Η
Η Ναν Γκόλντιν έχει περάσει σχεδόν όλη τη ζωή της βάζοντας τους ανθρώπους της να συνυπάρχουν μέσα σε ακολουθίες εικόνων: φίλους, εραστές, drag queens, τρανς γυναίκες, σώματα μετά το σεξ ή την εξάρτηση, δωμάτια που κάποιος μόλις εγκατέλειψε, πρόσωπα ανθρώπων που αργότερα πέθαναν. Στις προβολές της, καμία εικόνα δεν υπάρχει πραγματικά μόνη της· η μία αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε την επόμενη.
Αυτό ακριβώς συνέβη και το βράδυ της 8ης Ιουλίου 2025 στο Ρωμαϊκό Θέατρο της Αρλ, μόνο που αυτή τη φορά στην οθόνη δεν βρίσκονταν οι φίλοι της από τη Βοστώνη ή τη Νέα Υόρκη. Βρίσκονταν άνθρωποι στη Γάζα.
Η Γκόλντιν είχε ανέβει στη σκηνή του φεστιβάλ Les Rencontres d’Arles για να παραλάβει το Kering | Women In Motion Award for Photography. Ήταν 71 ετών, αντιμετώπιζε πρόβλημα στο πόδι της και αστειεύτηκε ότι οι διοργανωτές ίσως μετάνιωναν που της έδωσαν το βραβείο. Λίγο αργότερα θα γινόταν σαφές τι εννοούσε.
Στην αρχή παρουσίασε τον κόσμο που γνωρίζουμε από το έργο της: drag queens και τρανς ανθρώπους με τους οποίους έζησε ως νέα γυναίκα, τον φωτογράφο Ντέιβιντ Άρμστρονγκ και πρόσωπα που αποτέλεσαν την κοινότητά της πολύ πριν τέτοιες ζωές αποκτήσουν τη σημερινή δημόσια ορατότητα. Όταν αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο συχνά μιλούν για την «ενσυναίσθησή» της προς τη γκέι κοινότητα, διόρθωσε ουσιαστικά τη διατύπωση. Δεν ήταν μια κοινότητα που παρατηρούσε απ’ έξω· ήταν η δική της. «Είμαι queer», είπε.
Στη συνέχεια πρόβαλε το Memory Lost, το έργο για τα χρόνια της εξάρτησής της από τα οπιοειδή. Έπειτα είπε στο κοινό ότι είχε ακόμη μία έκπληξη και ζήτησε ησυχία. Στη μεγάλη οθόνη εμφανίστηκε η λέξη «Gaza».
Αυτό που ακολούθησε δεν άρχισε με τον θάνατο αλλά με την καθημερινή ζωή. Δύο κορίτσια παίζουν σε ένα πολύχρωμο δωμάτιο, ένας μάγειρας φτιάχνει πίτσες, ένας πλανόδιος πουλάει φρούτα, παιδιά κολυμπούν σε ένα σιντριβάνι και ένας άνδρας παίζει με τρία σκυλιά στην παραλία. Η θάλασσα είναι έντονα μπλε, τα δέντρα πράσινα, οι ομπρέλες κόκκινες.
Ύστερα η εικόνα αλλάζει. Καπνός σηκώνεται πάνω από την πόλη, ακολουθούν εκρήξεις και κτίρια που καταρρέουν, άνθρωποι τρέχουν, ένα μικρό παιδί φοβάται να περάσει από έναν διάδρομο που έχει χαρακτηριστεί ασφαλής και εκτοπισμένοι κινούνται κατά μήκος της ακτής. Βλέπουμε δημοσιογράφους να θάβουν έναν συνάδελφό τους, νυχτερινές σκηνές βομβαρδισμών και παιδιά δίπλα σε καλυμμένες σορούς.
Η δύναμη της προβολής δεν βρισκόταν μόνο σε όσα έδειχνε, αλλά και στο ότι τα έδειχνε όλα μαζί, την ίδια στιγμή, μπροστά σε ένα μεγάλο κοινό. Επί σχεδόν δύο χρόνια, παρόμοιες εικόνες έφταναν καθημερινά σε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο μέσα από την πιο προσωπική οθόνη που διαθέτουν: στο κρεβάτι, στο μετρό, στην κουζίνα, αμέσως μετά το ξύπνημα. Στην Αρλ, για λίγα λεπτά, αυτή η ιδιωτική και μοναχική θέαση έγινε συλλογική.
Εκεί βρίσκεται ίσως και το στοιχείο που κάνει τη συγκεκριμένη βραδιά τόσο χαρακτηριστική για τη Ναν Γκόλντιν. Από τη δεκαετία του ’70 χρησιμοποιεί τα slideshow όχι ως σειρά αυτόνομων «καλών φωτογραφιών», αλλά ως τρόπο να κατασκευάζει μνήμη. Για την ίδια, το νόημα βρίσκεται κυρίως στο μοντάζ: ένα πρόσωπο απαντά σε ένα άλλο, ένα κρεβάτι γεμάτο σώματα λίγο αργότερα μπορεί να είναι άδειο, ένας φίλος επανέρχεται στις εικόνες μέχρι που κάποτε εξαφανίζεται και η απουσία του αποκτά τη δική της παρουσία.
