Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Οδηγός ηλεκτρονικής μουσικής για αρχάριους


Πριν από λίγες μέρες διάβασα τα αποτελέσματα μιας βρετανικής έρευνας που έδειχναν ότι σχεδόν το 50% των ενήλικων ατόμων που θεωρούν τους εαυτούς τους φανατικούς μουσικόφιλους δεν είχε ακούσει ούτε ένα ολόκληρο άλμπουμ τη χρονιά που πέρασε και ένα 8% από το δείγμα δεν είχε ακούσει ποτέ ένα άλμπουμ στη ζωή του. Οι περισσότεροι είπαν πως συνήθως ακούν τους ίδιους αγαπημένους καλλιτέχνες και τα ίδια τραγούδια συνεχώς, με το 27% να δηλώνουν πως δεν ενδιαφέρονται να διευρύνουν τους μουσικούς τους ορίζοντες. Τα νεαρότερα άτομα, που έχουν μεγαλώσει με τις πλατφόρμες streaming και τις έτοιμες playlists, συνήθως παραλείπουν τα άλμπουμ, όταν βρεθούν μπροστά τους, και το 15% δεν έχει ακούσει ούτε ένα άλμπουμ ολόκληρο στη ζωή του.

Δεν ήταν έκπληξη τα στατιστικά. Ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνεται η μουσική αλλά και η αξία της έχουν αλλάξει δραστικά και συνεχίζουν να αλλάζουν – εδώ βάζω απλώς στην εξίσωση τον παράγοντα ΑΙ. Αυτό που με κινητοποίησε εσωτερικά δεν ήταν μία αίσθηση ματαιότητας, ούτε το ότι μου φάνηκε περίεργο –και κάπως απογοητευτικό– που δεν έχουμε τέτοιες επίσημες έρευνες στην Ελλάδα. Ήταν αυτό που δήλωσε ο σημαντικός DJ, ραδιοφωνικός παραγωγός και μουσικός, ο Πιτ Τονγκ, σχετικά με αυτή την έρευνα, πως «είναι σαν να βλέπεις μόνο τις καλύτερες σκηνές από μια ολόκληρη ταινία». Αν ενημερωμένα, μουσικόφιλα άτομα έβγαλαν αυτά τα αποτελέσματα, φαντάζομαι πως σε άλλες ομάδες τα νούμερα θα είναι αποκαρδιωτικά. Χωρίς καμία διάθεση επίκρισης, με πλήρη συνείδηση της πραγματικότητας σε σχέση με την αφομοίωση της μουσικής σήμερα, θα μπορούσα να παρηγορηθώ υποτιμώντας το γεγονός ως άλλο ένα δεδομένο της εποχής.

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.

Η μουσική είναι η πιο απτή μορφή τέχνης, η πιο άμεση. Είναι σχεδόν αδύνατο να την αποφύγεις, από τον φούρνο, το τηλέφωνο όταν είσαι σε αναμονή, μέχρι τους χώρους εκδηλώσεων και διασκέδασης, όπου θεωρείται δεδομένη. Παραμένει τέχνη, όμως, και αυτή η απτή ποιότητά της (μπορεί να) αφαιρεί από την ουσία της, από το όραμα των καλλιτεχνών, από την ιστορική της διαδρομή, από την εξέλιξή της, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζει τους ανθρώπους, τις εποχές που συνόδευσε ή το πώς σημάδεψε κοινωνικοπολιτικές περιόδους, από τη στιγμή που ως πρωτόγονοι αποφασίσαμε να χτυπήσουμε τα πόδια μας ρυθμικά στη γη ή να κραυγάσουμε άναρθρα μέχρι σήμερα. Δεν θα μπω στην παρελθοντολαγνεία, δεν θα αρχίσω να αναπολώ το πόσο σημαντικοί ήταν οι δίσκοι, το φυσικό προϊόν, και η ιεροτελεστία της ακρόασής τους. Μιλώντας συνεχώς με πολλά νεότερα παιδιά, μου λένε πολύ συχνά πως δεν ξέρουν από πού να αρχίσουν, τι πρέπει να ακούσουν. Πόσο οξύμωρο, όταν έχεις οποιαδήποτε στιγμή θέλεις όλη τη μουσική του κόσμου συνεχώς πάνω σου, την κρατάς κυριολεκτικά στην παλάμη σου – αυτό είναι το αποτέλεσμα του υπερκορεσμού. Ορίστε, λοιπόν, μία λίστα που έγραψα, έσβησα και ξανάγραψα αρκετές φορές, με κάποια από τα άλμπουμ ηλεκτρονικής μουσικής που θεωρώ πως πρέπει να ακούσεις έστω για μια φορά στη ζωή σου. Προσοχή, δεν λέω πουθενά πως είναι τα καλύτερα. Είναι κάποια από αυτά –τα πάρα πολλά–, που θα σου δώσουν μια ιδέα, αν έχεις διάθεση να ακούσεις, ή αν τα έχεις ζήσει στην εποχή τους και θέλεις να τα επαναπροσδιορίσεις με τα αισθητικά κύτταρα του σήμερα. Τα ακούμε ολόκληρα, ε;

