Ίχνη πατημασιών ηλικίας περίπου 1,43 εκατομμύρια ετών σε μια λασπώδη όχθη λίμνης στη βόρεια Κένυα προσφέρουν νέα στοιχεία για το μέγεθος και τη συμπεριφορά του Παρανθρώπου, ενός είδους της ανθρώπινης εξελικτικής γραμμής το οποίο ήταν το τελευταίο του γένους του και ήταν γνωστό για τις εκτεταμένες ανατομικές προσαρμογές του στην κατανάλωση σκληρής βλάστησης.
Τα είδη που ανήκουν στην ανθρώπινη εξελικτική γραμμή ονομάζονται ανθρωπίνες (hominins). Παράνθρωπος (Paranthropus) ονομάζεται ένα γένος ανθρωπίνων που έχει αφανιστεί. Πρόκειται για δίποδα ανθρωποειδή που διαχωρίστηκαν από την εξέλιξη των αυστραλοπιθηκίνων (Αυστραλοπίθηκος) και δημιούργησαν το γένος Παράνθρωπος
Αποτυπώματα που άφησαν πριν από περίπου 1,43 εκατομμύρια χρόνια σε μια λασπώδη όχθη λίμνης στη βόρεια Κένυα προσφέρουν νέα στοιχεία για το μέγεθος και τη συμπεριφορά ενός είδους της ανθρώπινης εξελικτικής γραμμής, το οποίο ήταν το τελευταίο του γένους του και ήταν γνωστό για τις εκτεταμένες ανατομικές προσαρμογές του στην κατανάλωση σκληρής βλάστησης.
Το είδος Paranthropus boisei είναι γνωστό κυρίως από απολιθώματα κρανίων και δοντιών. Τώρα ερευνητές που εργάζονταν στην ανατολική όχθη της λίμνης Τουρκάνα στην Κένυα εντόπισαν 21 αποτυπώματα ποδιών τα οποία αποδίδονται σε οκτώ άτομα αυτού του είδους τα οποία φαίνεται πως περπατούσαν μαζί πάνω σε μια λασπώδη πεδιάδα.
Οι επιστήμονες απέδωσαν τα ίχνη στο συγκεκριμένο είδος με βάση το σχήμα των ποδιών και τον τρόπο βάδισης. Κατέληξαν επίσης στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα ανήκαν σε ενήλικα αρσενικά λόγω του μεγέθους τους. Τα αποτυπώματα προσφέρουν μια σπάνια εικόνα για την κοινωνική συμπεριφορά του Paranthropus boisei υποδεικνύοντας ότι τα αρσενικά ταξίδευαν κατά διαστήματα σε ομάδες χωρίς τη συνοδεία θηλυκών ή νεαρών ατόμων.
«Συνολικά, πρόκειται για ένα ακόμη εντυπωσιακό στιγμιότυπο που μας βοηθά να κατανοήσουμε πώς έμοιαζαν αυτοί οι ανθρωπίνες, πώς περπατούσαν και πώς αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους», δήλωσε ο παλαιοανθρωπολόγος Κέβιν Χατάλα από το Πανεπιστήμιο Chatham στο Πίτσμπουργκ και το Ινστιτούτο Εξελικτικής Ανθρωπολογίας Μαξ Πλανκ στη Γερμανία επικεφαλής της μελέτης που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Sciences».
Αποτυπώματα ελαφρώς παλαιότερα τα οποία περιγράφηκαν σε μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024 είχαν δείξει ότι ο Paranthropus boisei ζούσε στην ίδια περιοχή μαζί με έναν άλλο ανθρωπίνη, τον Homo erectus, ο οποίος ήταν εξελικτικά πιο κοντά στον σύγχρονο άνθρωπο και ενδεχομένως αποτελούσε άμεσο πρόγονό του.
«Ο Paranthropus boisei είναι κυρίως γνωστός για το εξαιρετικά στιβαρό κρανίο του και τα πολύ μεγάλα δόντια του. Για το υπόλοιπο σώμα του, από τον λαιμό και κάτω, γνωρίζαμε μέχρι σήμερα ελάχιστα», είπε ο Χατάλα.
Τα χαρακτηριστικά
Το είδος διέθετε μια οστέινη ακρολοφία στην κορυφή του κρανίου, παρόμοια με εκείνη των αρσενικών γοριλών, η οποία χρησίμευε για την πρόσφυση των ισχυρών μυών της μάσησης. Οι γομφίοι του ήταν περίπου τρεις φορές μεγαλύτεροι από τους ανθρώπινους. Η διατροφή του αποτελούνταν πιθανότατα από σκληρές τροφές, όπως αγρωστώδη φυτά, βούρλα που φύονται σε υγροτόπους, καθώς και ξηρούς καρπούς και σπόρους.
Οι διαστάσεις του σώματός του παρέμεναν μέχρι σήμερα ασαφείς. Τα νέα αποτυπώματα δείχνουν ότι μπορούσε να φτάσει σε ύψος έως και 1,83 μέτρα και βάρος περίπου 75 κιλά σημαντικά μεγαλύτερο από ό,τι θεωρούσαν έως σήμερα οι επιστήμονες πλησιάζοντας σε μέγεθος τον Homo erectus.
