκλεισμό έβλεπα έναν άνθρωπο πικραμένο. Όχι τρελό. Όχι «χαμένο». Όχι όσα φτηνά επίθετα βάζουμε στους άλλους για να νιώσουμε ασφαλείς. Πικραμένο.
Το έλεγε κι ο ίδιος. Στην τελευταία μεγάλη συνέντευξή του μιλούσε για όσα συνέβησαν σαν για κακό όνειρο. Και ξαναγύριζε στη σκηνή, στη δουλειά, στην πίστη σ’ εκείνα που έλεγε ότι τον έσωσαν. Κι έκανε κάτι πολύ μικρό, που γι’ αυτό ίσως είναι πιο σημαντικό. Άλλαξε μια λέξη. Στο «Ανήκω σε μένα» δεν ήθελε πια να λέει «μοναξιά». Έλεγε «μοναχικότητα». Ο Πάνος Φαλάρας, που είχε γράψει τον στίχο δεκαετίες πριν, είπε μετά τον θάνατό του ότι δεν τον πείραζε η αλλαγή. Καταλάβαινε τι ήθελε να πει ο Μαζωνάκης: τώρα η λέξη σήμαινε επιλογή.
Μια λέξη. Κι όμως αυτή η λέξη με απασχολεί περισσότερο από ολόκληρες διατριβές περί περσόνας, queer subversion και λαϊκής αρρενωπότητας. Γιατί μοναξιά και μοναχικότητα δεν είναι το ίδιο. Η μοναξιά κοιτάζει προς την πόρτα. Η μοναχικότητα μπορεί να την κλειδώνει. Μπορεί να είναι ελευθερία. Μπορεί να είναι δωμάτιο. Μπορεί να είναι το καταφύγιο που επιτέλους κατάφερες να φτιάξεις, αφού σε κούρασαν όλοι. Μπορεί, βέβαια, να είναι και μπουντρούμι με ωραία θέα. Ή πανοπλία. Ποιος ξέρει;
Μετά από έναν δημόσιο θάνατο, πάντως, ο κόσμος βιάζεται τρομερά να μάθει. Δεν αντέχεται το άμορφο. Ένας άνθρωπος που πέθανε αφήνοντας πίσω του αντιφάσεις, θυμούς, τραγούδια, δικαστήρια, αδέλφια, σώματα, λάθη, λεφτά, μοναξιές και εκατομμύρια ανθρώπους που νομίζουν ότι τον γνώριζαν είναι κάπως δύσχρηστος. Θέλει δουλειά. Ενώ ένα νόημα είναι θαυμάσιο πράγμα. Μαζεύει τα ασυμμάζευτα, βάζει μια κορδέλα γύρω από το χάος και μπορείς να φύγεις από την κηδεία σχετικά ήσυχος.
Και αυτή τη φορά βρέθηκε ένα νόημα σχεδόν ύποπτα τέλειο. Ανήκω σε μένα. Τι ωραία. Το τραγούδι έγινε επιτύμβιο, το επιτύμβιο έγινε βιογραφία και η βιογραφία έκλεισε σαν καλοφτιαγμένο κουτί. Ο άνθρωπος που δεν χώρεσε εύκολα πουθενά, επιτέλους χώρεσε σε τέσσερις λέξεις. Κι έτσι πήγαμε σπίτι μας.
Μόνο που, συγγνώμη κιόλας, τι σημαίνει στ’ αλήθεια ανήκω σε μένα; Αγάπησε τον εαυτό του; Τον γνώρισε; Μπόρεσε ποτέ να καθίσει ήσυχα μαζί του, χωρίς τα φώτα, χωρίς το χειροκρότημα, χωρίς τις πανοπλίες που όλοι λίγο-πολύ κατασκευάζουμε για να βγάλουμε τη μέρα; Τι γινόταν όταν έκλεινε η πόρτα;
Και τι σημαίνει «επιλέγω τη μοναχικότητά μου» όταν προηγουμένως έχω πληγωθεί από τους ανθρώπους; Πότε κάτι είναι όντως επιλογή και πότε γίνεται, πολύ ανθρώπινα, το παραμύθι που λες στον εαυτό σου για μια κατάσταση που δεν μπορείς πια να αλλάξεις; Όλοι το κάνουμε αυτό, άλλωστε. Έχουμε ένα θαυμαστό ταλέντο να ονομάζουμε επιλογή ό,τι δεν κατορθώσαμε να αποφύγουμε. «Δεν τον ήθελα». «Δεν με ενδιέφεραν ποτέ τα λεφτά». «Προτιμώ να είμαι μόνος». «Δεν είμαι άνθρωπος της οικογένειας». Και μπορεί να είναι απολύτως αλήθεια. Μπορεί και να έγινε αλήθεια στην πορεία, επειδή κάπως πρέπει να συνεχίσεις. Η ψυχή είναι δαιμόνιο λογιστήριο: ό,τι δεν μπορεί να εισπράξει, κάποια στιγμή το περνάει στις ζημιές και γράφει από πάνω «ελευθερία».