APHEX TWIN

Selected Ambient Works 85-92

APHEX TWIN Selected Ambient Works 85-92
APHEX TWIN, Selected Ambient Works 85-92

Ο Ρίτσαρντ Ντ. Τζέιμς aka Aphex Twin είναι αδιαμφισβήτητα μία μεγαλοφυής προσωπικότητα στην ιστορία του ηλεκτρονικού ήχου, λόγω της μόνιμης καινοτομίας και επιδραστικότητάς του, αλλά και λόγω της ήδη τεράστιας παρακαταθήκης που αφήνει πίσω του με τη μουσική και τον τρόπο με τον οποίο έχει διαχειριστεί την καριέρα του. Το 1992 κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ του, το «Selected Ambient Works 85-92», που περιελάμβανε κομμάτια που είχε ηχογραφήσει από το 1985 –όταν ήταν 13 ετών– μέχρι το 1992. Πολλοί μουσικοκριτικοί κατακεραύνωσαν τον Τζέιμς τότε για την κακή ποιότητα της ηχογράφησης, αφού όλο το άλμπουμ είχε αρχικά καταγραφεί σε κασέτα, την οποία περιποιήθηκε δεόντως η γάτα του.

Ambient techno, ambient, electronica, IDM (Intelligent Dance Music) – οι χαρακτηρισμοί που του έχουν αποδοθεί είναι πολλοί. Αυτό που μένει πέρα από τις ταμπέλες είναι ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα, που έμελλε να επηρεάσει –και επηρεάζει ακόμα– γενιές ανθρώπων, ακριβώς γιατί κατάφερε να θολώσει τα όρια των ειδών. Οι μουσικολόγοι έχουν αποφανθεί πως ο Aphex Twin έχτισε πάνω στην παρακαταθήκη των μεγάλων, των Καρλχάιντς Στοκχάουζεν και Φίλιπ Γκλας, συνεχίζοντας πρωτοποριακά το έργο τους. Το «Selected Ambient Works 85-92» είναι ένα μαγικό άλμπουμ που δίνει νέες δονήσεις και συχνότητες κάθε φορά που το ακούς και κατατάσσεται σε αυτά που μπορούν να αλλάξουν τη χημεία του εγκεφάλου σου.

BURIAL

Untrue

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.
BURIAL, Untrue

Ο «Banksy της ηλεκτρονικής μουσικής», όπως τον αποκαλούν οι φανς του, κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ του με τον τίτλο «Untrue» το 2007. Οι μουσικόφιλοι της εποχής, εντυπωσιασμένοι από το ταλέντο και μη γνωρίζοντας την πραγματική του ταυτότητα μέχρι το 2008, είκαζαν ότι πίσω από το ψευδώνυμο κρύβεται ο Aphex Twin ή ο Fatboy Slim. Μεγαλώνοντας ως λάτρης του jungle, του dubstep και του garage ήχου, αλλά και με την επιρροή των ρέιβερ αδελφών του, η μουσική του προσωπικότητα χτίστηκε πάνω σε μία πολύ δυνατή βάση. Ενώ το βρετανικό dubstep βρισκόταν στο κρεσέντο του το 2007, ο Burial διάλεξε μια πιο εσωστρεφή προσέγγιση. Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από αποσπασματικές φωνές, broken beats, ήχους που θυμίζουν φθαρμένο βινύλιο και μελαγχολικές μελωδίες που αποτυπώνουν το Λονδίνο μέσα από τα μάτια του. Η αποξένωση, η μοναξιά και η σιωπηλή ομορφιά της νυχτερινής αστικής ζωής γίνονται εικόνα μέσα από το μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου σου.

