Μεγάλωσε μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, Μυτιλήνης και Ανόβερο, παιδί ενός Έλληνα και μιας Γερμανίδας, δυο αντισυμβατικών γονιών που δεν του έθεταν συχνά όρια. «Μεγάλωσα σχετικά ανορίωτος», λέει σήμερα, ενώ θυμάται ότι τους χειμώνες έλειπαν από την Ελλάδα για μήνες, κάνοντας μακρινά ταξίδια – τα μαθήματα που έχανε τα αναπλήρωνε με ιδιαίτερα ο πατέρας του: «Την ελληνική αλφάβητο την έμαθα περπατώντας τους δρόμους του Αγκαντίρ στο Μαρόκο».
Σε εκείνον όμως οφείλει και την αγάπη του για τον κινηματογράφο, καθώς πίσω στο νησί έβλεπαν ό,τι έπαιζε το μοναδικό θερινό σινεμά, ξεκινώντας με τις ταινίες της σεζόν και κάνοντας το double bill με Σταλόνε και Βαν Νταμ. Ταυτόχρονα καταβρόχθιζε τα ράφια των βίντεο κλαμπ της πόλης. Οι αγαπημένοι του πατέρα: Ταρκόφσκι, Παζολίνι, Ρεγκ. Αναπόφευκτα αυτές οι ταινίες αποτέλεσαν τις δικές του πρώτες αγαπημένες, μέχρι που ανακάλυψε τα δικά του ινδάλματα, τον Τρίερ, τον Μίικε, τον Ρεϊγάδας – για τον οποίο αργότερα ταξίδεψε στην άλλη άκρη του κόσμου.
Οι πρώτες του σπουδές ήταν στην επιστήμη των υπολογιστών και παρόλο που αφοσιώθηκε ολόψυχα σε αυτές, μετά από ένα ταξίδι κατά το οποίο έκανε τον γύρο του κόσμου με οτοστόπ, αποφάσισε να ξεκινήσει από την αρχή, σπουδάζοντας σύγχρονες τέχνες στη Γαλλία.
«Το σώμα αντανακλά τη γύρω μας πραγματικότητα, κοινωνική, οικονομική, πολιτική, ιστορική, μέσω του τρόπου με τον οποίο στέκεται, αγκαλιάζει ή κινείται. Ακόμα και σε βιολογικό επίπεδο, όλα συγχρονίζονται με κάτι που μας ξεπερνά. Εύχομαι η ταινία μας να μπορεί να διαβαστεί και ως ιστορία αγγίγματος».
Έκανε μια σειρά αξιόλογων ταινιών μικρού μήκους, με κορυφαία την «Όλες οι φωτιές η φωτιά», και πλέον έχει ολοκληρώσει την πρώτη του μεγάλου μήκους με τίτλο «Ένας ολόκληρος άνθρωπος σχεδόν», η οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο διαγωνιστικό τμήμα Proxima του 60ού Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι. Στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συμμετέχει στο Διεθνές Διαγωνιστικό.
― Στην ταινία σου ένας νεαρός φτάνει στο νησί προσδοκώντας να κληρονομήσει κάποια λεφτά και μαθαίνει ότι ο πατέρας του, που ήταν γιατρός, εργαζόταν χωρίς να πληρώνεται. Από τη μια αυτό περιγράφει μια κοινότητα που ζει χωρίς οικονομικούς όρους, από την άλλη νομίζω ότι αντανακλά προσωπικές σου κοινωνικές επιλογές.
Περιγράφει μια πιο ανεκτική κοινότητα, που δεν λειτουργεί με προτεραιότητα τον οικονομικό παράγοντα. Καθένας δίνει ό,τι μπορεί, παίρνει ό,τι χρειάζεται. Ο παππούς μου ήταν γιατρός και προσέφερε δύο φορές την εβδομάδα τις υπηρεσίες του δωρεάν στους φτωχούς, όπως έγραφε και στην κάρτα του. Ο πάκος με τις μηνύσεις άλλων γιατρών είναι τεράστιος φυσικά. Δεν τον γνώρισα ποτέ.
― Οπότε γίνεται ο κεντρικός άξονας του σεναρίου;
Αποτελεί καμβά πάνω στον οποίο εξελίσσεται η ιστορία. Αυτή φυσικά έχει εμπλουτιστεί με πλήθος στοιχείων και ιδεών που φέραμε εγώ και η συν-σεναριογράφος μου, Ελιζαμπέττα Ηλία-Γεωργιάδου.
