Τον Ιούνιο του περασμένου έτους, ο Ντόναλντ Τραμπ έστειλε χιλιάδες εθνοφρουρούς στους δρόμους του Λος Άντζελες. Πολύ σύντομα ακολούθησαν η Ουάσινγκτον, το Πόρτλαντ, το Σικάγο και το Μέμφις.
Τότε, η κίνηση αυτή φαντάζει ως το γεγονός που θα σφράγιζε τη θητεία του. Τελικά, δεν ήταν καν το σημαντικότερο γεγονός εκείνου του καλοκαιριού.
Από την ημέρα που ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, οι Αμερικανοί βιώνουν μια τόσο καταιγιστική αναταραχή, που η παρουσία ένοπλων στρατιωτών στις αμερικανικές πόλεις μοιάζει πλέον με μια απλή υποσημείωση της ιστορίας. Μέσα σε δύο μόλις εβδομάδες, οι ΗΠΑ βομβάρδιζαν το Ιράν.
Καθώς οι ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες για τις φετινές ενδιάμεσες εκλογές, η χώρα κάνει τον απολογισμό μιας προεδρίας που ανέτρεψε τους βασικούς κανόνες της αμερικανικής διακυβέρνησης και πολιτικής.
Η Άρλι Ράσελ Χόκσιλντ, κοινωνιολόγος από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, επισημαίνει ότι όσοι Αμερικανοί δεν ψήφισαν τον Τραμπ ένιωσαν αρχικά «σοκαρισμένοι και σαστισμένοι δηλαδή αποδιοργανωμένοι και, στην ουσία, παράλυτοι».
«Εκτιμώ όμως ότι αυτό το σοκ πέρασε σε μεγάλο βαθμό. Όσοι τάσσονται κατά του Τραμπ θα αφυπνιστούν και θα πάνε να ψηφίσουν» στις ενδιάμεσες εκλογές, σημειώνει η ίδια.
Πώς βλέπει η Αμερική τον Τραμπ
Έμπειροι παρατηρητές των πραγμάτων στον Λευκό Οίκο παρακολουθούν τους πρώτους 21 μήνες της δεύτερης θητείας Τραμπ με ένα μείγμα τρόμου, αμηχανίας και δυσπιστίας.
Οι υποστηρικτές του τον περιγράφουν ως έναν εικονοκλάστη που επιστρατεύει ριζοσπαστικά μέσα για να γκρεμίσει ένα «στημένο» σύστημα. Τον επαινούν επειδή τήρησε τις υποσχέσεις του. Σφράγισε τα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού, πραγματοποιεί μαζικές απελάσεις αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στη χώρα και καταργεί τις «woke» πράσινες πολιτικές του προκατόχου του, Τζο Μπάιντεν.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές του, θορυβημένοι από αυτό που θεωρούν κυβερνητική αυθαιρεσία και υπερβολή, δυσκολεύονται πλέον να βρουν λέξεις για να περιγράψουν την ανησυχία τους.
«Δεν είχαμε ποτέ στο παρελθόν πρόεδρο που να περιφρονεί σε τέτοιο βαθμό το Σύνταγμα και τους νόμους», δηλώνει ο Έρβιν Τσεμερίνσκι, κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του Μπέρκλεϊ.
Για τους Αμερικανούς που ζυγίζουν τις επιλογές τους ενόψει της κάλπης, τα κύρια ζητήματα είναι ξεκάθαρα. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια για τον πόλεμο κατά του Ιράν, ο οποίος εκτόξευσε τις τιμές των καυσίμων και ανέβασε κατακόρυφα το κόστος ζωής.
Ωστόσο, η σύρραξη αυτή σκίασε άλλα γεγονότα των πρώτων μηνών της προεδρίας Τραμπ, τα οποία στην εποχή τους θεωρήθηκαν εξίσου σοκαριστικά με την απόφαση για τον βομβαρδισμό της Τεχεράνης.