Στην Αρλ χρησιμοποίησε την ίδια μέθοδο, αλλά έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Στις παλιότερες προβολές, οι θεατές έμπαιναν σε ζωές που η δημόσια εικόνα συνήθως απέκλειε: κουίρ κοινότητες, drag queens, ανθρώπους που ζούσαν με την εξάρτηση ή πέθαιναν από AIDS, εραστές και φίλους που δεν είχαν θέση στην κυρίαρχη αφήγηση της εποχής. Με τη Γάζα συνέβαινε σχεδόν το αντίστροφο: οι εικόνες δεν ήταν άγνωστες. Είχαν γίνει τρομακτικά οικείες.
Για την τελική εκδοχή, η Γκόλντιν αφαίρεσε ορισμένες από τις πιο σκληρές εικόνες, θεωρώντας ότι το κοινό τις είχε ήδη δει στις οθόνες του. Τότε χρησιμοποίησε τη φράση που δίνει τώρα και τον τίτλο στο απόσπασμα του βιβλίου: «Είναι το Ολοκαύτωμα στα κινητά μας».
Στη συζήτηση με τον Εντουάρ Λουί χαρακτήρισε αυτό που συμβαίνει στη Γάζα «γενοκτονία», μίλησε για εξόντωση ενός λαού και αρπαγή γης και, όταν ακούστηκαν αντιδράσεις από το κοινό, είπε ότι «φρικτά πράγματα συνέβησαν στις 7 Οκτωβρίου» πριν θέσει το ερώτημα ποιανού η ζωή θεωρείται ότι έχει αξία.
Στην προβολή εμφανίστηκε επίσης δημοσίευμα που υποστήριζε ότι είχαν βρεθεί OxyContin σε σακιά αλευριού που διανέμονταν στη Γάζα. Η Gaza Humanitarian Foundation είχε διαψεύσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Για τη Γκόλντιν, πάντως, η αναφορά είχε ιδιαίτερο προσωπικό βάρος: το OxyContin ήταν το φάρμακο που την οδήγησε στην εξάρτηση και αργότερα στην πολυετή εκστρατεία της εναντίον της οικογένειας Σάκλερ και της Purdue Pharma.
Η αφορμή για να επιστρέψει τώρα αυτή η βραδιά είναι το Anti-Zionism: A Jewish History, το νέο βιβλίο του Μπέντζαμιν Μόζερ, που κυκλοφορεί στις 22 Σεπτεμβρίου από τον Doubleday. Το απόσπασμα που δημοσιεύεται λίγες ημέρες πριν από την έκδοσή του δεν αντιμετωπίζει τη βραδιά απλώς σαν ακόμη μία πολιτική παρέμβαση μιας διάσημης καλλιτέχνιδας. Τη συνδέει με τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Γκόλντιν οργανώνει εδώ και δεκαετίες τις εικόνες της: μέσα από τη συσσώρευση, την επανάληψη και τη σχέση της μίας με την άλλη.
Δύσκολα θα μπορούσε να υπάρχει καταλληλότερη μορφή για την εποχή του ατελείωτου σκρολαρίσματος. Το κινητό μάς έχει συνηθίσει κι αυτό σε μια αδιάκοπη ακολουθία εικόνων, μόνο που συνήθως η μία εκτοπίζει την άλλη πριν προλάβουμε να σταθούμε σε αυτήν. Η Γκόλντιν χρησιμοποιεί την ίδια βασική συνθήκη, μια εικόνα μετά την άλλη, για να πετύχει το αντίθετο: να κάνει τη μία να παραμένει μέσα στην επόμενη.
Έτσι, η προβολή για τη Γάζα συνδέεται με το προηγούμενο έργο της πολύ περισσότερο από όσο θα μπορούσε να το κάνει οποιαδήποτε πολιτική ταμπέλα. Η Γκόλντιν φωτογράφιζε πάντα ανθρώπους που κινδύνευαν να εξαφανιστούν δύο φορές: πρώτα από τη ζωή και έπειτα από τη μνήμη. Το AIDS, η εξάρτηση, οι οικογένειες που επιλέγουμε, οι φίλοι που δεν επέζησαν και τα σώματα που η επίσημη εικόνα είτε αγνοούσε είτε παρουσίαζε αποκλειστικά ως πρόβλημα βρίσκονταν εξαρχής στον πυρήνα της δουλειάς της.
Στην Αρλ, αυτή η παλιά μέθοδος της μνήμης άλλαξε κλίμακα. Εικόνες που είχαν γίνει κομμάτι της ιδιωτικής καθημερινότητας εκατομμυρίων ανθρώπων βγήκαν από τις μικρές οθόνες και έγιναν τεράστιες, κοινές, αδύνατο να τις προσπεράσεις με μια κίνηση του αντίχειρα.
Και ίσως αυτό να ήταν τελικά το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της βραδιάς: η Ναν Γκόλντιν δεν έδειξε στο κοινό εικόνες που δεν είχε ξαναδεί. Το ανάγκασε να τις δει μαζί.
Με στοιχεία από Vanity Fair, Les Rencontres d’Arles















