Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Fårö: Το νησί όπου ο Μπέργκμαν γύρισε τις ταινίες του, μάζεψε τα παιδιά του και έγινε φάντασμα


Υπάρχουν τόποι που ένας δημιουργός τους χρησιμοποιεί ως σκηνικό και τόποι που τελικά τον καταπίνουν. Για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, το Fårö, ένα μικρό νησί στη Βαλτική, δεν υπήρξε απλώς το μέρος όπου γύρισε μερικές από τις πιο σημαντικές ταινίες του. Έγινε το ψυχικό του τοπίο, το σπίτι του, το οικογενειακό του καταφύγιο, η τελευταία του κατοικία και, σήμερα, ένας τόπος σχεδόν προσκυνήματος για όσους εξακολουθούν να ψάχνουν στις πέτρες, στο φως και στη σιωπή του κάτι από την ψυχή του σινεμά του.

Το Fårö δεν είναι εντυπωσιακό με τον τρόπο που είναι εντυπωσιακά τα νησιά των καρτ ποστάλ. Έχει γκρίζους βράχους, χαμηλό ουρανό, ασβεστολιθικούς σχηματισμούς που μοιάζουν με σιωπηλά γλυπτά, ανέμους, πρόβατα, άδειες ακτές και ένα φως που δεν χαρίζεται εύκολα. Εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Μπέργκμαν βρήκε κάτι που αναγνώρισε αμέσως ως δικό του. Είχε πάει σχεδόν απρόθυμα, ψάχνοντας τοποθεσίες για το «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη», ενώ αρχικά φανταζόταν ότι θα γύριζε την ταινία στα νησιά Όρκνεϊ της Σκωτίας. Η παραγωγή, για λόγους κόστους, τον έστειλε στο Fårö. Εκείνος είδε τους βράχους, τη θάλασσα και τον σκοτεινό ορίζοντα και κατάλαβε ότι είχε βρει κάτι πολύ πιο βαθύ από ένα location.

Fårö: Το νησί όπου ο Μπέργκμαν γύρισε τις ταινίες του, μάζεψε τα παιδιά του και έγινε φάντασμα Facebook Twitter
Ένας rauk, ασβεστολιθικός σχηματισμός σμιλεμένος από τα κύματα, στην ακτή του Fårö.

Από εκείνη τη στιγμή, το νησί άρχισε να συγχωνεύεται με το έργο του. Στο Fårö γύρισε ταινίες που μοιάζουν να έχουν βγει από το ίδιο του το νευρικό σύστημα: την «Περσόνα», τις «Σκηνές από έναν γάμο», έργα όπου το τοπίο δεν λειτουργεί ως φόντο αλλά ως πίεση πάνω στα σώματα και στις σχέσεις. Οι άδειες παραλίες, οι γυμνές πέτρες, η ξηρή βλάστηση και το φως της Βαλτικής έγιναν σταδιακά κάτι περισσότερο από αισθητική υπογραφή. Έγιναν η εικόνα μιας ψυχής που ψάχνει να πει την αλήθεια χωρίς στολίδια.

Όταν ο Μπέργκμαν πάτησε για πρώτη φορά στο Fårö, ήταν ήδη ο μεγάλος Σουηδός auteur, ο σκηνοθέτης των «Άγριων φραουλών», ο δημιουργός που είχε αρχίσει να καθορίζει για τη διεθνή σινεφιλία τι σημαίνει μοντέρνο ευρωπαϊκό σινεμά. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1965, το νησί έγινε το σκηνικό της «Περσόνα» και, μαζί, το μέρος όπου ο Μπέργκμαν ερωτεύτηκε τη Λιβ Ούλμαν. Για να ζήσουν αυτή την ιστορία μακριά από τα βλέμματα, έχτισε το Hammars, ένα μακρύ ξύλινο σπίτι στο Dämba, στραμμένο προς τη θάλασσα.