Σχεδόν 20 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το «Untrue» στέκεται ως ένα από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ του 21ου αιώνα, αφού απέδειξε με νέους όρους ότι η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να είναι βαθιά συναισθηματική χωρίς να καταφεύγει στις ποπ συμβάσεις. Λειτούργησε ταυτόχρονα ως προσωπικό ημερολόγιο και ως κινηματογραφική αφήγηση, γι’ αυτό η αισθητική του επηρέασε τόσο πολύ παραγωγούς από όλο το φάσμα του ήχου. Η ανθρώπινη ευαλωτότητα, η νοσταλγία, η εύθραυστη ομορφιά που αποπνέει ακούγονται εξίσου σύγχρονες σήμερα όσο και το 2007. Το «Untrue» θα υπάρχει στο διηνεκές ως ένας εξαιρετικός δίσκος και ως μία από τις σπάνιες περιπτώσεις καταγραφής του συναισθήματος μιας ολόκληρης εποχής.

BJÖRK

Debut

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.
BJÖRK, Debut

Η Björk είναι ιδιοφυΐα και ταλέντα σαν το δικό της εμφανίζονται λίγες φορές στην ιστορία της μουσικής, τέλος. Ξέρω, είναι τόσο ιδιάζουσα η περίπτωσή της που είτε τη λατρεύεις είτε τη μισείς – με τα αρνητικά επιχειρήματα να είναι συνήθως άσχετα με τη μουσική, γιατί η μουσική συχνότητες είναι, άρα λογικό ο κάθε άνθρωπος να αρέσκεται σε διαφορετικές. Το να μην αναγνωρίζεις, όμως, την προσφορά της λόγω γούστου είναι πολύ διαφορετική ιστορία. Έχοντας προχωρήσει από το πρώτο της συγκρότημα, τους Sugarcubes, η Björk ασπάζεται το ρέιβ και χάουζ κίνημα της εποχής (τα οποία στηρίζει σθεναρά μέχρι και σήμερα) και ξετρυπώνει τραγούδια που έγραφε την εποχή των Sugarcubes, αλλά και μετά, που όμως δεν χωρούσαν στο πανκ/ροκ image της μπάντας. Έπειτα από εσωτερική και καλλιτεχνική αναζήτηση, λοκάρει τους συνεργάτες της στο άλμπουμ, που σήμερα φαντάζουν ένα all-star team από την αφρόκρεμα της εποχής. Νέλι Χούπερ στην παραγωγή, Howie B, Πολ Κόρκετ, Τζιμ Άμπις, Χιούγκο Νίκολσον στον ήχο, Γκάρι Χιούζ, Όλιβερ Λέικ, Μάριους Ντε Βρις, Λουίς Ζαρντίμ, Τάλβιν Σινγκ στα διάφορα όργανα, Τζελίσα Άντερσον στα φωνητικά και πάει λέγοντας. Φυσικά, για εξώφυλλο επέλεξε τη φανταστική φωτογραφία του Ζαν-Μπατίστ Μοντινό.

Επηρεασμένη από ετερόκλητα ερεθίσματα, όπως την παιδική της ηλικία, την αγάπη, το πώς τα ζώα αντιλαμβάνονται τους ανθρώπους, τις νύχτες της στα dancefloors, την τζαζ, την ινδική μουσική, τον Ντέιβιντ Ατένμπορο, μας προσκαλεί σε ένα σύμπαν, δίνοντας το στίγμα ότι τίποτα στην τέχνη της δεν θα είναι τυχαίο. To «Debut» εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι το πιο ευπώλητο άλμπουμ της. Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό. Ενώ δουλειές της που ακολούθησαν είχαν μεγαλύτερη αποδοχή από τους κριτικούς –πάλεψα με τη συνείδησή μου αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα στο «Homogenic» και στο «Vespertine»–, επέλεξα αυτό γιατί έχει μείνει στην ιστορία ως καθοριστικής σημασίας σε σχέση με το πέρασμα της ηλεκτρονικής μουσικής στη mainstream pop, επαναπροσδιορίζοντας το είδος. Ο Μάικλ Κράγκ έγραψε στον «Guardian» δύο δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του ότι «το “Debut” είναι το πρότυπο για κάθε νέο καλλιτέχνη που επιθυμεί να σπάσει το κατεστημένο», ενώ η Madonna είχε λυσσάξει μέχρι να την καταφέρει να της γράψει το «Bedtime Stories».