― Το αγόρι δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον πατέρα του. Σε αυτό αναφέρεται ο τίτλος της ταινίας, υπονοεί ότι αδυνατεί να ολοκληρωθεί χωρίς εκείνον;
Ο Ηλίας, ένας σύγχρονος Αθηναίος, φτάνει στο νησί που έζησε ο πατέρας του τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχοντας στήσει ένα άλλο παράδειγμα ζωής. Το σχέδιό του είναι απλό, να φύγει άμεσα και με γεμάτες τσέπες. Μα εκεί συναντάει έναν αμετακίνητο τοίχο, που στην ταινία εκφράζεται σωματικά, και τον οποίο δεν έχει τα εργαλεία να ξεπεράσει ή να αντιμετωπίσει. Η κουλτούρα του, ο τρόπος της σκέψης και γενικότερα της ύπαρξής του δεν τον βοηθάνε να λειτουργήσει σε αυτόν τον χώρο. Καλείται λοιπόν να θυσιάσει κομμάτια του εαυτού του, να επινοήσει άλλους τρόπους. Αυτή η διαδρομή έχει διάφορες διαστάσεις, και πολιτικές, στα μάτια μου.
― Το πρώτο μέρος κρύβει κάτι σουρεαλιστικό. Γινόμαστε μάρτυρες μιας αλλόκοτης αίσθησης του περίγυρου του πεθαμένου πατέρα στην κηδεία κι ακολουθεί μια κωμική σκηνή καταδίωξης που θυμίζει ταινία του Ζακ Τατί.
Στο νησί οι χαρακτήρες έχουν την ψευδαίσθηση του ελέγχου της μοίρας τους. Η κωμικότητα, που σε διάφορα σημεία της ταινίας εκφράζεται σωματικά, με στοιχεία σλάπστικ, έρχεται να εμβολίσει αυτήν ακριβώς την πεποίθηση της βεβαιότητας.
― Ένα άλλο «αλλόκοτο» στοιχείο είναι το παιχνίδι με το φως. Τι σηματοδοτεί;
Σταδιακά και αμετάκλητα, οι χαρακτήρες χάνουν τον έλεγχο των προσδοκιών τους, βυθίζονται όλο και περισσότερο σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνουν, που τους ξεπερνά. Σκέφτηκα πως έτσι μπορεί να ένιωθαν οι άνθρωποι που έζησαν στον Μεσαίωνα – και για μένα Μεσαίωνας σημαίνει σκοτάδι. Η ιστορία και ο κόσμος γύρω τους σταδιακά μεταβαίνει σε κάτι άλλο, που ήθελα να γράψει κινηματογραφικά.
― Είναι μια προσωπική ταινία, που αντανακλά τα αδιέξοδα της γενιάς σου ή και τα δικά σου. Ποιος θεωρείς ότι είναι ο στόχος της;
Δεν υπάρχει στόχος. Μόνο διάθεση έκφρασης της διαδικασίας συνειδητοποίησης του εαυτού, της επιτελεστικότητας του σώματος. Της αντίληψης του σώματος ως πολιτικού τοπίου, και αυτό δεν το εννοώ καθόλου αφηρημένα. Το σώμα αντανακλά τη γύρω μας πραγματικότητα, κοινωνική, οικονομική, πολιτική, ιστορική, μέσω του τρόπου με τον οποίο στέκεται, αγκαλιάζει ή επιτρέπει να αγκαλιαστεί, κινείται, αρρωσταίνει. Ακόμα και σε βιολογικό επίπεδο, η συμπτωματολογία μας, τα ψυχοσωματικά μας, όλα συγχρονίζονται με κάτι που μας ξεπερνά. Εύχομαι η ταινία μας να μπορεί να διαβαστεί και ως ιστορία αγγίγματος.
― Ωστόσο, θα έλεγα ότι η βία και το χρήμα αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της ταινίας. Δεν νομίζεις ότι αυτό προσλαμβάνει ο θεατής;
Αυτό θα το πείτε όσοι έχετε δει και όσοι θα δείτε την ταινία. Γύρω μας, σε κάθε περίπτωση, δυστυχώς, έχει χτιστεί μια κουλτούρα και ένας κόσμος χρήματος, μα στην ταινία φροντίσαμε να υπάρξει χώρος και χρόνος για να γεννηθεί αγάπη.