Χάρη στους εισβολείς του Καπιτωλίου και αμφιλεγόμενα διατάγματα
Από την πρώτη κιόλας ημέρα της επιστροφής του στην εξουσία, απένειμε χάρη στους εισβολείς της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο και εξέδωσε μια σειρά από αμφιλεγόμενα προεδρικά διατάγματα. Μεταξύ αυτών, προσπάθησε να καταργήσει το δικαίωμα ιθαγένειας λόγω γέννησης, το οποίο κατοχυρώνεται από τη 14η Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος.
Λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του, δήλωσε ότι ο Καναδάς θα έπρεπε να γίνει η 51η πολιτεία των ΗΠΑ και ήγειρε αξιώσεις για τη Γροιλανδία. Τον Φεβρουάριο ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει να αναλάβει τον έλεγχο της Γάζας, να εκτοπίσει τον παλαιστινιακό πληθυσμό της και να μετατρέψει την περιοχή σε «Ριβιέρα της Μέσης Ανατολής».
Παράλληλα, ο Τραμπ επιστράτευσε τον Έλον Μασκ για να συρρικνώσει τη γραφειοκρατία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και να διαλύσει τη USAID, τη βασική κρατική υπηρεσία διεθνούς βοήθειας. Η κυβέρνηση απέλασε εκατοντάδες ανθρώπους σε φυλακές υψίστης ασφαλείας στο Ελ Σαλβαδόρ, προκαλώντας σφοδρή δικαστική διαμάχη για την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών.
Επιπλέον, ο Τραμπ και ο αντιπρόεδρός του επέκριναν δημόσια και σε ζωντανή μετάδοση τον Πρόεδρο της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μέσα στο Οβάλ Γραφείο, αποκαλύπτοντας με δραματικό τρόπο την πλήρη ρήξη στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Κιέβου.
Η ημέρα των δασμών που τάραξε την παγκόσμια οικονομία
Στη συνέχεια, τον Απρίλιο, ήρθε η «ημέρα απελευθέρωσης», όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε εξοντωτικούς δασμούς σχεδόν για το σύνολο των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ, διαλύοντας ένα παγκόσμιο εμπορικό σύστημα που λειτουργούσε για δεκαετίες.
Οι επιβαρύνσεις αυτές προκάλεσαν βίαιο κλυδωνισμό στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων και πυροδότησαν προειδοποιήσεις από κορυφαίους παράγοντες των αγορών, όπως ο Τζέιμι Ντάιμον της JPMorgan. Παράλληλα, προανήγγειλαν τις αναταράξεις που θα ακολουθούσαν τους επόμενους μήνες, όπως την απότομη αύξηση στις διεθνείς τιμές ενέργειας εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Πίσω από κάθε κίνηση του Τραμπ βρισκόταν η συστηματική προσπάθεια να διευρύνει τα όρια της προεδρικής εξουσίας σε βαθμό που κανείς προκάτοχός του στον Λευκό Οίκο δεν είχε τολμήσει.
Η καταιγίδα των διαταγμάτων ξέσπασε μέσα σε λίγους μόλις μήνες, με ταχύτητα και ένταση πρωτοφανή για ένα πολιτικό σύστημα που παραδοσιακά εμμένει στις θεσμικές διαδικασίες και τις διαβουλεύσεις.
«Πρόκειται για μια εξαιρετικά διευρυμένη αντίληψη σχετικά με το τι μπορεί να κάνει ένας πρόεδρος», εξηγεί ο Τζούλιαν Ζέλιζερ, καθηγητής πολιτικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον. «Αυτό είναι ουσιαστικά το κεντρικό αφήγημα των δύο πρώτων ετών της προεδρίας του».
Η εικόνα που σχηματίστηκε ήταν εκείνη ενός Λευκού Οίκου που είχε βάλει σκοπό να διαλύσει ένα καθεστώς που, όπως υποστήριζε, δεν εξυπηρετούσε πλέον τα συμφέροντα του αμερικανικού λαού. Ορισμένοι από τους πιο ιστορικούς θεσμούς της χώρας, οι παραδοσιακές συμμαχίες της και οι σημαντικότερες εμπορικές της σχέσεις δέχθηκαν επίθεση.
