West End Girls (1984)
Το τραγούδι που σύστησε τους Pet Shop Boys στον κόσμο, εκτός τεράστια επιτυχία ήταν κι ένα νέο λεξιλόγιο για την ποπ μουσική της δεκαετίας του ’80. Το West End Girls συνδύαζε στοιχεία από το hip hop, τη synth-pop και τη dance σκηνή της Νέας Υόρκης με μια λογοτεχνική ευαισθησία που παρέπεμπε στον Τ.Σ. Έλιοτ, δημιουργώντας ένα αστικό πορτρέτο του Λονδίνου γεμάτο αντιθέσεις. Στους στίχους του, οι «West End girls» και οι «East End boys» κινούνται ανάμεσα στην επιθυμία, τη φιλοδοξία, τις ταξικές διαφορές και την αποξένωση, σε μια πόλη που αλλάζει ραγδαία. Ο Neil Tennant δεν γράφει ένα κοινωνικό μανιφέστο αλλά μια σειρά από κινηματογραφικές εικόνες. Οι στίχοι μοιάζουν με στιγμιότυπα που περνούν έξω από το παράθυρο ενός λεωφορείου: νυχτερινές γνωριμίες, υπαινιγμοί για σεξ και ναρκωτικά, αναφορές στον Λένιν, ερωτήματα χωρίς σαφείς απαντήσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι που δεν εξηγεί ποτέ πλήρως τον εαυτό του, αφήνοντας τον ακροατή να συμπληρώσει τα κενά.
Η πρώτη εκδοχή του τραγουδιού, που ηχογραφήθηκε με τον παραγωγό Bobby Orlando το 1984, απέτυχε εμπορικά στη Βρετανία. Αυτή η αποτυχία αποδείχθηκε ευεργετική. Όταν οι Pet Shop Boys συνεργάστηκαν με τον Stephen Hague για μια νέα ηχογράφηση, το κομμάτι απέκτησε τη χαρακτηριστική του ψυχρότητα: πιο αργό, πιο ατμοσφαιρικό, με βαθιά synths, υποβλητικά φωνητικά και μια ερμηνεία σχεδόν αφηγηματική από τον Tennant. Το 1986 το West End Girls έφτασε στο Νο. 1 τόσο στη Βρετανία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα σπάνιο κατόρθωμα για βρετανικό synth-pop συγκρότημα. Το West End Girls λειτούργησε ως διακήρυξη ταυτότητας. Οι Pet Shop Boys έδειξαν ότι η ποπ μπορούσε να είναι ταυτόχρονα χορευτική και διανοητική, εμπορική αλλά και γεμάτη αμφισημίες. Σαράντα χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να ακούγεται σύγχρονο, παραμένοντας ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της δεκαετίας του ’80.
