ΟΛΑ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ έχουν την τάση να μιλούν για το μέλλον. Όλα τα κόμματα αρέσκονται να αναζητούν ένα καινούργιο αφήγημα, μια νέα κοινωνική συμμαχία, μια φρέσκια γλώσσα για να περιγράψουν μια χώρα που θα επιχειρήσουν να αλλάξουν. Και υπάρχει και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο, κάθε φορά που οι δημοσκοπήσεις δεν του κάνουν τη χάρη, καταφεύγει στην ασφαλή επιλογή της επιστροφής εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν όλα: στην 3η του Σεπτέμβρη.
Πενήντα δύο χρόνια μετά την ιδρυτική διακήρυξη του κόμματος, η Χαριλάου Τρικούπη μοιάζει να αντιμετωπίζει κάθε χρόνο αυτή την ημερομηνία ως πολιτικό καταφύγιο. Αναμφίβολα, πρόκειται για μια ιστορική επέτειο. Ωστόσο, πόση άλλη νοσταλγία να αντέξουμε; Αυτές τις ημέρες, μάλιστα, η επιχείρηση «επιστροφή στις ρίζες» μεταφέρθηκε στην Κρήτη, το διαχρονικό «πράσινο» κάστρο, με τα πρωτοκλασάτα στελέχη να κάνουν την εμφάνισή τους και το κόμμα να ξαναφορά το κοστούμι της εποχής κατά την οποία ήξερε πολύ καλά ποιο ήταν.
Χωρίς αμφιβολία, η 3η του Σεπτέμβρη υπήρξε κάποτε μια διακήρυξη για το μέλλον. Σήμερα, όμως, κινδυνεύει να εξελιχθεί στο πιο επιτυχημένο μνημόσυνο του ελληνικού πολιτικού παρελθόντος.
Ποιο είναι το ενδιαφέρον με την 3η του Σεπτέμβρη; Ότι όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από αυτήν τόσο περισσότερο το ΠΑΣΟΚ επιστρέφει σε αυτήν. Ο Ανδρέας Παπανδρέου έχει φύγει από τη ζωή εδώ και τρεις δεκαετίες. Η Ελλάδα που γέννησε το ΠΑΣΟΚ του 1974 δεν υπάρχει πια. Η κοινωνία έχει αλλάξει, η οικονομία έχει αλλάξει, η Ευρώπη έχει αλλάξει, οι ψηφοφόροι έχουν αλλάξει και, κυρίως, έχει αλλάξει ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να επιστρέφει στο ίδιο σημείο του χάρτη. Σαν να πιστεύει ότι κάπου εκεί, ανάμεσα στα παρωχημένα συνθήματα, στις παλιές φωτογραφίες, στις ξεθωριασμένες αφίσες, στο αλησμόνητο «θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» και γενικά στις αναμνήσεις μιας περιόδου που το κόμμα δεν χρειαζόταν να εξηγήσει γιατί υπήρχε, έχει θαφτεί το μυστικό της εκλογικής του ανάκαμψης.
Μόνο που η νοσταλγία είναι κακός σύμβουλος για την πολιτική. Μπορεί να συγκινεί όσους έζησαν εκείνη την εποχή. Μπορεί να ενεργοποιεί οικογενειακές μνήμες, να ξυπνάει παλιές πολιτικές ταυτότητες, να θυμίζει ένα ΠΑΣΟΚ που για δεκαετίες ήταν κάτι πολύ περισσότερο από κόμμα: ήταν κοινωνικό περιβάλλον, τρόπος ζωής, σύμβολο κοινωνικής κινητικότητας. Όμως δύσκολα μπορεί να αποτελέσει από μόνη της πολιτική πρόταση για μια γενιά που δεν θυμάται τον Ανδρέα Παπανδρέου ούτε ως πρωθυπουργό.
Πάμε τώρα στο επόμενο παράδοξο. Το ΠΑΣΟΚ είναι το μοναδικό κόμμα που μοιάζει να έχει τόσο έντονη σχέση με το ίδιο του το παρελθόν. Η Νέα Δημοκρατία επικαλείται ασφαλώς τον ιδρυτή της, αλλά δεν χρειάζεται κάθε Οκτώβριο να ξαναστήσει την πολιτική της ταυτότητα γύρω από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις δικές του ιστορικές αναφορές, δεν μπορεί να επιστρέψει σε κάποια αντίστοιχη «ιδρυτική στιγμή» που να λειτουργεί ως έτοιμο πολιτικό κιτ. Θα λέγαμε ότι το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη έχει ξεπεράσει ακόμη και το ΚΚΕ σε τυπολατρία.
