Μέσα σε δύο πήλινα αγγεία, σε έναν αρχαίο τάφο κοντά στην Αλυκή της Λάρνακας, είχαν απομείνει απανθρακωμένοι σπόροι, κόκκοι δημητριακών, κομμάτια από άχυρο και μικρά θραύσματα ξύλου. Ανάμεσά τους, οι αρχαιολόγοι αναγνώρισαν ίχνη φυτών που εξακολουθούν να φυτρώνουν στη Μεσόγειο: άγρια καλέντουλα, μαντηλίδα, ένα είδος χρυσάνθεμου, μολόχα και βιολέτες. Τα κατάλοιπα είχαν επιβιώσει περίπου 3.400 χρόνια. Ήταν άραγε τα απομεινάρια μιας ανθοδέσμης που κάποιος άφησε στον τάφο;
Το ερώτημα βρίσκεται στον πυρήνα μιας νέας αρχαιολογικής μελέτης που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Levant». Οι ερευνήτριες Teresa Bürge και Dominika Kofel εξέτασαν φυτικά κατάλοιπα από τέσσερις τάφους της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, ένα αρχαίο πηγάδι και ένα όρυγμα που είχε ανασκαφεί τη δεκαετία του 1970, στη θέση Χαλά Σουλτάν Τεκκέ της Κύπρου. Τα ευρήματα τις οδηγούν στην υπόθεση ότι ορισμένα φυτά δεν προορίζονταν για τροφή, αλλά μπορεί να αποτελούσαν προσφορές προς τους νεκρούς.
Η Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, στη θέση Δρομολαξιά-Βυζακιά, δεν ήταν ένας απομονωμένος οικισμός. Πριν από περίπου τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Αλυκή της Λάρνακας, υπήρχε μια σημαντική πόλη-λιμάνι της ανατολικής Μεσογείου. Η πόλη πλούτισε από την παραγωγή και το εμπόριο του χαλκού.
Στους τάφους της έχουν βρεθεί χρυσά κοσμήματα, πολύτιμοι λίθοι, ελεφαντόδοντο, αγγεία από το Αιγαίο και την Ανατολία, καθώς και πολυτελή αντικείμενα από την Αίγυπτο. Οι τάφοι χρησιμοποιούνταν επί γενιές, με τους συγγενείς των νεκρών να μετακινούν συχνά με προσοχή τα παλαιότερα οστά, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για νέες ταφές.
Στην ίδια νεκρόπολη, δύο πήλινες κανάτες τράβηξαν την προσοχή των ερευνητριών.
Βρέθηκαν στον τάφο SS, όπου είχαν εντοπιστεί περισσότερα από χίλια αγγεία και αναγνωρίσιμα θραύσματα, ανάμεσά τους εκατοντάδες ολόκληρα αγγεία. Η πρώτη κανάτα περιείχε μια ασυνήθιστα μεγάλη ποικιλία φυτών. Κριθάρι, διάφορα είδη σιταριού, σύκα και φακές συνυπήρχαν με αυτοφυή φυτά και αγριόχορτα. Εκτός από την άγρια καλέντουλα και τη μολόχα, εντοπίστηκαν σπόροι από χρυσάνθεμα, φυτά του γένους της βιολέτας και άλλα αγριολούλουδα, μαζί με μικρά κομμάτια από βλαστούς, άχυρο και ένα αγκαθωτό κλαδάκι. Η δεύτερη κανάτα περιείχε λιγότερα είδη, αλλά και εκεί βρέθηκαν δημητριακά, μολόχα και κατάλοιπα άγριας βλάστησης.
Γιατί να συγκεντρώσει κανείς τόσα διαφορετικά φυτά μέσα σε ένα αγγείο που θα κατέληγε σε τάφο; Θα μπορούσαν να είναι υπολείμματα τροφής. Η μεγάλη ποικιλία των αυτοφυών φυτών, όμως, μαζί με τα στελέχη, το άχυρο και τα υπόλοιπα μέρη τους, αφήνει ανοιχτό ένα διαφορετικό ενδεχόμενο: ίσως είχαν συγκεντρωθεί ολόκληρα, σε μικρές δεσμίδες που έμοιαζαν με ανθοδέσμες, και στη συνέχεια κάηκαν.
Οι ερευνήτριες δεν ισχυρίζονται ότι ανακάλυψαν άθικτες αρχαίες ανθοδέσμες. Αυτό που διαθέτουν είναι απανθρακωμένοι σπόροι και άλλα φυτικά κατάλοιπα. Το πώς συγκεντρώθηκαν, πότε κάηκαν και γιατί τοποθετήθηκαν μέσα στα αγγεία δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα.
Ένα ακόμη στοιχείο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η σύνθεση ορισμένων φυτικών συνόλων υποδηλώνει ότι η εναπόθεσή τους έγινε στις αρχές του καλοκαιριού, όταν τα συγκεκριμένα φυτά ήταν διαθέσιμα. Μπορεί κάποιος θάνατος να συνέπεσε με αυτή την εποχή. Μπορεί όμως να επρόκειτο για επαναλαμβανόμενες τελετές μνήμης, κατά τις οποίες οι οικογένειες άνοιγαν ξανά τους τάφους των προγόνων τους, ενδεχομένως την περίοδο του θερισμού.
