Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι ότι αυτό το σπίτι είναι ένα ξέφωτο ευτυχίας. Ένας τόπος που σε κάνει να χαμηλώνεις ασυναίσθητα τη φωνή και να επιβραδύνεις το βήμα. Δεν είναι μόνο η αρχιτεκτονική του ούτε η εντυπωσιακή συλλογή έργων τέχνης. Είναι κάτι πιο δύσκολο να περιγραφεί: η αίσθηση ότι εδώ η ζωή έχει κυλήσει χωρίς βιασύνη. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ο αρχικός πυρήνας του χρονολογείται γύρω στο 1600. Από τότε δεν έπαψε να μεταμορφώνεται, κρατώντας κάθε εποχή, κάθε άνθρωπο και κάθε ιστορία σαν ένα ακόμη στρώμα μνήμης.
Μπαίνοντας από τη διακριτική μεταλλική πόρτα, αφήνω πίσω μου τα Καλύβια και βρίσκομαι σε έναν μικρόκοσμο που θα μπορούσε να βρίσκεται σε κάποιο ελληνικό νησί, στην Ανδαλουσία ή στην Τοσκάνη. Τα διαφορετικά κτίσματα επικοινωνούν μεταξύ τους μέσα από πέτρινα μονοπάτια, μικρές αυλές, καμάρες σκεπασμένες με αναρριχώμενα φυτά και ξαφνικά ανοίγματα που αφήνουν το βλέμμα να ταξιδεύει μέχρι την επόμενη γωνιά. Δεν υπάρχει μια κεντρική εικόνα. Το σπίτι αποκαλύπτεται σιγά σιγά, σαν να σου ζητά να το περπατήσεις για να το γνωρίσεις.
Είναι από εκείνα τα σπίτια που δεν τα εξαντλείς ποτέ σε μία φωτογράφιση. Κάθε δέκα βήματα ανακαλύπτεις μια νέα αυλή, ένα έργο τέχνης που σχεδόν κρύβεται μέσα στα φυτά, ένα μεγάλο πήλινο πιθάρι, μια πέτρινη κατασκευή, έναν ξυλόφουρνο, μια εξωτερική κουζίνα που μοιάζει να περιμένει φίλους για καλοκαιρινά τραπέζια. Όλα μοιάζουν φυσικά, σαν να υπήρχαν πάντα εδώ.
Σε αυτό το σπίτι τίποτα δεν έγινε απότομα. Δεν υπήρξε ένας αρχιτέκτονας που παρέδωσε σχέδια ούτε μια εργολαβία που ολοκληρώθηκε σε λίγους μήνες. Όλα χτίστηκαν λίγο λίγο. Ένας τοίχος τη μία χρονιά, μια πέργκολα την επόμενη, μια νέα αυλή, μια πέτρινη διαδρομή, ένα παρτέρι, ένα δέντρο που μεγάλωσε αρκετά ώστε να επιτρέψει την επόμενη παρέμβαση.
Η Γωγώ και ο Γαβρίλος με ξεναγούν χωρίς να μου δείχνουν αντικείμενα. Μου αφηγούνται μόνο ιστορίες. «Η μουριά είναι της μαμάς του Γαβρίλου. Η λυγαριά είναι του αδελφού του. Η τριανταφυλλιά επίσης έχει τη δική της ιστορία».
Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι δεν μου μιλά για φυτά. Μου συστήνει ανθρώπους. Σε αυτό το σπίτι τα δέντρα δεν είναι διακόσμηση. Είναι οικογένεια. Και ο κήπος κομμάτι της ψυχής του σπίτιου. Ίσως γι’ αυτό καμία κατασκευή δεν έγινε ποτέ εις βάρος τους. Όταν χρειάστηκε να χτιστούν νέοι χώροι, οι διαδρομές άλλαξαν για να σωθούν οι κορμοί. Οι αυλές προσαρμόστηκαν στις ρίζες και όχι το αντίθετο. Είναι μια σπάνια μορφή σεβασμού που δύσκολα συναντάς σήμερα. Τους το λέω και χαμογελούν σεμνά.