Δεν το λέω περιφρονητικά. Ίσα ίσα. Έτσι επιβιώνουμε. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς η λέξη «μοναχικότητα» δεν μου λύνει το μυστήριο. Το μεγαλώνει. Γιατί μπορεί πράγματι να ήταν η ελευθερία του. Μπορεί όμως να ήταν η αξιοπρεπής ονομασία μιας πληγής. Και, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν λίγο κι από τα δύο. Όπως τα περισσότερα σοβαρά πράγματα στη ζωή.
Κι υπάρχει κάτι ακόμη που με χαλάει στην αυτοκρατορική βεβαιότητα της φράσης. Κανείς άνθρωπος δεν ανήκει ποτέ ολόκληρος στον εαυτό του. Τι θα πει, δηλαδή, «μου ανήκω»; Σαν διαμέρισμα; Σαν σκύλος; Σαν δυάρι με καθαρούς τίτλους και χωρίς βάρη στην υποθήκη;
Προτού καν προλάβουμε να πούμε «εγώ», έχουν ήδη γράψει επάνω μας διάφοροι. Η οικογένεια με το χοντρό της μολύβι. Η τάξη. Το φύλο. Η εποχή. Τα λεφτά που είχαμε ή δεν είχαμε. Ο φόβος. Το σώμα, αυτός ο παλιός δικτάτορας που μια μέρα αποφασίζει να σε προδώσει χωρίς να ζητήσει άδεια. Η επιθυμία, ακόμη χειρότερη διότι εμφανίζεται εκεί που δεν την κάλεσες και θέλει συνήθως κάτι εντελώς ακατάλληλο. Οι άλλοι, με τα μάτια τους. Η αγορά, με τις τιμές της. Η μάνα, ο πατέρας, ο Θεός, το χωριό, η τηλεόραση, οι πρώτοι άνθρωποι που σε είπαν ωραίο ή άσχημο, αρσενικό ή θηλυπρεπή, έξυπνο ή χαζό, άξιο ή αποτυχημένο.
Είμαστε κάτι παλιά οικόπεδα με δέκα καταπατητές και ασαφείς τίτλους. Και κάπου μέσα σε όλα αυτά προσπαθείς να βρεις το δικό σου κομμάτι. Γι’ αυτό ίσως η αυτοκυριότητα δεν είναι κατάσταση. Δεν ξυπνάς ένα πρωί στα σαράντα ή στα πενήντα, φτιάχνεις καφέ και λες: ωραία, λύθηκε, ανήκω πλέον εξ ολοκλήρου σε μένα. Είναι αγώνας.
Και μάλιστα αγώνας που δεν τελειώνει. Λίγο καθαρίζεις το χωράφι, λίγο ξαναφυτρώνουν μέσα του οι φωνές των άλλων. Κάτι νομίζεις ότι ξεπέρασες και ξαφνικά, στα εξήντα, ακούς τη μάνα σου να μιλάει από το ίδιο σου το στόμα. Νομίζεις ότι απελευθερώθηκες από μια ντροπή και τη βρίσκεις, δέκα χρόνια αργότερα, να κάθεται φρόνιμα σ’ ένα άλλο δωμάτιο. Η αυτοκυριότητα, αν υπάρχει, είναι μια διαρκής έξωση. Και κανείς δεν αδειάζει ποτέ εντελώς το σπίτι.
Οπότε ίσως το «Ανήκω σε μένα» να είναι ακριβώς από εκείνες τις φράσεις που τις χρειάζεσαι περισσότερο όταν δεν είναι καθόλου αυτονόητες. Δεν διακηρύσσεις συνήθως ότι αναπνέεις. Αναπνέεις. Φωνάζεις όμως «ανήκω σε μένα» όταν κάτι ή κάποιος, ή ολόκληρη η ζωή σου σε έχει κάνει να αμφιβάλλεις γι’ αυτό. Και τότε η φράση αλλάζει. Δεν είναι θρίαμβος. Μπορεί να είναι ξόρκι. Μπορεί να είναι παράκληση. Μπορεί να είναι εκείνο που λες δυνατά για να μπορέσεις, έστω για λίγο, να το πιστέψεις.
