Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ποια είναι η σχέση της άσκησης με το εντερικό μικροβίωμα και τον διαβήτη τύπου 2 – Τι δείχνουν έρευνες στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν έρευνες που διεξάγονται στο Εργαστήριο Βιοχημείας, Φυσιολογίας και Διατροφής της Άσκησης του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας για τη σχέση που έχει η άσκηση με το εντερικό μικροβίωμα και τον διαβήτη τύπου 2.

Μεταξύ άλλων η συστηματική άσκηση μπορεί να επηρεάζει το εντερικό μικροβίωμα, ανοίγοντας νέες προοπτικές για την πρόληψη και τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2.

Η ερευνητική δουλειά γίνεται από την Χαρά Δελή, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με την οποία συζητήσαμε για τις ερευνητικές εξελίξεις.

Ο διαβήτης τύπου 2 (ΔΤ2) αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ομοσπονδία Διαβήτη, περισσότεροι από 537 εκατομμύρια ενήλικες ηλικίας 20-79 ετών ζούσαν με διαβήτη το 2021, ενώ σχεδόν οι μισοί παρέμεναν αδιάγνωστοι. Η νόσος χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, κυρίως λόγω μειωμένης αποτελεσματικότητας της ινσουλίνης, ενώ αρκετά χρόνια πριν από την εμφάνισή της προηγείται συνήθως ένα ενδιάμεσο στάδιο, γνωστό ως προδιαβήτης.

Στους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη του ΔΤ2, σύμφωνα με όσα τονίζει η κ. Δελή στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, περιλαμβάνονται η γενετική προδιάθεση, η παχυσαρκία και η ανεπαρκής σωματική δραστηριότητα. Οι σκελετικοί μύες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση του σακχάρου, καθώς ευθύνονται για περίπου 80-90% της πρόσληψης γλυκόζης που διεγείρεται από την ινσουλίνη. Για τον λόγο αυτό, η αντίσταση των μυών στη δράση της ινσουλίνης αποτελεί έναν από τους βασικούς παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς που οδηγούν στην εμφάνιση του διαβήτη τύπου 2.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια, η επιστημονική κοινότητα στρέφει όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον της σε έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα: το εντερικό μικροβίωμα. Πρόκειται για μια εξαιρετικά πολύπλοκη κοινότητα περισσότερων από 100 τρισεκατομμυρίων μικροοργανισμών, οι οποίοι αποικίζουν τον γαστρεντερικό σωλήνα και επηρεάζουν πλήθος λειτουργιών του οργανισμού, από τον μεταβολισμό και το ανοσοποιητικό σύστημα μέχρι τη φλεγμονή και την ενεργειακή ισορροπία.

Όταν η σύσταση του εντερικού μικροβιώματος, τονίζει η κ. Δελή, βρίσκεται σε ισορροπία, η σχέση του με τον ανθρώπινο οργανισμό είναι συμβιωτική και συμβάλλει στη διατήρηση της υγείας. Αντίθετα, η διαταραχή αυτής της ισορροπίας, γνωστή ως δυσβίωση, έχει συσχετισθεί με την ανάπτυξη πολλών χρόνιων νοσημάτων, μεταξύ των οποίων και ο διαβήτης τύπου 2.

Οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι το εντερικό μικροβίωμα των ατόμων με διαβήτη τύπου 2 διαφέρει σημαντικά από εκείνο των υγιών ατόμων. Η δυσβίωση χαρακτηρίζεται από αυξημένη παρουσία μικροοργανισμών που ενισχύουν τις φλεγμονώδεις διεργασίες και μειωμένη παρουσία βακτηρίων με αντιφλεγμονώδη δράση. Παράλληλα, παρατηρείται μείωση ωφέλιμων βακτηρίων που παράγουν λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου (short-chain fatty acids, SCFAs), ουσίες οι οποίες φαίνεται να συμβάλλουν στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και στην ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μεταβολές αυτές δεν εμφανίζονται μόνο μετά την εγκατάσταση της νόσου, όπως τονίζει επίσης η κ. Δελή. Επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η δυσβίωση του εντερικού μικροβιώματος μπορεί να παρατηρηθεί ήδη από το στάδιο του προδιαβήτη, γεγονός που υποδηλώνει ότι συμμετέχει στα πρώτα στάδια της εξέλιξης της νόσου.

Με βάση τα παραπάνω, η ανάπτυξη στρατηγικών που μπορούν να βελτιώσουν τη σύσταση του εντερικού μικροβιώματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την πρόληψη ή την καθυστέρηση της εμφάνισης του διαβήτη τύπου 2. Η συστηματική άσκηση φαίνεται να αποτελεί μία από αυτές τις στρατηγικές.

Είναι ήδη γνωστό ότι η αερόβια άσκηση, δεν παραλείπει να τονίσει η κ. Δελή, η άσκηση με αντιστάσεις, ο συνδυασμός τους, αλλά και η διαλειμματική άσκηση υψηλής έντασης (HIIT), συμβάλλουν αποτελεσματικά στην πρόληψη και αντιμετώπιση της νόσου. Τα οφέλη αυτά αποδίδονται κυρίως στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, στην καλύτερη λειτουργία των σκελετικών μυών και στη μείωση της χρόνιας φλεγμονής χαμηλού βαθμού.

Πρόσφατα, όμως, μελέτες ανέδειξαν έναν ακόμη πιθανό μηχανισμό μέσω του οποίου η άσκηση ασκεί τις ευεργετικές της επιδράσεις. Η συστηματική φυσική δραστηριότητα, τονίζει η κ. Δελή, φαίνεται να αυξάνει την ποικιλομορφία του εντερικού μικροβιώματος, να μειώνει την παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών και να ενισχύει την ανάπτυξη ευεργετικών βακτηρίων. Έρευνες σε αθλητές και ιδιαίτερα δραστήρια άτομα έχουν δείξει υψηλότερη αφθονία βακτηρίων όπως τα Akkermansia, Bifidobacterium, Faecalibacterium και Roseburia, τα οποία σχετίζονται με καλύτερη μεταβολική υγεία και αυξημένη παραγωγή ωφέλιμων μεταβολιτών.

Παρότι τα ευρήματα αυτά είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, η επίδραση της άσκησης στο εντερικό μικροβίωμα ατόμων με προδιαβήτη και διαβήτη τύπου 2 δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως και η έρευνα στο πεδίο αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη. Για να καταλήξει τονίζοντας:

«Στο Εργαστήριο Βιοχημείας, Φυσιολογίας και Διατροφής της Άσκησης του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας πραγματοποιείται αυτή την περίοδο ερευνητική μελέτη με στόχο τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ συστηματικής άσκησης, εντερικού μικροβιώματος και διαβήτη τύπου 2. Οι ερευνητές εξετάζουν κατά πόσο η σύσταση του μικροβιώματος διαφοροποιείται από τον φυσιολογικό μεταβολισμό γλυκόζης στον προδιαβήτη και στον διαβήτη τύπου 2, καθώς και αν η συστηματική άσκηση μπορεί να επιφέρει ευεργετικές μεταβολές στη μικροβιακή κοινότητα του εντέρου.

Παράλληλα, διερευνάται εάν οι αλλαγές αυτές συνοδεύονται από βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου και άλλων φυσιολογικών και βιοχημικών δεικτών υγείας. Τα αποτελέσματα της μελέτης αναμένεται να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση του ρόλου που μπορεί να διαδραματίζει η άσκηση στη διαμόρφωση του εντερικού μικροβιώματος και, κατ’ επέκταση, στην πρόληψη και αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πηγή www.karditsalive.net