Ο Τραμπ στράφηκε κατά μεγάλων δικηγορικών γραφείων, των πιο περιζήτητων πανεπιστημίων της χώρας και των μεγαλύτερων δημοσιογραφικών οργανισμών, ένας είδος εκτελεστικού «Blitzkrieg» που προκάλεσε θύελλα δικαστικών προσφυγών.
Η εμφάνιση της ICE και ο βομβαρδισμός του Ιράν
Ωστόσο, οι κινήσεις του στο μεταναστευτικό ήταν ίσως εκείνες με τις σοβαρότερες συνέπειες. Λίγο μετά την επιστροφή του στην εξουσία, κουκουλοφόροι πράκτορες της Υπηρεσίας Επιβολής Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) άρχισαν να κατακλύζουν τις αμερικανικές πόλεις, συλλαμβάνοντας και απελαύνοντας μεταναστές χωρίς έγγραφα, σε μια επιχείρηση που προκάλεσε έντονη ανησυχία στις κοινότητες των Λατινοαμερικανών.
Στο Λος Άντζελες, οι επιδρομές αυτές προκάλεσαν διαμαρτυρίες. Ο Τραμπ απάντησε επιστρατεύοντας την Εθνοφυλακή και τους Πεζοναύτες, κάνοντας λόγο για «ανταρσία» ενάντια στην ομοσπονδιακή αρχή.
Και ενώ οι Αμερικανοί προσπαθούσαν ακόμη να συνειδητοποιήσουν την εικόνα των στρατιωτών στους δρόμους των πόλεών τους, ο Τραμπ διέταξε την αμερικανική πολεμική αεροπορία να βομβαρδίσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.
Κοιτάζοντας κανείς την κάθε πολιτική κίνηση ξεχωριστά, οι ελιγμοί αυτοί ήταν ήδη αρκετά ανησυχητικοί. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Τσεμερίνσκι, «το συνολικό αποτέλεσμα είναι ακόμα μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους ενεργειών». «Όταν βάζεις μαζί όλα όσα έχει κάνει, συνειδητοποιείς ότι δεν έχουμε βιώσει ποτέ κάτι παρόμοιο σε αυτή τη χώρα. Και δεν είναι καθόλου σαφές τι πρόκειται να ακολουθήσει».
Έως τον Ιούλιο του 2025, ο Τραμπ πανηγύριζε για το σημαντικότερο νομοθετικό του επίτευγμα, το λεγόμενο «One Big Beautiful Bill». Ο νόμος αυτός κατέστησε μόνιμες τις φοροελαφρύνσεις του 2017, έκοψε δραστικά τις δαπάνες για προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας και κονδύλια δισεκατομμυρίων για την ασφάλεια των συνόρων και την άμυνα.
Λιγότερο από δύο μήνες αργότερα, ανακοίνωσε την πρώτη από μια σειρά στρατιωτικών επιθέσεων εναντίον σκαφών που φέρονταν να μεταφέρουν ναρκωτικά στην Καραϊβική και τον Ανατολικό Ειρηνικό.
Σύντομα ακολούθησε η κατεδάφιση της ανατολικής πτέρυγας του Λευκού Οίκου για να δημιουργηθεί χώρος για τη νέα αίθουσα δεξιώσεων του Τραμπ, το πρώτο του μεγάλο έργο ανακαίνισης στην πρωτεύουσα. Κι όλα αυτά, μόλις στον πρώτο χρόνο.
Η επέμβαση στη Βενεζουέλα και η σύλληψη Μαδούρο
Το 2026 μπήκε με τη σύλληψη του Προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από τις αμερικανικές ειδικές δυνάμεις σε μια δραματική νυχτερινή επιχείρηση στο Καράκας. Μέσα σε 24 ώρες, ο Μαδούρο μεταφερόταν με ελικόπτερο πάνω από το Μανχάταν και το Άγαλμα της Ελευθερίας κατευθυνόμενος προς τις φυλακές του Μπρούκλιν, σε μια επιχείρηση που μεταδόθηκε ζωντανά από την τηλεόραση.