Το σπίτι αυτό, που σήμερα διατηρείται σχεδόν άθικτο, μοιάζει λιγότερο με βίλα διάσημου σκηνοθέτη και περισσότερο με μηχανισμό συγκέντρωσης. Μεγάλα παράθυρα προς τη θάλασσα, λιτή διακόσμηση, προβιές, αφίσες από παραστάσεις της Πίνα Μπάους, μια πολυθρόνα Eames όπου ο Μπέργκμαν άκουγε μουσική, βιβλιοθήκη με περίπου 7.000 τόμους, τριπλά τζάμια για να μην τον αποσπά ο ήχος των κυμάτων. Στο υπνοδωμάτιο, ακόμη και τα ίχνη της αϋπνίας του έχουν μείνει σαν μέρος του αρχείου: μικρές σημειώσεις, σκοτεινές φράσεις, βραδινές καταγραφές ενός ανθρώπου που δεν μπορούσε πάντα να ησυχάσει μέσα στο ίδιο του το σπίτι.

Fårö: Το νησί όπου ο Μπέργκμαν γύρισε τις ταινίες του, μάζεψε τα παιδιά του και έγινε φάντασμα Facebook Twitter
Τυπικά σπίτια ψαράδων στο Fårö, το νησί που οι σινεφίλ επισκέπτονται κάθε καλοκαίρι αναζητώντας τα ίχνη του Μπέργκμαν. /

Το Fårö, όμως, δεν ήταν μόνο ο τόπος της δουλειάς του. Ήταν και ο τόπος όπου ένας από τους πιο δύσκολους, απόμακρους και αυστηρούς δημιουργούς του 20ού αιώνα προσπάθησε, αργά και αδέξια, να γίνει οικογένεια. Ο Μπέργκμαν είχε εννέα παιδιά από έξι διαφορετικές γυναίκες. Για πολλά από αυτά, υπήρξε περισσότερο όνομα, μύθος και απουσία παρά καθημερινή πατρική παρουσία. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν Τζούνιορ, γιος του από τη δημοσιογράφο Gun Grut, μεγάλωσε σχεδόν χωρίς αναμνήσεις από τον πατέρα του. Ως έφηβος σκέφτηκε ακόμη και να αλλάξει όνομα, πριν διαλέξει έναν δρόμο όσο πιο μακριά γινόταν από τη σκιά του σινεμά: έγινε πιλότος.

Η μεγάλη στροφή έγινε το καλοκαίρι του 1978, όταν ο Μπέργκμαν έκλεινε τα 60. Με την επιμονή της Ίνγκριντ φον Ρόζεν, της γυναίκας που τότε βρισκόταν δίπλα του, αποφάσισε να μαζέψει στο Fårö όλα τα παιδιά του. Εννέα αδέλφια και αδελφές, πολλά από τα οποία δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, βρέθηκαν ξαφνικά στο ίδιο νησί, μπροστά σε έναν πατέρα που είχε περάσει χρόνια αποφεύγοντας ακριβώς αυτή τη συνάντηση. Η σκηνή, αν ανήκε σε ταινία του, θα μπορούσε να είναι ασφυκτική, γεμάτη κατηγορίες, σιωπές και μαχαιριές κάτω από το τραπέζι. Στην πραγματικότητα, φαίνεται πως λειτούργησε σχεδόν σαν απρόσμενη συμφιλίωση.

Από τότε, τα καλοκαίρια στο Fårö απέκτησαν οικογενειακό χαρακτήρα. Τα παιδιά και μερικές από τις μητέρες τους επέστρεφαν στα σπίτια που ο Μπέργκμαν είχε αγοράσει ή χτίσει στο νησί. Ο τόπος όπου ο σκηνοθέτης είχε βρει το σκληρότερο και καθαρότερο τοπίο του έγινε και ο τόπος όπου η διαλυμένη οικογένειά του απέκτησε, έστω καθυστερημένα, κοινή μνήμη. Η εικόνα είναι σχεδόν παράδοξη: ο άνθρωπος που φοβόταν την καθημερινότητα, που έφευγε από σχέσεις και οικογενειακές ευθύνες, γίνεται τελικά στο Fårö ένας ιδιόρρυθμος πατριάρχης.

Fårö: Το νησί όπου ο Μπέργκμαν γύρισε τις ταινίες του, μάζεψε τα παιδιά του και έγινε φάντασμα Facebook Twitter
Πρόβατα στο Fårö, το άγριο σουηδικό νησί που έγινε το ψυχικό τοπίο του σινεμά του Μπέργκμαν.