KRAFTWERK

Trans-Europe Express

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.
KRAFTWERK, Trans-Europe Express

Αν υπάρχει ένας δίσκος που άλλαξε οριστικά την πορεία της ηλεκτρονικής μουσικής, αυτός είναι το «Trans-Europe Express». Με την κυκλοφορία του το 1977, οι Kraftwerk άφησαν πίσω τους τα στοιχεία του krautrock και διαμόρφωσαν ένα απόλυτα μηχανικό, μινιμαλιστικό και ταυτόχρονα ανθρώπινο ηχητικό σύμπαν. Εμπνευσμένο από το ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας, το άλμπουμ μετατρέπει την τεχνολογία, την κίνηση και τη γεωγραφία της μεταπολεμικής Ευρώπης σε μουσική μέσα από επαναλαμβανόμενα μοτίβα, συνθεσάιζερ, sequencers και φωνές βγαλμένες από έναν κόσμο στον οποίο ο άνθρωπος συνυπάρχει αρμονικά με τις μηχανές, δίνοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα του καλλιτεχνικού μέλλοντος.

Η επιρροή και η παρακαταθήκη του «Trans-Europe Express» είναι σχεδόν αδύνατο να υποτιμηθεί και μπορεί να εντοπιστεί στον ήχο ακόμα και σήμερα. Οι ιδέες και ο τρόπος παραγωγής του διαμόρφωσαν τα θεμέλια της χάουζ, της τέκνο, της synth-pop και του new wave. Αφήνοντας στην άκρη τα παραδοσιακά ντραμς και στρέφοντας την προσοχή στα drum pads και τα sequencers, απέδειξαν ότι μία εξ ολοκλήρου ηλεκτρονική ενορχήστρωση μπορεί να ξεσηκώσει τα dancefloors. Φυσικά, η σαρωτική «four-on-the-floor» δυναμική του αποτέλεσε τη ρυθμική ραχοκοκαλιά των χάουζ, τέκνο και τρανς. Ο δίσκος άσκησε τεράστια επιρροή στη σκηνή του Ντιτρόιτ, αλλά και στην πρώιμη χιπ χοπ της Νέας Υόρκης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Planet Rock» των Afrika Bambaataa & Soulsonic Force, που σάμπλαραν στοιχεία από το άλμπουμ και ένωσαν δύο κόσμους φαινομενικά ασύνδετους μέχρι τότε, γεννώντας το electro-funk. Σχεδόν 50 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, αυτό το άλμπουμ ακούγεται εντυπωσιακά σύγχρονο, και επίσης αποδεικνύει πως η πρωτοποριακή μουσική δεν προβλέπει απλώς το μέλλον, συντελεί στη δημιουργία του.

MASSIVE ATTACK

Blue Lines

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.
MASSIVE ATTACK, Blue Lines

Οι Bomb The Bass, Coldcut, Smith & Mighty, Mark Stewart & The Maffia / Adrian Sherwood και φυσικά η DJ κολεκτίβα των Wild Bunch (στην οποία συμμετείχαν μέλη των Massive Attack) είχαν ήδη αρχίσει να πειραματίζονται με cross-genre επιρροές, έριχναν τα bpm και εξερευνούσαν τις βαριές ρέγγε και dub μπασογραμμές από τη δεκαετία του ’80. Τίποτα όμως δεν σε προετοίμαζε τότε για την έλευση του «Blue Lines», το 1991, και για τον τρόπο με τον οποίο θα άλλαζε τη μουσική. Το ντεμπούτο των Massive Attack ήταν το επιστέγασμα μιας τάσης που γεννήθηκε μέσα από την πολυπολιτισμική σκηνή του Μπρίστολ, συνδυάζοντας χιπ χοπ, dub, ρέγγε, σόουλ, φανκ και ηλεκτρονική μουσική σε έναν ενιαίο ήχο που ήταν δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί. Ο όρος τριπ χοπ επινοήθηκε από τον δημοσιογράφο Άντι Πέμπερτον το 1994 σε ένα άρθρο στο «Mixmag» και οι Massive Attack αρχικά αρνήθηκαν σθεναρά να τον αποδεχτούν, θεωρώντας τον ως μία ανοησία που επινόησαν τα media σε μια προσπάθεια να αποδυναμώσουν τα μουσικά τους πειράματα, τοποθετώντας τα σε ένα μαρκετίστικο κουτάκι. Σήμερα, το «Blue Lines» θεωρείται ο πρώτος ολοκληρωμένος τριπ χοπ δίσκος.