Και κάπου εδώ αρχίζει να με ενοχλεί η θριαμβευτική χρήση του «Ανήκω σε μένα» ως εθνικού μεταθανάτιου τίτλου της ζωής του. Ωραίο τραγούδι. Ωραία φράση. Από εκείνες που θέλεις να τις γράψεις στον καθρέφτη σου μετά από έναν κακό χωρισμό. Ανήκω σε μένα. Ωραία. Και;
Η αυτοκυριότητα δεν είναι αυτοαγάπη. Αυτό το έμαθα με τον δύσκολο τρόπο. Το ότι λες «δεν θα αποφασίσει κανείς για μένα» δεν σημαίνει ότι ξέρεις να φροντίσεις αυτόν για τον οποίο δίνεις τέτοια μάχη. Μπορεί να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου από ολόκληρο τον κόσμο και, μόλις μείνετε μόνοι οι δυο σας, να τον κάνεις μαύρο στο ξύλο. Μπορείς να είσαι ανεξάρτητος και εντελώς ανυπεράσπιστος απέναντι στον εαυτό σου. Μπορείς να έχεις κερδίσει την ελευθερία σου και να μην ξέρεις τι διάολο να την κάνεις.
Δεν λέω ότι αυτό συνέβαινε στον Μαζωνάκη. Δεν ξέρω. Λέω ότι ξέρω τη διαφορά. Και γι’ αυτό μερικά από τα κείμενα που γράφτηκαν μετά τον θάνατό του με κάνουν να μετακινούμαι λίγο άβολα στην καρέκλα. Τον κάνουμε σύμβολο ελευθερίας. Queer icon. Λαϊκό αντιήρωα. Τον παράξενο που νίκησε την κανονικότητα. Τον άντρα που δεν φοβήθηκε τα ρούχα του. Τον άνθρωπο που ανήκε στον εαυτό του.
Δεν είναι ψέματα όλα αυτά. Αλίμονο. Αλλά κάθε ωραία ερμηνεία κρύβει και μια μικρή βία: ισιώνει έναν άνθρωπο για να χωρέσει σε μια πρόταση. Και φοβάμαι μήπως του φοράμε τώρα την τελευταία του πανοπλία. Τη δική μας.
Η αγάπη, αν με ρωτάτε, δεν χρειάζεται να μετατρέψει τον άλλον σε σύμβολο για να τον κρατήσει. Ούτε σε ήρωα. Ούτε σε θύμα. Ούτε σε queer άγιο, ούτε σε βασανισμένο λαϊκό πρίγκιπα. Μερικές φορές είναι πιο αξιοπρεπές να πεις: δεν ξέρω.
Δεν ξέρω αν ο Γιώργος Μαζωνάκης αγαπούσε τον εαυτό του. Δεν ξέρω αν η μοναχικότητά του ήταν ελευθερία ή άμυνα. Ή ελευθερία που με τα χρόνια έγινε άμυνα. Ή το αντίστροφο. Δεν ξέρω αν η οικογένειά του τον έσωζε ή τον πλήγωνε εκείνες τις μέρες. Υποψιάζομαι μόνο επειδή έτσι γίνεται συνήθως στις οικογένειες ότι μπορεί να έκανε και τα δύο.
Ξέρω ότι επί τριάντα χρόνια τον παρατηρούσα χωρίς να είμαι θαυμαστής του. Επειδή αναγνώριζα υλικά. Και όσο μεγάλωνα, αναγνώριζα περισσότερα. Το σώμα που δεν χωράει ακριβώς στην εικόνα που του δόθηκε. Την ανάγκη να εκτεθείς και μετά να κρυφτείς. Την περσόνα που κάποτε σε προστατεύει και κάποτε πρέπει να την κουβαλήσεις σαν βαρύ παλτό τον Αύγουστο. Τη διαφορά ανάμεσα στο να σε κοιτάζουν και στο να σε βλέπουν. Τη φοβερή πλάνη ότι, επειδή έδιωξες όλους όσοι αποφάσιζαν για σένα, έμαθες αυτομάτως να ζεις.
Αυτό ίσως είναι που με συγκινεί περισσότερο στον Μαζωνάκη. Όχι ότι «ανήκε στον εαυτό του». Αυτά είναι για μπλουζάκια. Αλλά ότι έζησε μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας, μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων, να καταλάβει τι μπορεί να σημαίνει αυτή η φράση.
Και τώρα, που πέθανε και έγινε επιτέλους εύκολο να τον αγαπήσουμε όμορφο, ακίνητο, ακίνδυνο και διαθέσιμο για κάθε ερμηνεία θα ήθελα να του αφήσουμε κάτι. Ένα μικρό κομμάτι σκοτάδι. Κάτι που να μην το φωτίσουμε με τους προβολείς μας. Κάτι που να μην το βαφτίσουμε ελευθερία, τραύμα, queer, λαϊκότητα, εξάρτηση, οικογένεια, αυτοκαταστροφή ή σωτηρία. Κάτι που να μείνει δικό του.
Γιατί ίσως το τελευταίο νόημα του «ανήκω σε μένα» να μην είναι ότι κατάφερες επιτέλους να εξηγήσεις ποιος είσαι.
Αλλά ότι κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να το κάνει για σένα.