Pet Shop Boys – West End Girls
Nothing Has Been Proved (1989)
Γραμμένο από τους Pet Shop Boys για την ταινία Scandal, το τραγούδι αναφέρεται στην περίφημη Profumo affair, το πολιτικό και σεξουαλικό σκάνδαλο που συγκλόνισε τη Βρετανία στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Αντί να αφηγείται τα γεγονότα με ευθύ τρόπο, το τραγούδι υιοθετεί μια ειρωνική στάση απέναντι στον τρόπο με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης, η πολιτική εξουσία και η κοινή γνώμη διαχειρίζονται το σκάνδαλο. Ο χαρακτηριστικός στίχος «nothing has been proved» επαναλαμβάνεται σχεδόν σαν επίσημη κυβερνητική ανακοίνωση, υποδηλώνοντας πως η απουσία αποδείξεων δεν σημαίνει και απουσία ενοχής. Η ειρωνεία αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της αισθητικής των Pet Shop Boys, οι οποίοι συχνά προτιμούσαν την υπαινικτικότητα από την ευθεία καταγγελία. Η φωνή της Dusty Springfield δίνει στο τραγούδι μια μοναδική δραματικότητα, μοιάζει περισσότερο με αφηγήτρια που παρακολουθεί μια κοινωνία να προσποιείται ότι τίποτα δεν συνέβη. Η ώριμη, βελούδινη ερμηνεία της ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στη μελαγχολία και στη θεατρικότητα, αποδεικνύοντας γιατί θεωρείται μία από τις σημαντικότερες βρετανικές φωνές της ποπ. Η παραγωγή είναι εξίσου υποδειγματική. Ο Neil Tennant και ο Chris Lowe συνδυάζουν συμφωνικά έγχορδα, ηλεκτρονικά beats και διακριτικές house επιρροές, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που θυμίζει κινηματογραφικό soundtrack. Παρά τον χορευτικό παλμό του, το τραγούδι διατηρεί μια αίσθηση ψυχρής απόστασης, σαν να παρακολουθεί τα γεγονότα μέσα από τον φακό μιας εφημερίδας ή μιας παλιάς ασπρόμαυρης ταινίας. Για τους Pet Shop Boys παραμένει ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα δείγματα της ικανότητάς τους να μετατρέπουν την πολιτική ιστορία, την ειρωνεία και την υψηλή αισθητική σε ένα απολύτως συναρπαστικό ποπ τραγούδι.
Dusty Springfield – Nothing Has Been Proved
Being Boring (1990)
Για πολλούς, το Being Boring αποτελεί το αριστούργημα των Pet Shop Boys. Είναι ένα τραγούδι για τη νεότητα, τη φιλία, την απώλεια και τον χρόνο που περνά, αλλά και μια από τις πιο συγκινητικές καλλιτεχνικές αποτυπώσεις της επιδημίας του AIDS. Χωρίς να κατονομάζει ποτέ την ασθένεια, μετατρέπει μια βαθιά προσωπική εμπειρία σε μια οικουμενική ιστορία για το τέλος της αθωότητας. Η αφορμή ήταν ο θάνατος του Chris Dowell, παιδικού φίλου του Neil Tennant, από επιπλοκές που σχετίζονταν με το AIDS το 1989. Οι στίχοι ξεκινούν με αναμνήσεις από τα εφηβικά χρόνια και τις πρώτες εξόδους, περνούν στη Λονδρέζικη ζωή της δεκαετίας του ’70 – όταν ο Tennant ανακάλυπτε τη σεξουαλικότητα και την ελευθερία του – και καταλήγουν σε μια ήρεμη, σχεδόν συμφιλιωμένη ανασκόπηση μιας ζωής που συνεχίζεται, ενώ κάποιοι άνθρωποι λείπουν πια οριστικά.
Η μουσική ακολουθεί την ίδια διαδρομή. Ξεκινά με μελαγχολική διάθεση, αλλά σταδιακά ανοίγει σε μια φωτεινή, σχεδόν λυτρωτική μελωδία, χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματική. Η παραγωγή είναι διακριτική, επιτρέποντας στους στίχους να αναπνεύσουν και να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη συναισθηματική δύναμη. Αν και δεν έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία όταν κυκλοφόρησε, το Being Boring απέκτησε με τα χρόνια σχεδόν μυθική υπόσταση. Ο ίδιος ο Tennant το έχει χαρακτηρίσει «τη στιγμή της απόλυτης ποπ τελειότητας» των Pet Shop Boys, ενώ έχει αποκαλύψει ότι ακόμη και ο Axl Rose είχε εκφράσει τον θαυμασμό του γι’ αυτό το τραγούδι. Είναι από εκείνα τα σπάνια κομμάτια που μεγαλώνουν μαζί με τον ακροατή: στα είκοσι μιλούν για τις δυνατότητες της ζωής, στα πενήντα για τη μνήμη και όσα χάθηκαν. Γι’ αυτό και παραμένει ένα από τα πιο συγκινητικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ για τη φθορά του χρόνου.