Η ιστορία του σπιτιού ξεκινά αιώνες προτού το κατοικήσουν οι σημερινοί ιδιοκτήτες του. Το σπίτι υπήρξε η κατοικία της οικογένειας του Γαβρίλου και στη διάρκεια της ζωής του απέκτησε πολλές διαφορετικές χρήσεις. Νοικιάστηκε, εγκαταλείφθηκε, φιλοξένησε ανθρώπους, πέρασε από δύσκολες εποχές. Στα χρόνια της δικτατορίας, όπως μου διηγούνται, αποτέλεσε ακόμη και σημείο συνάντησης ανθρώπων της Αντίστασης. Τότε τα Καλύβια ήταν σχεδόν ένα απομονωμένο χωριό. Για να φτάσεις από την Αθήνα χρειαζόσουν χρόνο, υπομονή και διάθεση για εκδρομή.
Όταν η Γωγώ πρωτοήρθε εδώ, το 2002, τίποτα δεν θύμιζε τη σημερινή εικόνα. Υπήρχε ένα μικρό ταπεινό σπίτι, λίγα δέντρα και ένας κήπος που περίμενε να ξαναζήσει. Η ίδια βρισκόταν σε μια περίοδο ανατροπών στην προσωπική της ζωή: ένας δύσκολος χωρισμός, δυο παιδιά και η ανάγκη να ξαναχτίσει τη ζωή της από την αρχή. Εκείνη την εποχή γνώρισε τον Γαβρίλο.
Δεν αφηγούνται την ιστορία τους σαν κινηματογραφικό έρωτα· τη θυμούνται γελώντας. Με κοινές παρέες, τραπέζια, μουσικές βραδιές, ένα παστίτσιο που παραλίγο να προσγειωθεί στο χώμα αλλά το έσωσε ο Γαβρίλος προτού ακουμπήσει κάτω, μικρές συμπτώσεις που, χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να αλλάζουν τη ζωή και των δύο.
Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, εξακολουθούν να ολοκληρώνουν ο ένας τις προτάσεις του άλλου. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το σπίτι.
Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι επιμελήθηκε η Γωγώ και τι κατασκεύασε ο Γαβρίλος. Είναι και οι δυο τους τόσο φιλόξενοι, έχουν περίσσευμα ψυχής. Τους το λέω και η Γωγώ μου απαντά με φυσικότητα: «Αν έχεις αγαπηθεί πολύ, δεν μπορεί παρά να θες να το αντιγυρίσεις. Εδώ, σε αυτό το σπίτι, όλα είναι αποτέλεσμα διαλόγου».
Ο Γαβρίλος ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από πολλά σπουδαία έργα της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, χωρίς ποτέ να επιδιώξει να βρεθεί μπροστά. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 συνεργάστηκε με μερικούς από τους σημαντικότερους Έλληνες δημιουργούς. Πίσω από δύσκολες μεταλλικές κατασκευές, μεγάλα έργα, εγκαταστάσεις και εκθέσεις βρίσκεται συχνά το δικό του χέρι. Ο Γιάννης Γαΐτης, ο Αλέξης Ακριθάκης, η Μαρία Παπαδημητρίου, η Λήδα Παπακωνσταντίνου, ο Κώστας Βαρώτσος είναι μόνο μερικά από τα ονόματα με τα οποία συμπορεύτηκε δημιουργικά.
«Οι καλλιτέχνες πολλές φορές έφερναν την ιδέα», μου λέει η Γωγώ, «ο Γαβρίλος έβρισκε τον τρόπο να την πραγματοποιήσει». Κοιτάζω γύρω μου και καταλαβαίνω τι εννοεί. Σχεδόν κάθε λεπτομέρεια του σπιτιού έχει περάσει από τα χέρια του, οι μεταλλικές κατασκευές, οι πέργκολες, οι πέτρινες διαμορφώσεις, τα στηρίγματα των δέντρων, οι μικρές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις που σχεδόν δεν αντιλαμβάνεσαι, αλλά κρατούν το σύνολο σε απόλυτη ισορροπία. Κι όμως, τίποτα δεν μοιάζει επιδεικτικό. Η τεχνική γνώση κρύβεται διακριτικά πίσω από την αίσθηση φυσικότητας, κι αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα αυτού του σπιτιού.