Η καθημερινότητά του εκεί ήταν γεμάτη τελετουργίες. Ο Μπέργκμαν χρειαζόταν πρόγραμμα, σιωπή, εργασία, προβολές, μουσική, επανάληψη. Είχε μετατρέψει ένα παλιό χοιροστάσιο σε ιδιωτική αίθουσα προβολών με δεκαπέντε πράσινες πολυθρόνες, όπου κάθε απόγευμα, στις τρεις, γινόταν η οικογενειακή ή φιλική προβολή. Κόπιες 35mm έφταναν από το Σουηδικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου και, πριν αρχίσει η ταινία, εκείνος διάβαζε στους παρευρισκόμενους μια μικρή εισαγωγή. Το σινεμά, για τον Μπέργκμαν, δεν ήταν ψυχαγωγία. Ήταν καθημερινή άσκηση, σχεδόν λατρεία.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το Fårö έγινε ένα είδος ζωντανού αρχείου. Εκεί ο Μπέργκμαν γύρισε συνολικά έξι ταινίες μεγάλου μήκους και δύο ντοκιμαντέρ για τους κατοίκους του νησιού. Εκεί έγραψε το «Φάνι και Αλέξανδρος», το έργο που συχνά αντιμετωπίζεται ως κινηματογραφική διαθήκη του, αν και γυρίστηκε στη Στοκχόλμη. Εκεί επίσης έζησε τις τελευταίες δεκαετίες του με ολοένα μεγαλύτερη απόσυρση, προστατευμένος από τους κατοίκους, οι οποίοι όταν εμφανίζονταν δημοσιογράφοι ή περίεργοι, έκαναν συχνά πως δεν ήξεραν πού μένει.

Ο μύθος του νησιού, όμως, δεν σταμάτησε με τον θάνατό του. Ο Μπέργκμαν πέθανε στο Hammars στις 30 Ιουλίου 2007, σε ηλικία 89 ετών. Είχε οργανώσει την κηδεία του με την ίδια σχολαστικότητα με την οποία οργάνωνε μια προβολή ή μια σκηνή. Τάφηκε στο μικρό νεκροταφείο του Fårö, μαζί με την τελευταία του σύζυγο, Ίνγκριντ φον Ρόζεν, σε ένα σημείο μακριά από τον δρόμο, σαν να ήθελε ακόμη και μετά θάνατον να κρατήσει την απόσταση που χρειαζόταν.

Fårö: Το νησί όπου ο Μπέργκμαν γύρισε τις ταινίες του, μάζεψε τα παιδιά του και έγινε φάντασμα Facebook Twitter
Η ιδιωτική αίθουσα προβολών του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στο Fårö, φτιαγμένη σε παλιό χοιροστάσιο, με δεκαπέντε πράσινες πολυθρόνες.

Στη διαθήκη του είχε προβλέψει ότι οι ιδιοκτησίες του στο νησί θα πουληθούν και τα χρήματα θα μοιραστούν ισότιμα στα παιδιά του. Ταυτόχρονα, όμως, είχε αφήσει πίσω του την επιθυμία τα σπίτια του να γίνουν χώροι φιλοξενίας καλλιτεχνών. Για ένα διάστημα, τίποτα δεν ήταν βέβαιο. Τα έπιπλα βγήκαν σε δημοπρασία, τα ακίνητα σε πώληση και υπήρχε ο φόβος ότι ο τόπος θα μετατρεπόταν σε μια εμπορική καρικατούρα του ίδιου του Μπέργκμαν, ένα τουριστικό προϊόν με το όνομά του.

Η λύση ήρθε από μια σχεδόν μυθιστορηματική φιγούρα: τον Χανς Γκούντε Γκούντεσεν, Νορβηγό εφευρέτη, επιστήμονα και δισεκατομμυριούχο της τεχνολογίας, ο οποίος αγόρασε τις ιδιοκτησίες και μεγάλο μέρος των αντικειμένων, ξοδεύοντας πάνω από 6 εκατομμύρια ευρώ για να διατηρήσει τον τόπο και να τον μετατρέψει σε καλλιτεχνική κατοικία. Έτσι το Hammars δεν έγινε «Bergman bed and breakfast». Έγινε χώρος όπου καλλιτέχνες μπορούν να μείνουν, να εργαστούν και να καθίσουν στο γραφείο ενός ανθρώπου που έζησε εκεί σαν να προσπαθούσε να απομονώσει κάθε περιττό θόρυβο από τη ζωή και από την τέχνη του.