Pet Shop Boys – Being Boring
What Have I Done to Deserve This? (1987)
Η συνεργασία των Pet Shop Boys με τη Dusty Springfield έμοιαζε, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, με μια παράτολμη ιδέα. Η μεγάλη τραγουδίστρια της βρετανικής ποπ είχε να γνωρίσει επιτυχία σχεδόν δύο δεκαετίες και η δισκογραφική εταιρεία θεωρούσε ότι η παρουσία της θα έβλαπτε το εμπορικό προφίλ του συγκροτήματος. Ο Neil Tennant και ο Chris Lowe, όμως, επέμειναν. Ήταν θαυμαστές της από παιδιά και πίστευαν πως η χαρακτηριστική φωνή της μπορούσε να δώσει στο τραγούδι μια διάσταση που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να προσφέρει. Δικαιώθηκαν απόλυτα. Το What Have I Done to Deserve This? είναι ένα από τα ωραιότερα ντουέτα στην ιστορία της βρετανικής ποπ. Ξεκινά ως ένας εσωτερικός μονόλογος γεμάτος απογοήτευση και συναισθηματική σύγχυση, μέχρι που η Springfield εμφανίζεται στο ρεφρέν με το περίφημο «Since you went away…», μετατρέποντας το τραγούδι σε έναν συγκλονιστικό διάλογο δύο ανθρώπων που αδυνατούν να επικοινωνήσουν πραγματικά.
Η δύναμη του κομματιού βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αντίθεση. Η κομψή synth-pop παραγωγή, οι ευφορικές μελωδίες και ο χορευτικός ρυθμός έρχονται σε αντίθεση με τους στίχους, που μιλούν για την απογοήτευση μιας σχέσης που καταρρέει. Οι Pet Shop Boys ήταν ήδη δεξιοτέχνες στο να ντύνουν τη μελαγχολία με λαμπερή ποπ αισθητική, και εδώ το πετυχαίνουν ιδανικά. Η επιτυχία του τραγουδιού επανέφερε τη Dusty Springfield στο προσκήνιο και εγκαινίασε μια δεύτερη δημιουργική περίοδο στην καριέρα της. Παράλληλα, επιβεβαίωσε ότι οι Pet Shop Boys δεν αντιμετώπιζαν την ποπ ως απλή διασκέδαση αλλά ως συνέχεια μιας μουσικής παράδοσης, στην οποία οι ήρωες του παρελθόντος μπορούσαν να συνυπάρξουν με τον σύγχρονο ηλεκτρονικό ήχο. Το αποτέλεσμα παραμένει ένα από τα πιο διαχρονικά και συγκινητικά τραγούδια τους.
Pet Shop Boys – What Have I Done To Deserve This
Rent (1987)
Πίσω από την κομψή μελωδία και τη σχεδόν βελούδινη παραγωγή του Rent κρύβεται ένα από τα πιο σύνθετα τραγούδια που έγραψαν ποτέ οι Pet Shop Boys. Πρόκειται για μια ιστορία οικονομικής εξάρτησης, συναισθηματικής ανασφάλειας και αμφίβολης ισορροπίας ανάμεσα στην αγάπη και τη συναλλαγή. Ο αφηγητής παραδέχεται ότι ο σύντροφός του πληρώνει το ενοίκιό του και του προσφέρει οικονομική ασφάλεια, παρουσιάζοντας τη σχέση αυτή ως μια συνειδητή συμφωνία μεταξύ δύο ανθρώπων. Ωστόσο, η μουσική αφηγείται μια διαφορετική ιστορία. Παρά τη φαινομενική αυτοπεποίθηση των στίχων, οι ήρεμες συγχορδίες, ο υποτονικός ρυθμός και η σχεδόν ανέκφραστη ερμηνεία του Neil Tennant αποκαλύπτουν μια βαθιά μοναξιά. Δεν είναι ποτέ σαφές αν ο αφηγητής αισθάνεται πραγματικά ασφαλής ή αν προσπαθεί να πείσει πρώτα τον εαυτό του ότι αυτή η συμφωνία τον ικανοποιεί.