Υπάρχει μια λεπτομέρεια που επανέρχεται συνεχώς όσο μιλάμε και τελικά αποδεικνύεται η πιο ουσιαστική. Σε αυτό το σπίτι τίποτα δεν έγινε απότομα. Δεν υπήρξε ένας αρχιτέκτονας που παρέδωσε σχέδια ούτε μια εργολαβία που ολοκληρώθηκε σε λίγους μήνες. Όλα χτίστηκαν λίγο λίγο. Ένας τοίχος τη μία χρονιά, μια πέργκολα την επόμενη, μια νέα αυλή, μια πέτρινη διαδρομή, ένα παρτέρι, ένα δέντρο που μεγάλωσε αρκετά ώστε να επιτρέψει την επόμενη παρέμβαση. «Πόντο πόντο», όπως λέει η Γωγώ. Και αυτή η φράση μοιάζει να περιγράφει όχι μόνο το σπίτι αλλά και τη σχέση τους.
Στον κήπο δεν υπάρχουν αυστηρές χαράξεις ούτε γεωμετρικές συμμετρίες. Η τεράστια μουριά απλώνει τα κλαδιά της σαν φυσική οροφή πάνω από το καλοκαιρινό καθιστικό, οι γλυσίνες αγκαλιάζουν τις καμάρες, οι λεμονιές και οι μανταρινιές μπερδεύονται με τις δάφνες, ενώ πήλινα πιθάρια και κεραμικά ξεπροβάλλουν ανάμεσα στη βλάστηση σαν να βρίσκονται εδώ αιώνες. Η εξωτερική κουζίνα με τον ξυλόφουρνο είναι έτοιμη να υποδεχτεί μια μεγάλη παρέα, ενώ λίγο πιο πέρα ένα καθιστικό που το λες και ατελιέ είναι πλημμυρισμένο από φυσικό φως, θυμίζοντας ότι σε αυτό το σπίτι η δημιουργία είναι καθημερινότητα και όχι τελετουργία.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι φίλοι τους επιστρέφουν ξανά και ξανά. Ο χώρος δεν λειτουργεί σαν σκηνικό. Σε καλεί να συμμετέχεις. Να καθίσεις, να ανοίξεις ένα μπουκάλι κρασί, να κόψεις ένα λεμόνι από το δέντρο, να χαθείς σε μια συζήτηση που μπορεί να κρατήσει μέχρι τα ξημερώματα.
Η Γωγώ έχει μια σπάνια ικανότητα να κάνει τον συνομιλητή της να αισθάνεται ότι βρίσκεται σε οικείο μέρος. Δεν ξεναγεί. Φιλοξενεί. Και αυτό αλλάζει εντελώς τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τον χώρο. Δεν παρατηρείς απλώς ένα σπίτι· μπαίνεις για λίγο στη ζωή των ανθρώπων του. Μου λέει οτι πολλές παρέες ξεμένουν εδώ και κοιμούνται «στρωματσάδα» στον κήπο.
Στους τοίχους, στις αυλές και στους μικρούς εκθεσιακούς χώρους συναντά κανείς έργα σημαντικών δημιουργών. Ο Γιάννης Γαΐτης, ο Αλέξης Ακριθάκης, ο Κώστας Βαρώτσος, η Λήδα Παπακωνσταντίνου, η Μαρία Παπαδημητρίου αλλά και νεότεροι καλλιτέχνες συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχία. Όλοι είναι φίλοι τους που πορεύτηκαν μαζί στις δεκαετίες και την τέχνη. Κάποια έργα βρίσκονται εδώ μόνιμα, άλλα φιλοξενούνται προσωρινά, μέχρι να πάρουν τον δρόμο τους για την επόμενη έκθεση.