Στο μεταξύ, η λαϊκή οργή για την καταστολή της ICE φούντωνε, ειδικά στη Μινεάπολη, η οποία μέχρι τα τέλη του περασμένου έτους είχε μετατραπεί στο επίκεντρο της ακραία επιθετικής τακτικής Τραμπ στο μεταναστευτικό.
Διαδηλώσεις ξέσπασαν σε ολόκληρη τη χώρα όταν ομοσπονδιακοί πράκτορες σκότωσαν δύο Αμερικανούς πολίτες, τη Ρενέ Γκουντ και τον Άλεξ Πρέτι.
Ο Ζέλιζερ σημειώνει ότι υπό κανονικές συνθήκες, οι ενέργειες των ομοσπονδιακών αρχών σε μέρη όπως η Μινεσότα και η ανάπτυξη της Εθνοφυλακής θα μονοπωλούσαν την προεκλογική εκστρατεία.
«Οποιοδήποτε από αυτά τα ζητήματα, σε οποιαδήποτε άλλη προεδρία, θα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή των ενδιάμεσων εκλογών», εξηγεί. «Εδώ όμως τα μέτωπα είναι τόσο πολλά, που ορισμένα από αυτά απλώς ξεχνιούνται».
Απτόητος από τη δυσαρέσκεια, ο Τραμπ εξαπέλυσε τη μεγαλύτερη τακτική του κίνηση: έναν μεγάλο πόλεμο εναντίον του Ιράν. Οκτώ μήνες μετά, η επιχείρηση δεν έχει επιτύχει κανέναν από τους στόχους της. Αντί για αλλαγή καθεστώτος, το Ιράν διαθέτει πλέον μια ακόμη πιο σκληροπυρηνική κυβέρνηση, διατηρεί το πυρηνικό του πρόγραμμα και έχει μετατρέψει τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ σε όπλο κατά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στη Μέση Ανατολή.
Πρόκειται για ένα χάπι που δύσκολα καταπίνεται από τους φανατικούς υποστηρικτές του κινήματος MAGA. Ο Τραμπ τους είχε υποσχεθεί ότι θα έβαζε τέλος στους «αιώνιους πολέμους» της Αμερικής. Αντί γι’ αυτό, βύθισε τη χώρα σε ένα νέο στρατιωτικό τέλμα που ανέβασε τις τιμές στα είδη πρώτης ανάγκης και απαίτησε τεράστιο τίμημα σε αίμα και χρήμα.
Η κληρονομιά που αφήνει ο Τραμπ εξαρτάται από τη σκοπιά του καθενός. Ο Ντάνιελ Σλόζμαν, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς, θεωρεί ότι θα τον θυμούνται για την σκληρή τακτική του στο μεταναστευτικό, τη χρησιμοποίηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την εξόντωση πολιτικών του αντιπάλων και την υπονόμευση του Κογκρέσου, το οποίο δεν είχε κανέναν ρόλο στην απόφαση για τον πόλεμο κατά του Ιράν.
Ωστόσο, όσον αφορά τα πραγματικά νομοθετικά επιτεύγματα, ο απολογισμός του, σε σύγκριση με προηγούμενους προέδρους, είναι «εξαιρετικά φτωχός», συμπληρώνει ο Σλόζμαν, ενώ η καταιγίδα των προεδρικών διαταγμάτων αποδεικνύεται «πολύ πιο εφήμερη» από όσο φαινόταν αρχικά.
«Η δική του αντίληψη για την υστεροφημία δεν περιλαμβάνει προγράμματα που κατάφερε να περάσει ή μεγάλες διπλωματικές επιτυχίες», καταλήγει. «Αυτό που φαίνεται να τον συνεπαίρνει περισσότερο είναι η φυσική μεταμόρφωση του Λευκού Οίκου στην Ουάσινγκτον».
Με πληροφορίες από Financial Times