Όπως συχνά συμβαίνει στη δισκογραφία των Pet Shop Boys, το ενδιαφέρον βρίσκεται στις αντιφάσεις. Το Rent δεν καταδικάζει ούτε εξιδανικεύει τις σχέσεις που βασίζονται στην οικονομική εξάρτηση. Αντίθετα, αφήνει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο η αγάπη μπορεί να συνυπάρξει με την ανάγκη, την εξουσία και την κοινωνική ανισότητα. Το κομμάτι αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ωριμότητας που είχε ήδη αποκτήσει το συγκρότημα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80. Εκεί όπου άλλοι θα έγραφαν μια απλή ερωτική μπαλάντα, οι Pet Shop Boys δημιούργησαν ένα τραγούδι που μιλά για την οικονομία των συναισθημάτων, χωρίς να χάνει ποτέ την ποπ του χάρη. Είναι ένα από τα πιο διακριτικά αλλά και πιο διεισδυτικά τραγούδια του καταλόγου τους, αποδεικνύοντας ότι οι πιο ήσυχες συνθέσεις τους είναι συχνά και οι πιο σκληρές.
Pet Shop Boys – Rent
Left to My Own Devices (1988)
Το Left to My Own Devices είναι ίσως η πιο φιλόδοξη σύνθεση που ηχογράφησαν ποτέ οι Pet Shop Boys. Με διάρκεια σχεδόν οκτώ λεπτών στην αρχική της μορφή, το τραγούδι μοιάζει να συνδυάζει συμφωνική μουσική, house, disco και βρετανική ποπ σε ένα ενιαίο έργο, επιβεβαιώνοντας ότι το συγκρότημα δεν αντιλαμβανόταν ποτέ την ηλεκτρονική μουσική ως περιορισμό αλλά ως πεδίο ατελείωτων δυνατοτήτων. Την παραγωγή ανέλαβε ο Trevor Horn, ο οποίος έδωσε στο κομμάτι τον μεγαλοπρεπή, σχεδόν κινηματογραφικό του χαρακτήρα.
Οι στίχοι περιγράφουν μια φαινομενικά συνηθισμένη ημέρα ενός ανθρώπου που απολαμβάνει τη μοναξιά του. Ο αφηγητής ξυπνά, ακούει μουσική, σκέφτεται διακοπές, ονειρεύεται άλλες ζωές και αφήνει τη φαντασία του να περιπλανηθεί. Πίσω από αυτή την καθημερινότητα, όμως, κρύβεται ένας ύμνος στην εσωτερική ζωή και στη δημιουργική απομόνωση. Ο Neil Tennant άντλησε στοιχεία από τις δικές του εμπειρίες – τις παιδικές ώρες μοναχικού παιχνιδιού, τις συζητήσεις με φίλους, ακόμη και ταξιδιωτικά φυλλάδια που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι του όταν έγραφε τους στίχους. Η περίφημη φράση «Che Guevara and Debussy to a disco beat» συμπυκνώνει ιδανικά τη φιλοσοφία των Pet Shop Boys: η υψηλή κουλτούρα, η πολιτική μυθολογία και η ντισκοτέκ δεν αποτελούν αντίθετους κόσμους αλλά μπορούν να συνυπάρξουν μέσα στην ίδια ποπ σύνθεση. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι που ακούγεται ταυτόχρονα μεγαλειώδες και ανθρώπινο, θεατρικό αλλά και βαθιά προσωπικό. Παρότι δεν συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες τους, το Left to My Own Devices θεωρείται από πολλούς η κορυφαία στιγμή της δημιουργικής τους ωριμότητας. Είναι ένα τραγούδι που μιλά για τη μοναξιά χωρίς να γίνεται θλιβερό, για την καθημερινότητα χωρίς να γίνεται πεζό και για τη φαντασία χωρίς να χάνει ποτέ την επαφή του με την πραγματικότητα.