«Για πολλά χρόνια πιστεύαμε ότι είχε μικρότερο σώμα από τον σύγχρονό του Homo erectus ο οποίος θεωρείται ότι είχε πολύ ανθρώπινη σωματική διάπλαση. Ίσως όμως και ο Paranthropus boisei να μπορούσε να αποκτήσει αντίστοιχο μέγεθος σώματος παρά το γεγονός ότι η ανατομία του κρανίου του υποδηλώνει μια εντελώς διαφορετική διατροφή», ανέφερε ο Χατάλα. Οι ερευνητές χρονολόγησαν τα αποτυπώματα χρησιμοποιώντας στρώματα ηφαιστειακής τέφρας που βρίσκονταν στα γύρω πετρώματα. Στην ίδια περιοχή βρέθηκαν επίσης ίχνη από ιπποπόταμους, αντιλόπες, παρυδάτια πουλιά και άλλα ζώα.
Η ομάδα
Τα αποτυπώματα δείχνουν ότι τα οκτώ άτομα κινούνταν κάθετα προς την ακτογραμμή μπαίνοντας και βγαίνοντας από ελαφρώς βαθύτερα νερά σύμφωνα με τη συν-συγγραφέα της μελέτης Κέι Μπέρενσμεγιερ επιμελήτρια παλαιοντολογίας σπονδυλωτών στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Ινστιτούτου Smithsonian.
«Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς έκαναν εκεί» δήλωσε η Μπέρενσμεγιερ. Πιθανές εξηγήσεις είναι ότι αναζητούσαν τροφή ή νερό, πραγματοποιούσαν κάποια περιπολία ασφαλείας ή απλώς περπατούσαν μαζί.
«Μια άλλη πιθανότητα είναι ότι επρόκειτο για μια ομάδα εργένηδων αρσενικών, παρόμοια με αυτές που παρατηρούνται στους γορίλες. Εκεί η κοινωνική δομή βασίζεται σε ένα κυρίαρχο αρσενικό που μονοπωλεί την αναπαραγωγή και απομακρύνει τα υπόλοιπα αρσενικά από τα θηλυκά. Έτσι, τα εκτοπισμένα αρσενικά σχηματίζουν δικές τους ομάδες», εξήγησε ο εξελικτικός βιολόγος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και συν-συγγραφέας της μελέτης Νιλ Ρόουτς.
Σύμφωνα με τον ίδιο τα αποτυπώματα υποδηλώνουν ότι η κοινωνική δομή του είδους επέτρεπε στα αρσενικά να συνυπάρχουν ειρηνικά μεταξύ τους, τουλάχιστον υπό ορισμένες συνθήκες. Πιστεύεται ότι ο Paranthropus boisei εξαφανίστηκε πριν από περίπου 1,2 εκατομμύρια χρόνια σε μια περίοδο κλιματικών αλλαγών που ενδέχεται να περιόρισαν τις διαθέσιμες πηγές τροφής οδηγώντας το είδος σε εξελικτικό αδιέξοδο.
Τα γένη
Ο Homo erectus και ο σύγχρονος άνθρωπος (Homo sapiens) ανήκουν στο γένος Homo, δηλαδή σε μια ομάδα στενά συγγενικών ειδών με κοινά χαρακτηριστικά. Αντίστοιχα το λιοντάρι και η τίγρης ανήκουν στο ίδιο γένος αλλά αποτελούν διαφορετικά είδη.
Ο Paranthropus boisei που εμφανίστηκε πριν από περίπου 2,3 εκατομμύρια χρόνια ήταν το τελευταίο από τα τρία γνωστά είδη του γένους Paranthropus το οποίο πρωτοεμφανίστηκε πριν από περίπου 2,7 εκατομμύρια χρόνια. Θεωρείται επίσης το τελευταίο είδος ανθρωπίνη που δεν ανήκε στο γένος Homo. Ο σύγχρονος άνθρωπος, δηλαδή εμείς, εμφανίστηκε πριν από περίπου 300.000 χρόνια.
Οι επιστήμονες δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ο ανταγωνισμός με τον Homo erectus να συνέβαλε στην εξαφάνιση του Paranthropus boisei. Ο Homo erectus με μικρότερα δόντια και ασθενέστερες γνάθους, πιστεύεται ότι κατανάλωνε λιγότερη σκληρή βλάστηση και περισσότερο κρέας, αν και οι δύο ομάδες πιθανότατα μοιράζονταν ορισμένες πηγές τροφής.
«Για παράδειγμα ίσως και τα δύο είδη εκμεταλλεύονταν παρόμοιες πηγές τροφής στις όχθες των λιμνών, αλλά στη συνέχεια διαφοροποιούσαν τη διατροφή τους ως προς τα υπόλοιπα συστατικά της» κατέληξε ο Χατάλα.
Naftemporiki.gr
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.