Το σχήμα ήταν σε full force σε αυτό το άλμπουμ – Daddy G, 3D, Tricky, Mushroom, με την πολύτιμη συμμετοχή και παρουσία των Σάρα Νέλσον και Χόρας Άντι. Τα περισσότερα τραγούδια υπήρχαν ήδη 7 χρόνια και το ότι μπήκαν (επιτέλους) στο στούντιο οφείλεται στη Neneh Cherry, που τους πίεσε σαν να μην υπήρχε αύριο. Το άλμπουμ έθεσε τη βάση για το τριπ χοπ, όμως η επιρροή του ξεπέρασε τα όρια του είδους. Άνοιξε τον δρόμο σε αμέτρητους καλλιτέχνες και σχήματα, που θα μεγαλουργούσαν στους χώρους του downtempo, της electronica και της alternative μουσικής. Μία από τις πιο σημαντικές προσφορές του ήταν ότι κάλυψε το χάσμα της ροκ και της σόουλ με τον ηλεκτρονικό ήχο, αποδεικνύοντας πως η συναισθηματική αφήγηση και η ευαισθησία μιας ιστορίας δεν είναι ποιότητες μόνο των δύο πρώτων.

JON HOPKINS

Immunity

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.
JON HOPKINS, Immunity

To 2013 ο Τζον Χόπκινς προσφέρει ένα ηχητικό δώρο στους λάτρεις της μουσικής, εν γένει, και ιδιαίτερα στα παιδιά που δεν είχαν ζήσει τις πρώιμες και επιδραστικές εποχές της οργιαστικής πρωτοπορίας και δημιουργικότητας στην ηλεκτρονική μουσική. Το άλμπουμ ισορροπεί με χάρη ανάμεσα στην εγκεφαλική τέκνο, την ambient και την κλασική μουσική, καταγράφοντας ένα βαθιά συναισθηματικό ταξίδι και την ακολουθία μιας ολόκληρης νύχτας: από την προσμονή και την έκσταση μέχρι την κάθαρση και την ηρεμία. Μέσα σε μία ώρα και μέσα από οχτώ κομμάτια, που ξεκινούν από dancefloor αναφορές και καταλήγουν σε μια ambient ελεγεία, ο Χόπκινς υπενθυμίζει πως η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να είναι ταυτόχρονα σωματική αλλά και βαθιά εσωτερική. Η εξαντλητική εμμονή του στη λεπτομέρεια δημιούργησε έναν ήχο που είναι οριακά απτός μέσα από συνθεσάιζερ, αναλογικούς ήχους και field recordings.

Το «Immunity» αποτελεί το σημείο όπου ο Χόπκινς μεταμορφώθηκε από έναν πολυμήχανο παραγωγό και περιζήτητο συνεργάτη των Μπράιαν Ίνο και Coldplay σε έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής, που από τα μικρά υπόγεια κλαμπ εκτινάχθηκε σε εμβληματικούς χώρους και φεστιβάλ. Επαναπροσδιόρισε για το ευρύ κοινό τη σχέση της ambient με την τέκνο και υπενθύμισε πως ένα άλμπουμ είναι μία συνολική αφηγηματική εμπειρία που ακούγεται από την αρχή ως το τέλος. Η επιρροή του είναι εμφανής σε μια γενιά δημιουργών που αναζήτησαν περισσότερο συναισθηματικό βάθος και κινηματογραφική αφήγηση στη μουσική. Μπόνους σχολιάκι με κλείσιμο ματιού: θυμηθείτε οι πιο «της φάσης» πότε ξεκίνησε η έκρηξη της «melodic techno».

ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ

ΝΤΙΣΚΟΛΑΤΑ

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.
ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ, ΝΤΙΣΚΟΛΑΤΑ

Υπάρχει η πριν και μετά Στέρεο Νόβα εποχή στην ελληνική δισκογραφία και μουσική. Και υπάρχει η πριν και μετά Στέρεο Νόβα εποχή σε μια χώρα που θα περνούσε βίαια από μια περίοδο (σχετικής) αθωότητας στην πορεία που μας έφερε στο σήμερα – αυτό αποτυπώθηκε με τον πιο εύγλωττο τρόπο από τους Νόβα. Αν και έχουν χυθεί τόνοι μελάνι για εκείνους, εξακολουθώ να θεωρώ πως η προσφορά τους δεν έχει αποτιμηθεί όπως της αξίζει σε μία χώρα που η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να γεμίζει στάδια, αλλά η ουσία και η πολι(τισ)τική της αξία εξακολουθεί να είναι αόρατη για τους «θεσμούς», ή τουλάχιστον να προσεγγίζεται επιδερμικά. Αν λοιπόν υπάρχει ένας δίσκος που αποτυπώνει τη στιγμή που η ηλεκτρονική μουσική απέκτησε τη δική της, αυθεντικά ελληνική φωνή, αυτός είναι η «Ντισκολάτα».

Στο ομότιτλο ντεμπούτο τους, το 1992, έθεσαν τις μουσικές τους βάσεις και με αυτήν τη δεύτερη κυκλοφορία τους, ο Κωνσταντίνος Βήτα και ο Μιχάλης Δέλτα, με την προσθήκη του Αντώνη Πι, παρέδωσαν έναν ώριμο δίσκο. Κατάφεραν να συνδυάσουν την electronica, την ambient, την techno και το electro με ελληνικό στίχο που απέφευγε όλα τα κλισέ. Οι αστικές εικόνες, το προνόμιο στη ζωή και την τέχνη, η μοναξιά, η τεχνολογία, οι σχέσεις και η ζωή στην Αθήνα των ’90s μετουσιώνονται στη μουσική τους χωρίς να χάνουν την επαφή με το μέλλον και την τοπική ταυτότητα. Τα λόγια του Βήτα ακούγονται προφητικά – «Το ταξίδι της φάλαινας» και το «6 π.μ.» σε κάνουν να ανατριχιάζεις όταν σκέφτεσαι ότι γράφτηκαν πριν από 33 χρόνια, κι όμως περιγράφουν με τόση ακρίβεια το σήμερα. Οι Στέρεο Νόβα άνοιξαν τον δρόμο σε ολόκληρες γενιές δημιουργών ηλεκτρονικής μουσικής και απενοχοποίησαν, νομιμοποίησαν τον ελληνικό στίχο στην electronica. Τριάντα τρία χρόνια μετά, η «Ντισκολάτα» εξακολουθεί να ακούγεται εντυπωσιακά επίκαιρη, όχι μόνο για την αισθητική και την παραγωγή της, αλλά γιατί θα αποτυπώνει για πάντα με μοναδική ευαισθησία τα συναισθήματα μιας γενιάς που προσπαθούσε να βρει τη θέση της σε μία πόλη και έναν κόσμο που δεν τη χωρούσε και άλλαζε διαρκώς.

BOARDS OF CANADA

Music Has the Right to Children

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.
BOARDS OF CANADA, Music Has the Right to Children