Pet Shop Boys – Left To My Own Devices
It’s a Sin (1987)
Μια προσωπική εξομολόγηση μέσα από ένα τραγούδι θεαματικής ποπ υπερβολής που παίζουν σε κάθε live περιοδεία τους από την αρχή της καριέρας τους μέχρι σήμερα. Το It’s a Sin γεννήθηκε από τις αναμνήσεις του Neil Tennant από τα καθολικά σχολεία όπου φοίτησε, έναν κόσμο αυστηρής πειθαρχίας και διαρκούς ενοχής, όπου ακόμη και οι πιο φυσικές ανθρώπινες επιθυμίες αντιμετωπίζονταν ως αμαρτία. Αντί όμως να γράψει μια πικρή αυτοβιογραφική αφήγηση, επέλεξε να μετατρέψει αυτό το βίωμα σε ένα εκρηκτικό ποπ δράμα -το βίντεο για το κομμάτι σκηνοθέτησε ο Derek Jarman.
Η παραγωγή είναι επιδεικτικά μεγαλοπρεπής. Εκκλησιαστικές χορωδίες, καταιγιστικά synthesizers, δραματικά κρουστά και θεατρικές κορυφώσεις δημιουργούν την αίσθηση μιας αποκαλυπτικής λειτουργίας. Η μουσική δεν παρουσιάζει την αμαρτία ως κάτι σκοτεινό, αλλά ως μια εμπειρία σχεδόν απελευθερωτική. Η υπερβολή γίνεται ειρωνεία και ταυτόχρονα πράξη αντίστασης απέναντι στην ενοχή που επέβαλλε η θρησκευτική ανατροφή. Η κυκλοφορία του συνέπεσε με μια περίοδο έντονου συντηρητισμού στη Βρετανία, όταν η ομοφυλοφιλία βρισκόταν στο επίκεντρο ενός ηθικού πανικού εξαιτίας της επιδημίας του AIDS. Χωρίς να αναφέρεται ευθέως σε αυτό το κλίμα, το τραγούδι απέκτησε μια ιδιαίτερη πολιτική διάσταση και εξελίχθηκε σε σύμβολο μιας γενιάς που αρνιόταν να αποδεχθεί την ενοχή ως τρόπο ζωής. Το It’s a Sin έγινε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των Pet Shop Boys, φτάνοντας στην κορυφή των βρετανικών charts και καθιερώνοντας οριστικά το συγκρότημα ως μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις της σύγχρονης ποπ. Χρόνια αργότερα, ο Russell T Davies επέλεξε τον τίτλο του για τη δραματική σειρά It’s a Sin, επιβεβαιώνοντας πως το τραγούδι είχε πλέον ξεπεράσει τα όρια της ποπ και είχε αποκτήσει ιστορική σημασία.