Κάθε καλοκαίρι, το Fårö γεμίζει ξανά από ανθρώπους που αναζητούν τον Μπέργκμαν. Η Bergman Week, το φεστιβάλ που δημιουργήθηκε προς τιμήν του, φέρνει στο νησί σινεφίλ, φοιτητές, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, κριτικούς, ανθρώπους που έρχονται όχι μόνο για να δουν ταινίες, αλλά για να δουν το μέρος που τις γέννησε. Υπάρχουν κουίζ, συζητήσεις, προβολές, περίπατοι και το λεγόμενο Bergman Safari, μια ξενάγηση στα σπίτια, στις ακτές και στα σημεία όπου το τοπίο πέρασε μέσα στο έργο του.

Fårö: Το νησί όπου ο Μπέργκμαν γύρισε τις ταινίες του, μάζεψε τα παιδιά του και έγινε φάντασμα Facebook Twitter
Το γραφείο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στο σπίτι του στο Fårö, με την πολυθρόνα Eames όπου συνήθιζε να ακούει μουσική.

Υπάρχει κάτι σχεδόν ειρωνικό σε αυτό. Ο Μπέργκμαν, που φοβόταν τα τουριστικά λεωφορεία στο γκαζόν του, έγινε τελικά ο λόγος που άνθρωποι από όλο τον κόσμο ταξιδεύουν σε αυτό το μικρό νησί της Βαλτικής. Όμως το Fårö δεν έχει μετατραπεί σε θεματικό πάρκο. Ίσως επειδή το ίδιο το τοπίο αντιστέκεται σε αυτό. Είναι πολύ αυστηρό, πολύ γυμνό, πολύ λίγο πρόθυμο να κολακέψει τον επισκέπτη. Δεν προσφέρει εύκολη νοσταλγία. Προσφέρει σιωπή, πέτρα, φως και την αίσθηση ότι κάτι εδώ εξακολουθεί να δουλεύει κάτω από την επιφάνεια.

Γι’ αυτό οι σινεφίλ συνεχίζουν να πηγαίνουν. Όχι για να δουν απλώς πού έζησε ένας μεγάλος σκηνοθέτης, αλλά για να καταλάβουν πώς ένας τόπος μπορεί να γίνει μορφή σκέψης. Στο Fårö, το σινεμά του Μπέργκμαν δεν μοιάζει να ανήκει μόνο στην οθόνη. Είναι στις χαμηλές ακτές, στα σπίτια των ψαράδων, στις γυμνές αίθουσες, στα παράθυρα που κοιτούν τη θάλασσα, στην ιδιωτική αίθουσα προβολών, στη βιβλιοθήκη, στο νεκροταφείο, στα καλοκαιρινά οικογενειακά τραπέζια που άργησαν δεκαετίες να συμβούν.

Fårö: Το νησί όπου ο Μπέργκμαν γύρισε τις ταινίες του, μάζεψε τα παιδιά του και έγινε φάντασμα Facebook Twitter
Λεπτομέρεια από το σπίτι του Μπέργκμαν στο Fårö, που έχει διατηρηθεί σχεδόν άθικτο μετά τον θάνατό του.

Το νησί έγινε για εκείνον πατρίδα όχι επειδή του χάρισε γαλήνη, αλλά επειδή του επέτρεψε να ζήσει μέσα στην αγωνία του χωρίς να τη μεταμφιέζει. Εκεί μπορούσε να δουλέψει, να θυμώσει, να αποσυρθεί, να κοιμηθεί δύσκολα, να δει ταινίες, να μαζέψει τα παιδιά του, να αγαπήσει και να εξαφανιστεί. Και ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, το Fårö εξακολουθεί να μοιάζει λιγότερο με μνημείο και περισσότερο με σκηνή που δεν άδειασε ποτέ πραγματικά.

με στοιχεία από Le Monde



Πηγή: www.lifo.gr