Κοιτάζω τη φωτογραφία της Αν Κάρσον και σκέφτομαι πόσο αστεία μπορεί να είναι η δόξα τη στιγμή που σε βρίσκει απροετοίμαστο.
Μόλις της ανακοίνωσαν ότι κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο σύζυγός της, ο καλλιτέχνης Ρόμπερτ Κέρι, τη φωτογραφίζει. Και αυτήν ακριβώς τη φωτογραφία ανεβάζει ο επίσημος λογαριασμός των Νόμπελ. Ούτε βασιλιάδες, ούτε παράσημα. Μια γυναίκα που τα έχει χαμένα μπροστά στο ψυγείο της.
Θυμήθηκα τον Σεφέρη το 1963, με το φράκο του, να παραλαμβάνει το ίδιο βραβείο από τον βασιλιά της Σουηδίας. Τον διπλωμάτη που γνώριζε άριστα (σχεδόν υπερβολικά) τις τελετουργίες του επίσημου κόσμου, όρθιο μέσα στη μεγαλοπρέπεια της Στοκχόλμης. Ωραία εικόνα αν και λίγο παλιακή για τα γούστα μου.
Κι όμως, όταν ανακοινώθηκε η βράβευσή του, στις 24 Οκτωβρίου, ο Σεφέρης βρισκόταν κι εκείνος στο σπίτι του, στην οδό Άγρας. Με τη Μαρώ, ανάμεσα σε φίλους, δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ. Υπάρχουν υπέροχες φωτογραφίες του Κώστα Μεγαλοκονόμου από εκείνη την ημέρα, με τον ποιητή στο γραφείο του, λίγο αμήχανο μέσα στον ξαφνικό θόρυβο.
Μόνο που τότε κάποιος έπρεπε να έρθει από την εφημερίδα για να την απαθανατίσει. Σήμερα πια αρκεί να σηκώσει ο άνθρωπός σου τη φωτογραφική μηχανή και, λίγο αργότερα, να αναλάβει η ίδια η Σουηδική Ακαδημία τη διανομή της συγκίνησής σου.
Ασφαλώς και οι άνθρωποι των Νόμπελ γνωρίζουν τι κάνουν. Ένα τέτοιο στιγμιότυπο θα ταξιδέψει στο Ίντερνετ πολύ μακρύτερα από την εκατοστή φωτογραφία μιας επίσημης απονομής. Η οικειότητα πουλάει, ακόμη κι όταν είναι απολύτως γνήσια. Κι οι μεγάλοι θεσμοί έμαθαν πια να μας δείχνουν το ανθρώπινο πρόσωπό τους χωρίς τις παλιές αποστάσεις.
Δεν με ενοχλεί. Περισσότερο με διασκεδάζει η ταχύτητα με την οποία ένα τόσο προσωπικό ξάφνιασμα γίνεται δημόσιο θέαμα. Η Κάρσον δεν έχει προλάβει να συνέλθει κι εμείς έχουμε ήδη μπει στην κουζίνα της και τη πασπατεύουμε με τα αχόρταγα μάτια μας.
Αλλά υπάρχει και κάτι σχεδόν παράξενο σε αυτή τη φωτογραφία. Ο Κέρι βλέπεις, δεν είναι απλώς ο σύζυγος που έτυχε να κρατάει μια μηχανή. Δουλεύουν εδώ και χρόνια μαζί, φτιάχνοντας βιβλία και παραστάσεις όπου η ποίηση μπλέκεται με εικόνες, σχέδια, φωτογραφίες, υλικά που κανονικά δεν θα περίμενες να συναντήσεις σε ένα λογοτεχνικό έργο.
Μιλώντας παλιότερα για την εικονογραφημένη «Antigonick», ο Κέρι είχε πει ότι τον ενδιέφερε αυτό που συμβαίνει στην κουζίνα του γείτονα, κάπου πίσω από τον Κρέοντα. Να λοιπόν που, τόσα χρόνια μετά, η δική τους κουζίνα γίνεται το σκηνικό μιας μικρής λογοτεχνικής ιστορίας. Η Αντιγόνη, ο Κρέοντας, η Σουηδική Ακαδημία και το ψυγείο. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μία από τις αλλόκοτες συναντήσεις της Κάρσον.
Σκέφτηκα τη γυναίκα που πέρασε τη ζωή της μεταφράζοντας τη Σαπφώ, ξαναγράφοντας τον έρωτα του Γηρυόνη, συνομιλώντας με νεκρούς ποιητές και χαμένες γλώσσες, να στέκεται τώρα στην κουζίνα της, στην Ισλανδία, και να ακούει ότι η ζωή της μόλις άλλαξε.
Τον Δεκέμβριο θα πάει στη Στοκχόλμη. Θα φορέσει ό,τι θεωρεί κατάλληλο, θα παραλάβει το μετάλλιο, θα συμμετάσχει σε μια τελετή που ευτυχώς δεν έχασε ακόμη την παλιά της μεγαλοπρέπεια. Ίσως να έχουμε τότε και τις φωτογραφίες που αρμόζουν στο μέγεθος της διάκρισης.
Εγώ πάντως θα θυμάμαι την πρώτη. Το έκπληκτο στόμα, τα μοβ γυαλιά, το κόκκινο τηλέφωνο. Μια γυναίκα που πέρασε μια ζωή αναζητώντας τις ακριβείς λέξεις και που, όταν την επισκέφθηκε η μεγάλη τιμή, έμοιαζε να μην ξέρει τι να πει.
Την ώρα που την ειδοποίησαν, βρισκόταν στο Ρέικιαβικ.
Η γραμματέας της Ακαδημίας είπε πως η ποιήτρια άκουγε τον άνεμο.