Pet Shop Boys – It’s A Sin
Jealousy (1990)
Παρότι κυκλοφόρησε ως single το 1991, το Jealousy ήταν το πρώτο τραγούδι που έγραψαν μαζί ο Neil Tennant και ο Chris Lowe, λίγο μετά τη γνωριμία τους στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Είναι εντυπωσιακό ότι ήδη από την πρώτη τους συνεργασία διακρίνονται όλα εκείνα τα στοιχεία που θα χαρακτήριζαν αργότερα το έργο τους: η μελωδική κομψότητα, η συναισθηματική εγκράτεια και η ικανότητα να μετατρέπουν ένα προσωπικό συναίσθημα σε διαχρονική ποπ αφήγηση. Η αφορμή για τους στίχους ήταν η ζήλια ενός φίλου του Tennant απέναντι στη νέα του σχέση με τον Lowe. Ωστόσο, το τραγούδι δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη ιστορία. Οι στίχοι μπορούν εύκολα να διαβαστούν και ως η εξομολόγηση ενός ανθρώπου που φοβάται ότι χάνει τον σύντροφό του, καθώς οι ερωτήσεις «πού ήσουν;», «ποιον είδες;» ή «γιατί δεν τηλεφώνησες;» είναι γνώριμες σε κάθε σχέση που δοκιμάζεται από την ανασφάλεια. Μουσικά, το Jealousy ξεχωρίζει για τον λυρισμό του. Η μελωδία αντλεί έμπνευση από τη γαλλική chanson και τη συμφωνική μουσική, ενώ η ενορχήστρωση αποκτά σχεδόν κινηματογραφική διάσταση χάρη στα έγχορδα. Οι Pet Shop Boys ονειρεύονταν αρχικά μια συνεργασία με τον Ennio Morricone, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, όμως ακόμη και χωρίς αυτόν η σύνθεση διατηρεί μια αίσθηση μεγάλου ευρωπαϊκού μελοδράματος. Είναι ίσως η πιο καθαρή μπαλάντα που έχουν γράψει. Χωρίς ειρωνεία, χωρίς απόσταση και χωρίς τις συνήθεις αφηγηματικές μάσκες τους, το Jealousy μιλά για ένα συναίσθημα που όλοι γνωρίζουν αλλά ελάχιστοι παραδέχονται τόσο ανοιχτά. Αυτή η ειλικρίνεια το έχει καταστήσει μία από τις πιο αγαπημένες δημιουργίες τους.
Pet Shop Boys – Jealousy
Love Comes Quickly (1986)
Ανάμεσα στις μεγάλες επιτυχίες των πρώτων χρόνων των Pet Shop Boys, το Love Comes Quickly συχνά επισκιάζεται από το West End Girls ή το Opportunities. Κι όμως, πρόκειται για ένα από τα πιο όμορφα και κομψά τραγούδια που έγραψαν ποτέ. Είναι η στιγμή όπου το δίδυμο αφήνει στην άκρη τον σαρκασμό και τις κοινωνικές παρατηρήσεις για να ασχοληθεί με ένα διαχρονικό θέμα: την απρόβλεπτη φύση του έρωτα.
Οι περισσότεροι ερωτικοί στίχοι υπόσχονται ότι η αγάπη θα διαρκέσει για πάντα. Ο Tennant επιλέγει την αντίθετη οπτική. Η αγάπη, λέει, έρχεται γρήγορα όταν πάψεις να την περιμένεις. Δεν είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού ή λογικής αλλά κάτι που εμφανίζεται ξαφνικά, ανατρέποντας όλες τις βεβαιότητες. Μέσα από αυτή την απλή ιδέα καταφέρνει να αποφύγει τα κλισέ και να γράψει έναν από τους πιο διακριτικούς ερωτικούς ύμνους της δεκαετίας.
Η μουσική υπηρετεί απόλυτα αυτή τη διάθεση. Τα απαλά synthesizers, ο αργός ρυθμός και η σχεδόν ψιθυριστή ερμηνεία του Tennant δημιουργούν μια ατμόσφαιρα νυχτερινής ηρεμίας, σαν μια βόλτα στους άδειους δρόμους μιας μεγαλούπολης λίγο πριν ξημερώσει. Είναι ένα τραγούδι που δεν επιδιώκει τις μεγάλες κορυφώσεις αλλά κερδίζει τον ακροατή μέσα από τη λεπτότητα και την αίσθηση διαρκούς συγκράτησης.
Το Love Comes Quickly σηματοδότησε επίσης την πρώτη πραγματική απόδειξη ότι οι Pet Shop Boys δεν ήταν απλώς οι δημιουργοί ενός μεγάλου χιτ. Δείχνοντας πως μπορούσαν να γράψουν εξίσου πειστικά προσωπικές μπαλάντες και ατμοσφαιρική synth-pop, έθεσαν τις βάσεις για μια καριέρα που θα ξεπερνούσε κατά πολύ τις μόδες της εποχής τους. Ακόμη και σήμερα, παραμένει μία από τις πιο διακριτικές αλλά και πιο γοητευτικές στιγμές της δισκογραφίας τους.
Pet Shop Boys – Love Comes Quickly
Heart (1987)
Αν το Actually θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους δίσκους των Pet Shop Boys, το Heart είναι ίσως το πιο καθαρό δείγμα της ικανότητάς τους να γράφουν ποπ τραγούδια που μοιάζουν αβίαστα αλλά κρύβουν εξαιρετική δεξιοτεχνία. Η Disco Mix εκδοχή αναδεικνύει ακόμη περισσότερο αυτή τη διάσταση, μετατρέποντας το ήδη επιτυχημένο single σε μια ακαταμάχητη χορευτική σύνθεση, σχεδιασμένη για τις πίστες αλλά χωρίς να χάνει την κομψότητά της. Σε αντίθεση με πολλά άλλα τραγούδια τους, εδώ δεν υπάρχουν περίπλοκες κοινωνικές αναφορές ούτε ειρωνικά παιχνίδια με τους στίχους. Το Heart μιλά σχεδόν αποκλειστικά για τον έρωτα, όμως ακόμη και αυτή η απλότητα περνά μέσα από το ιδιαίτερο φίλτρο των Pet Shop Boys. Η ερμηνεία του Neil Tennant παραμένει συγκρατημένη, σχεδόν ψυχρή, επιτρέποντας στη μουσική να μεταφέρει τη συναισθηματική ένταση αντί για τη φωνή. Η Disco Mix δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον ασταμάτητο παλμό του τραγουδιού. Οι επαναλήψεις, τα εκτεταμένα οργανικά περάσματα και οι λεπτομέρειες της ενορχήστρωσης αποκαλύπτουν πόσο βαθιά επηρεασμένοι ήταν οι Pet Shop Boys από τη disco και το club culture της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, διατηρούν την αυστηρή αρχιτεκτονική των συνθέσεών τους, αποφεύγοντας κάθε περιττή υπερβολή. Η μεγαλύτερη στιγμή του τραγουδιού έρχεται λίγο πριν από το τέλος, όταν ο αδιάκοπος ρυθμός σταματά για μια στιγμή, σαν να χάνει πραγματικά έναν χτύπο η καρδιά που περιγράφει ο τίτλος. Είναι μια απλή αλλά ιδιοφυής ιδέα, που μετατρέπει μια τεχνική λεπτομέρεια της παραγωγής σε αφηγηματικό στοιχείο. Το Heart έγινε το τελευταίο Νο. 1 των Pet Shop Boys στη Βρετανία και έκλεισε με ιδανικό τρόπο τη δημιουργική περίοδο που τους καθιέρωσε ως το σημαντικότερο synth-pop δίδυμο της γενιάς τους. Η Disco Mix εκδοχή υπενθυμίζει γιατί οι ίδιοι αντιμετώπιζαν πάντα τις extended εκτελέσεις όχι ως εμπορικά συμπληρώματα αλλά ως ισότιμα καλλιτεχνικά έργα, όπου ένα καλό ποπ τραγούδι μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ένα αυτόνομο club έργο, αποδεικνύοντας ότι η εμπορική επιτυχία και η καλλιτεχνική φιλοδοξία δεν ήταν ποτέ ασύμβατες έννοιες.
Pet Shop Boys – Heart
Οι Pet Shop Boys παίζουν στις 27/6 στις 21:00, πλατεία Νερού, στο Φάληρο στο Release Festival, μαζί με τους Gramatik και τους Saint Etienne. Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για τη συναυλία εδώ.