Το σπίτι άλλωστε δεν είναι στατικό. Συνεχίζει να αλλάζει. Το 2013, μέσα στην πιο δύσκολη περίοδο της οικονομικής κρίσης, γεννήθηκε η ιδέα να ανοίξει τις πόρτες του και να φιλοξενήσει εκθέσεις σύγχρονης τέχνης, όχι ως ένας ακόμη εκθεσιακός χώρος αλλά ως ένας τόπος συνάντησης. Φίλοι, καλλιτέχνες, επιμελητές, τεχνικοί και εθελοντές δούλεψαν μαζί, πολλές φορές χωρίς αμοιβή, επειδή πίστευαν στη δύναμη της συλλογικότητας. Σήμερα, αυτή η δημιουργική διαδρομή συνεχίζεται μέσα από τον χώρο τέχνης ΠΕΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ, που στεγάζεται στο ίδιο κτήμα και λειτουργεί ως φυσική προέκταση της φιλοσοφίας του σπιτιού.
Αυτή την περίοδο φιλοξενεί την έκθεση ζωγραφικής της ομάδας Shizen, με έργα εμπνευσμένα από τη σινοϊαπωνική αισθητική και τη φιλοσοφία του Ζεν, επιβεβαιώνοντας ότι εδώ η τέχνη δεν είναι ένα γεγονός, αλλά ένας διαρκής τρόπος ζωής. Η συμβολή του Γαβρίλου σε αυτή την ιστορία είναι καθοριστική. Για δεκαετίες υπήρξε ο άνθρωπος που μετέτρεπε τις πιο απαιτητικές καλλιτεχνικές ιδέες σε πραγματικές κατασκευές. Συνεργάστηκε με κορυφαίους Έλληνες δημιουργούς, συμμετείχε σε σημαντικές διοργανώσεις όπως η Μπιενάλε της Βενετίας και συνέβαλε στην υλοποίηση μουσείων και μεγάλων εγκαταστάσεων. Κι όμως, όταν μιλά για όλα αυτά, το κάνει με αξιοθαύμαστη σεμνότητα.
Η Γωγώ γελά όταν προσπαθώ να τον κάνω να μιλήσει περισσότερο. «Αυτός είναι ο Γαβρίλος. Δεν θα σου πει ποτέ τι έκανε. Αν δεν το πω εγώ, δεν θα το μάθεις ποτέ».
Ίσως αυτή η γενναιοδωρία να είναι το πιο βασικό χαρακτηριστικό και των δύο. Δεν νιώθεις ποτέ ότι βρίσκεσαι απέναντι σε ανθρώπους που θέλουν να επιδείξουν το έργο ή τη ζωή τους. Αντίθετα, έχεις την αίσθηση ότι ανοίγουν την πόρτα του σπιτιού τους με την ίδια φυσικότητα που θα έστρωναν ένα ακόμη πιάτο στο τραπέζι.
Προτού φύγω, γυρίζω να κοιτάξω για τελευταία φορά την αυλή. Το απογευματινό φως περνά μέσα από τα φύλλα της μουριάς και ζωγραφίζει σκιές πάνω στις πέτρες. Ένα έργο τέχνης σχεδόν χάνεται πίσω από μια γλάστρα. Μια γάτα περνά αθόρυβα ανάμεσα στα δέντρα. Κάπου ακούγονται γέλια.
Σκέφτομαι ότι, τελικά, αυτό το σπίτι δεν είναι σημαντικό επειδή ξεκίνησε την πορεία του τον 17ο αιώνα ούτε επειδή φιλοξενεί σπουδαία έργα τέχνης. Είναι σημαντικό γιατί καταφέρνει κάτι σπάνιο: να αποδεικνύει ότι η ομορφιά δεν δημιουργείται μόνο από την αρχιτεκτονική ή το design, αλλά από τον τρόπο που επιλέγουν οι άνθρωποι να ζουν μαζί.
Ίσως γι’ αυτό, φεύγοντας, δεν παίρνω μαζί μου μια εικόνα. Παίρνω μια αίσθηση. Την αίσθηση ότι υπάρχουν ακόμη σπίτια που δεν είναι απλώς κατοικίες. Είναι καταφύγια. Τόποι που έχουν τη δύναμη να σε κάνουν να πιστέψεις, έστω για λίγο, ότι η ευτυχία μπορεί να έχει μια αυλή, τη σκιά μιας παλιάς μουριάς και την πόρτα της πάντα ανοιχτή.