Στο ίδιο νεκροταφείο, άλλοι τάφοι έδωσαν διαφορετική εικόνα. Εκεί κυριαρχούσαν τα κατάλοιπα τροφίμων, όπως το κριθάρι, οι ελιές και τα σταφύλια. Η μελέτη διακρίνει έτσι δύο πιθανούς τύπους προσφορών: από τη μία τρόφιμα που συνδέονταν με την κατανάλωση ή την προσφορά γευμάτων, από την άλλη συνθέσεις δημητριακών και ανθοφόρων φυτών. Οι δύο πρακτικές δεν αποκλείεται να συνυπήρχαν.
Και έπειτα υπάρχει η φωτιά. Σε έναν άλλο τάφο, τον UU, εντοπίστηκαν απανθρακωμένα κατάλοιπα μεσογειακού κυπαρισσιού και ξύλου που μοιάζει με εκείνο του κέδρου του Λιβάνου. Πρόκειται για δέντρα των οποίων το ξύλο και οι ρητίνες μπορούν να αναδίδουν έντονες οσμές όταν καίγονται. Οι ερευνήτριες εξετάζουν το ενδεχόμενο η φωτιά και ο καπνός να είχαν θέση στις τελετές, είτε για πρακτικούς λόγους, όπως η αντιμετώπιση δυσάρεστων οσμών, είτε για συμβολικούς.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς ακριβώς μύριζε μια κηδεία σε εκείνη την πόλη. Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι κάτοικοί της έκαιγαν λουλούδια για να αρωματίσουν τον χώρο, ούτε ότι χρησιμοποιούσαν σκόπιμα αρωματικά ξύλα κατά την ταφή. Η παρουσία όμως απανθρακωμένων φυτών και ξύλων επιτρέπει στους αρχαιολόγους να εξετάσουν μια πλευρά του παρελθόντος που σπάνια αφήνει αναγνωρίσιμα ίχνη: τις μυρωδιές.
Ο καπνός, το φαγητό, τα ξύλα που καίγονται, τα σώματα που αποσυντίθενται, τα φρέσκα φυτά. Όλα αυτά μπορεί να ανήκαν στην εμπειρία των ανθρώπων που συγκεντρώνονταν για να αποχαιρετήσουν τους νεκρούς τους. Οι οσμές, άλλωστε, έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με τη μνήμη. Μια μυρωδιά μπορεί να ανακαλέσει την παρουσία κάποιου που έχει χαθεί, ακόμη κι όταν η εικόνα του έχει ξεθωριάσει. Η αρχαιολογία των αισθήσεων επιχειρεί να προσεγγίσει και αυτή την πλευρά της ανθρώπινης εμπειρίας.
Οι ενδείξεις από τη Χαλά Σουλτάν Τεκκέ δεν περιορίζονται στους τάφους. Σε ένα αρχαίο πηγάδι του οικισμού, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν ξεχωριστές αποθέσεις στάχτης με απανθρακωμένα δημητριακά, κατάλοιπα σταφυλιών και φυτά όπως η άγρια ανθεμίδα. Δεν αποκλείεται να ήταν προσφορές που τοποθετήθηκαν εκεί όταν το πηγάδι έπαψε να χρησιμοποιείται. Μια τέτοια πράξη θα μπορούσε να σηματοδοτεί το οριστικό κλείσιμό του, όπως οι ταφικές τελετές συνόδευαν το τέλος μιας ζωής. Παραμένει, ωστόσο, πιθανό τα κατάλοιπα να προέρχονταν από πρακτικές εργασίες ή από την απόρριψη στάχτης.
Αυτή η αβεβαιότητα δεν μειώνει τη σημασία των ευρημάτων. Αντίθετα, δείχνει πόσο δύσκολο είναι να ξεχωρίσουμε, έπειτα από χιλιάδες χρόνια, τις καθημερινές πράξεις από τις τελετουργικές. Ένα αγγείο μπορούσε να περιέχει τροφή, αλλά και μια προσφορά. Μια φωτιά μπορούσε να εξυπηρετεί πρακτικές ανάγκες, αλλά και να έχει συμβολική σημασία. Και ένα μικρό σύνολο φυτών, που σήμερα θα περνούσε σχεδόν απαρατήρητο, μπορεί να είχε ιδιαίτερη αξία για τους ανθρώπους που το επέλεξαν.
Στους τάφους της Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, τα χρυσά κοσμήματα και τα εισαγόμενα αγγεία μιλούν για τον πλούτο μιας πόλης και τις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι καμένοι σπόροι μάς φέρνουν πιο κοντά σε μια άλλη, πολύ πιο φευγαλέα πλευρά της ζωής της: στους ανθρώπους που στάθηκαν κάποτε γύρω από τους νεκρούς, σε όσα άφησαν δίπλα τους και σε όσα ίσως αισθάνθηκαν εκείνη τη στιγμή.
Οι οσμές χάθηκαν. Τα μικρά ίχνη των φυτών έμειναν.
Με στοιχεία από Levant: The Journal of the Council for British Research in the Levant, Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου















