Η έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων και θανάτου από αυτοκτονία τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, αναδεικνύοντας την επίδραση των περιβαλλοντικών παραγόντων στην υγεία των ανθρώπων.
Νέα ανάλυση, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Epidemiology & Community Health, εντόπισε ενδείξεις ότι η βραχυπρόθεσμη έκθεση σε αιωρούμενα σωματίδια μικρής διαμέτρου (PM2.5 και PM10), καθώς και η μακροχρόνια έκθεση στο διοξείδιο του αζώτου (NO2) και στα PM2.5, αυξάνουν τον κίνδυνο θανάτου από αυτοκτονία, απόπειρας αυτοκτονίας και αυτοκτονικού ιδεασμού.
Περισσότεροι από 720.000 άνθρωποι πεθαίνουν από αυτοκτονία παγκοσμίως κάθε χρόνο
Οι ερευνητές ανέλυσαν περισσότερες από 40 μελέτες που εξέταζαν διαφορετικές μορφές ατμοσφαιρικής, ηχητικής, φωτεινής και υδάτινης ρύπανσης και τη σχέση τους με τον θάνατο από αυτοκτονία, τις απόπειρες αυτοκτονίας και τις αυτοκτονικές σκέψεις.
Περισσότεροι από 720.000 άνθρωποι πεθαίνουν από αυτοκτονία παγκοσμίως κάθε χρόνο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περισσότεροι από 48.000 άνθρωποι πέθαναν το 2023 ως αποτέλεσμα εκούσιου αυτοτραυματισμού, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat.
«Παρότι δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτία για την αυτοκτονία, οι λόγοι έχουν περιγραφεί ως πολυπαραγοντικοί και περιλαμβάνουν αρκετούς ατομικούς και βιολογικούς παράγοντες, πέρα από ευρύτερους πολιτισμικούς και κοινωνικούς παράγοντες», έγραψαν οι συγγραφείς.
Τα ευρήματα αυτά συμβάλλουν στην ευρύτερη κατανόηση του ρόλου που διαδραματίζουν οι περιβαλλοντικές εκθέσεις στον κίνδυνο αυτοκτονίας, σημείωσαν οι συγγραφείς. Ωστόσο, οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι δεν έχουν ακόμη κατανοηθεί πλήρως, πρόσθεσαν.
Πώς επηρεάζει το περιβάλλον την υγεία;
Η ανάλυση αναδεικνύει πιθανούς μηχανισμούς που συνδέουν την ατμοσφαιρική ρύπανση με την αυτοκτονία. Για παράδειγμα, η ατμοσφαιρική και η υδάτινη ρύπανση έχουν συνδεθεί με νευρολογικές επιδράσεις, όπως η χρόνια φλεγμονή και η νευροτοξικότητα, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη λειτουργία του εγκεφάλου και να επηρεάσουν τη διάθεση και την ικανότητα διαχείρισης του στρες.
Η κυκλοφορία και άλλες πηγές περιβαλλοντικού θορύβου και φωτορύπανσης έχουν επίσης συνδεθεί με υψηλότερα επίπεδα στρες μέσω της διαταραχής του κιρκάδιου ρυθμού.
«Η βασική συμβολή της μελέτης δεν είναι να αποδείξει ότι η ρύπανση αποτελεί αιτιώδη παράγοντα της αυτοκτονικής συμπεριφοράς, αλλά μάλλον να μας υπενθυμίσει ότι η ψυχολογική οδύνη εκδηλώνεται πάντα μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο», δήλωσε η Susana Al-Halabí, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οβιέδο στην Ισπανία, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη.
Πρόσθεσε ότι οι ρύποι μπορούν επίσης να συμβάλλουν στη δημιουργία κοινωνικών περιβαλλόντων μεγαλύτερης ευαλωτότητας, όπως γειτονιές με χειρότερες συνθήκες διαβίωσης, χαμηλότερη περιβαλλοντική ποιότητα, περισσότερο καθημερινό στρες ή υψηλότερα επίπεδα ανισότητας.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, περαιτέρω έρευνα θα πρέπει να εξετάσει τη σωρευτική επίδραση αυτών των περιβαλλοντικών εκθέσεων, προκειμένου να γίνει καλύτερα κατανοητός ο ρόλος τους στη διαμόρφωση του κινδύνου αυτοκτονίας.
«Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν την κρίσιμη σημασία της αναγνώρισης των περιβαλλοντικών εκθέσεων ως τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου στο πλαίσιο των προσπαθειών πρόληψης της αυτοκτονίας», έγραψαν.
Με πληροφορίες από Euronews