Στην Κρήτη, βέβαια, το σκηνικό γίνεται ακόμη πιο εύκολο. Εκεί η πολιτική μνήμη έχει μακρά διάρκεια και το πράσινο χρώμα έχει αφήσει αποτύπωμα βαθύτερο από μια απλή κομματική προτίμηση. Το ερώτημα είναι αν αυτό αρκεί. Γιατί άλλο πράγμα η ιστορική μνήμη και άλλο η πολιτική αναβίωση. Άλλο να τιμάς την 3η του Σεπτέμβρη και άλλο να προσπαθείς να πρωταγωνιστήσεις ξανά με πεπαλαιωμένα υλικά. Το πρώτο είναι απολύτως φυσιολογικό για ένα κόμμα με ιστορία. Το δεύτερο μπορεί να εξελιχθεί σε παγίδα.
Σε μια εκλογική χρονιά, το ΠΑΣΟΚ δεν παλεύει πλέον μόνο με τη Νέα Δημοκρατία για την επόμενη μέρα. Παλεύει με την ανάμνηση του εαυτού του και, τώρα, με τον Αλέξη Τσίπρα για το ποιος θα κατοχυρώσει τη δεύτερη θέση. Οι τελευταίες μετρήσεις έχουν αρχίσει να δείχνουν τον Τσίπρα μπροστά και τον Ανδρουλάκη να ακολουθεί, γεγονός που μετατρέπει την επιστροφή στην Κρήτη και στην 3η του Σεπτέμβρη σε κάτι παραπάνω από επετειακή τελετουργία: είναι μια προσπάθεια να ξαναβρεί το ΠΑΣΟΚ μια πολιτική αυτοπεποίθηση που οι αριθμοί δεν του προσφέρουν.
Ο Ανδρουλάκης βρίσκεται στην πιο δύσκολη πολιτική θέση: όσο περισσότερο προσπαθεί να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ο αυθεντικός φορέας της προοδευτικής παράταξης, τόσο περισσότερο η συζήτηση καταλήγει στον Τσίπρα. Κι όταν δεν μπορείς να κερδίσεις το παρόν, επικαλείσαι το παρελθόν και κατά προτίμηση εκείνο στο οποίο το κόμμα σου κέρδιζε τα πάντα.
Άραγε, ποιος ακριβώς είναι σήμερα ο εκλογικός στόχος της Χαριλάου Τρικούπη; Έχει αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν γοητεύει πια όπως γοήτευε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα; Γιατί, αντί να αποτελεί πολιτική πρόταση για το αύριο, έχει αρχίσει να μετατρέπεται για την Gen Z σε ένα χαριτωμένο reel νοσταλγίας με μουσική υπόκρουση το «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια»;
Και κυρίως: έχει αναρωτηθεί κανείς γιατί, κάθε φορά που έρχονται τα χαμηλά ποσοστά, η ευθύνη βρίσκεται κάπου αλλού; Στα ΜΜΕ, στα συμφέροντα, στο σύστημα, στους δημοσκόπους, παντού εκτός από την ίδια την πολιτική πρόταση του κόμματος. Είναι άραγε αρκετή για να ξαναφέρει ψηφοφόρους η αντιδεξιά ρητορική και ο στείρος αντιμητσοτακισμός; Ή μήπως η κεντροαριστερά χρειάζεται κάτι περισσότερο από το να θυμίζει διαρκώς στους ψηφοφόρους γιατί δεν πρέπει να ψηφίσουν τη δεξιά;
Γιατί αν η «σύγχρονη εκδοχή της κεντροαριστεράς» είναι να κοιτάζει συνεχώς στον καθρέφτη του Ανδρέα, να φοβάται τη σκιά του Τσίπρα και να εξηγεί γιατί φταίνε όλοι οι άλλοι, τότε ίσως το πρόβλημα να μην είναι ότι ο δρόμος είναι δύσκολος. Ίσως απλώς να έχει πάρει λάθος δρόμο. Κι όπως λένε και στην Κρήτη: προσοχή στους κατσικόδρομους.
Χωρίς αμφιβολία, η 3η του Σεπτέμβρη υπήρξε κάποτε μια διακήρυξη για το μέλλον. Σήμερα, όμως, κινδυνεύει να εξελιχθεί στο πιο επιτυχημένο μνημόσυνο του ελληνικού πολιτικού παρελθόντος. Ένα κόμμα που κάποτε υποσχόταν ότι θα αλλάξει την Ελλάδα επιστρέφει κάθε χρόνο στον ίδιο τόπο για να θυμηθεί πώς ήταν όταν πίστευε ότι μπορούσε. Το μόνο που μένει να απαντήσει είναι αν θέλει πραγματικά την εξουσία ή απλώς να νοσταλγεί την εποχή που την είχε.