To «Music Has the Right to Children» των Boards Of Canada αποτελεί την απόλυτη χρονοκάψουλα συνθετικής νοσταλγίας στην ηλεκτρονική μουσική. Οι Μάικλ Σάντισον και Μάρκους Όουεν δημιούργησαν ένα αριστούργημα που δεν μοιάζει τόσο με ένα συμβατικό άλμπουμ, όσο με μια συλλογή ξεθωριασμένων, μισοξεχασμένων παιδικών αναμνήσεων. Αντί για τους ψυχρούς, φουτουριστικούς ψηφιακούς ήχους που ήταν συνηθισμένοι στην ηλεκτρονική μουσική στα τέλη της δεκαετίας του ’90, εκείνοι έστρεψαν το βλέμμα τους στο παρελθόν. Χρησιμοποίησαν vintage αναλογικά συνθεσάιζερ, σκονισμένα χιπ χοπ breakbeats και συσκευές μαγνητοφώνησης που παραμόρφωναν τον ήχο για να δημιουργήσουν μια υφή που δίνει μια αίσθηση ζεστασιάς, ασαφούς θολούρας και βαθιάς παρηγοριάς. Το μυστικό της μαγείας αυτού του άλμπουμ κρύβεται στο ιδιοφυές sampling και στον ψυχολογικό σχεδιασμό του ήχου. Το ντουέτο συνδύασε προσιτές μελωδίες με αινιγματικά ηχητικά αποσπάσματα από παλιά ντοκιμαντέρ, το γέλιο παιδιών που παίζουν και μαθηματικά υπολογισμένα μοτίβα συχνοτήτων.

Ιστορικά, αυτό το άλμπουμ ανέτρεψε εντελώς την πορεία της ηλεκτρονικής μουσικής. Πριν από αυτό, η ηλεκτρονική μουσική είχε μια εμμονική προσκόλληση στο μέλλον, χρησιμοποιώντας τα πιο σύγχρονα μηχανήματα ψηφιακής τεχνολογίας. Οι Boards Of Canada έκαναν το άκρως αντίθετο κι έτσι δημιούργησαν μια άψογη γέφυρα μεταξύ του πρωτοποριακού πειραματισμού και του εθιστικού ρυθμού. Με αυτόν τον τρόπο έθεσαν τα θεμέλια για σύγχρονα είδη, όπως το lo-fi hip hop, το chillwave και το μουσικό κίνημα του Hauntology. To «Music Has the Right to Children» επεξέτεινε μόνιμα τα συναισθηματικά όρια της ηλεκτρονικής μουσικής, αποδεικνύοντας ότι τα συνθεσάιζερ δεν χρειάζεται να ακούγονται μηχανικά ή ρομποτικά. Αντίθετα, μπορούν να τρυπώσουν στα πιο ευαίσθητα ανθρώπινα συναισθήματα αποτυπώνοντας την αίσθηση που έχεις όταν κοιτάζεις μια παλιά παιδική φωτογραφία από εκείνο το καλοκαίρι που δεν θα ξεχάσεις ποτέ στη ζωή σου.

PLASTIKMAN

Sheet One

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.
PLASTIKMAN, Sheet One

To «Sheet One» του Plastikman aka Ρίτσι Χότιν είναι ένα ηχητικό μνημείο μινιμαλισμού και ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς και επιδραστικούς δίσκους στην ιστορία της τέκνο. Το άλμπουμ αποτελεί μια κατηγορηματική απόρριψη της δυνατής, υπερταχείας και χαοτικής μουσικής που κυριαρχούσε στα ρέιβ πάρτι. Αντί να κατακλύσει το αυτί σου με θόρυβο, ο Χότιν έκανε το αδιανόητο: κονιορτοποίησε την ηλεκτρονική μουσική μέχρι να φτάσει στον γυμνό της σκελετό. Χρησιμοποιώντας κυρίως ένα Roland TR-606 drum machine και τις πιο απόκοσμες συχνότητες του Roland TB-303, δημιούργησε ένα σκοτεινό, απομονωμένο, βαθιά ψυχολογικό έως κλειστοφοβικό τοπίο. Στα μεγαλειώδη «Helikopter» και «Plasticity» δεν βασίστηκε σε hooks και μελωδίες, τα εξέλιξε με ρυθμό παγετώνα και εμμονή στις λεπτές διαμορφώσεις που σε αιχμαλωτίζουν σε έναν πρωτόγονο ρυθμό.

Η κληρονομιά του «Sheet One» είναι τεράστια, αφού αναδιαμόρφωσε τους κανόνες της ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής. Αντλώντας από τον επιθετικό acid house ήχο και επιβραδύνοντάς τον σε μία απόκοσμη δόνηση που αγγίζει τα όρια του ambient, o Χότιν πήγε στο επόμενο στάδιο τη δουλειά του Ρόμπερτ Χουντ και του Ντάνιελ Μπελ, βάζοντας ένα πολύ στιβαρό θεμέλιο στη δημιουργία του minimal techno. Το άλμπουμ απέδειξε ότι η ένταση και η αυτοσυγκράτηση μπορούσαν να είναι πιο επιδραστικές από ένα προβλέψιμο εκρηκτικό drop, εμπνέοντας τη δομή του tech house και της σκοτεινής βερολινέζικης τέκνο. Το δε περιβόητο εξώφυλλό του, σχεδιασμένο να μοιάζει με ένα διάτρητο φύλλο LSD, εδραίωσε το άλμπουμ ως τεκμήριο μιας κουλτούρας που συνέδεσε άρρηκτα τη διανοητική πλευρά της ηλεκτρονικής μουσικής με την ψυχεδελική εξερεύνηση.

THE PRODIGY

Music For The Jilted Generation

Η επιτυχία του της έδωσε την έμπρακτη απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να κάνει συμβιβασμούς για να παίζεται στο ραδιόφωνο και την καθιέρωσε όχι μόνο ως τραγουδίστρια, αλλά ως δημιουργό.
THE PRODIGY, Music For The Jilted Generation

Όταν πιάνεις την παρακαταθήκη των Prodigy, η mainstream αρθρογραφία αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στο άλμπουμ «The Fat of the Land». Η επιλογή είναι προφανής: μία διεθνής εμπορική επιτυχία που ανέδειξε το ηλεκτρονικό πανκ σε παγκόσμιο επίπεδο. Αν όμως αξιολογήσουμε τη σημασία ενός άλμπουμ όχι σύμφωνα με τις πωλήσεις, αλλά με βάση τη συμβολή του στην εξέλιξη της μουσικής, το στέμμα πηγαίνει κατευθείαν στο «Music For The Jilted Generation». Πριν από το «Jilted Generation», η χορευτική μουσική θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό από τους κριτικούς μια υποκουλτούρα που βασιζόταν κυρίως στα singles, τα οποία έδιναν την εντύπωση μιας συλλογής από επαναλαμβανόμενες λούπες φτιαγμένες αποκλειστικά για τα dancefloors. O Λίαμ Χάουλετ διέλυσε αυτή την εντύπωση παραδίδοντας ένα συνεκτικό μανιφέστο που άλλαξε χωρίς επιστροφή το DNA της εναλλακτικής και της ηλεκτρονικής μουσικής.

Μουσικά, αυτός ο δίσκος αποτέλεσε το χωνευτήρι για ένα νέο είδος που θα γινόταν σε λίγο γνωστό ως big beat. Ήταν μια βίαιη, σχεδόν εικονοκλαστική σύγκρουση, που συνδύασε τα συνθεσάιζερ του acid house με βαριά breakbeats, χιπ χοπ αναφορές, ρέιβ αισθητική, hardcore techno και επιθετικές, παραμορφωμένες ροκ κιθάρες. Κομμάτια όπως τα «Their Law» και «Voodoo People» γκρέμισαν τα απόρθητα τείχη που χώριζαν την κοινότητα της dance μουσικής με τον κόσμο του μέταλ και της ροκ. Επιτέλους, η χορευτική μουσική είχε την οργή, τη σκληρότητα και την ωμή αυθάδεια ενός πανκ δίσκου. Πέρα από τα τεχνικά και την παραγωγή, η πολιτιστική σημασία του άλμπουμ έγκειται στην πολιτική του διάσταση. Γράφτηκε ως απάντηση στο «Criminal Justice Act», που ουσιαστικά ποινικοποιούσε τα ρέιβ και τους «επαναλαμβανόμενους ρυθμούς». Το «Jilted Generation» –όνομα και πράγμα– έδωσε φωνή σε μία περιθωριοποιημένη, εγκαταλειμμένη κοινωνικά γενιά και συνετέλεσε στο να περάσει η κουλτούρα των ρέιβ από μια ηδονιστική απόδραση σε μία οργανωμένη, ανυπότακτη αντικουλτούρα. Έτσι, παραμένει ένα καθοριστικό πρότυπο για το πώς η ηλεκτρονική μουσική απέκτησε τη δύναμή της, τη στάση της και τη μόνιμη θέση της στην ιστορία της μουσικής.



Πηγή: www.lifo.gr