― Όλα γίνονται μέσα από μια ποιητική προσέγγιση.
Όταν γράφαμε το σενάριο, δεν ξέραμε πού θα καταλήξουμε. Συμβαίνει μια τομή κατά τη διάρκεια της ταινίας και σε αυτό το σημείο φτάσαμε πολύ φυσικά, δεν το προσχεδιάσαμε. Κάπως μεγαλώσαμε μαζί με τους χαρακτήρες και τον κόσμο που μας περιβάλλει.
― Έχει ενδιαφέρον ότι μέσα στην ταινία αποκτά ρόλο η φωτογραφία ως τέχνη. Ο πατέρας έχει ένα ασπρόμαυρο άλμπουμ, υπάρχει σκοτεινός θάλαμος στο σπίτι, μαθαίνουμε ότι ο γιος σπούδαζε φωτογραφία. Ο θεατής κάνει τη σύνδεση μεταξύ πατέρα και γιου. Αυτός ήταν ο σκοπός σου;
Υπάρχει μια μεγάλη απουσία στην ιστορία, για τον Ηλία, για τους υπόλοιπους χαρακτήρες αλλά και για μας ως θεατές. Η φωτογραφία ως μνήμη, όπως λες, σίγουρα είναι σημείο τομής τους, μιας κάποιας σύνδεσης, αλλά έχει και φασματική διάσταση. Ως διαδικασία έρχεται να αποκαταστήσει κάτι, να το εμφανίσει, να το αποκαλύψει. Ο σκοτεινός θάλαμος είναι μαγικός, είναι μυσταγωγική διαδικασία. Συχνά είναι το σκοτάδι αυτό που μας φέρνει στο φως.
― Πώς κατάφερες να κάνεις την Έλενα Τοπαλίδου να αφήσει στην άκρη τον προσωπικό της τύπο και να ενταχθεί οργανικά στο σενάριό σου;
Η Έλενα είναι ευαίσθητη σαν χορδή, τι άλλο να επιθυμήσεις από έναν ηθοποιό; Αυτή η λεπτότητα όμως έχει μεγάλο κόστος, έχει κίνδυνο. Έκανα ό,τι προσπαθώ να κάνω πάντα με όλους τους ηθοποιούς, και τους μη ηθοποιούς, όπως και με τον Αναστάση Γεωργούλα και με τη Φλομαρία Παπαδάκη – να την κάνω να νιώσει ασφάλεια. Χτίσαμε σχέση μεταξύ μας, ασχέτως της δυναμικής σκηνοθέτη – ηθοποιού. Συχνά λέω πως είμαι καλός στο να ξέρω τι δεν θέλω. Οπότε, μιλήσαμε και γι’ αυτό. Τα υπόλοιπα τα έκανε εκείνη. Εγώ πιστεύω πως στην ταινία μου έκανε ακριβώς αυτό, ξεδίπλωσε τον προσωπικό της τύπο, που είναι υπέροχος. Και την ευχαριστώ γι’ αυτό.
― Δεν σε απασχολεί ότι ίσως πρόκειται για μια ερμητική art house ταινία;
Από την πορεία της ως τώρα δεν φαίνεται κάτι τέτοιο, ούτε υπήρξε τέτοια πρόθεση. Είναι σίγουρα προσωπική, απαιτητική ίσως για τον θεατή, έχει ιδιαιτερότητες και αιχμές, δεν είναι στρογγυλή.
― Δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε φεστιβαλικό κοινό;
Δεν συμφωνώ με αυτές τις ταμπέλες και τους διαχωρισμούς. Φυσικά και υπάρχει το κοινό στο οποίο απευθύνεται αυτή η ταινία, που δεν είναι αποκλειστικά φεστιβαλικό, όπως και πολλές από τις ταινίες σκηνοθετών της γενιάς μου. Μα για να φτάσει η ταινία σε αυτό το κοινό χρειάζεται ένα πλαίσιο, το οποίο μόνο από την πολιτεία μπορεί να συσταθεί στην πλήρη του έκταση, με μια γενικότερη κινηματογραφική πολιτική, π.χ. με συστηματικές προβολές ταινιών σε σχολεία και άλλους δημόσιους χώρους και κατάλληλα και συχνά slots προβολής ελληνικών ταινιών στην ΕΡΤ, ουσιαστική στρατηγική προώθησης και διανομής της ευαίσθητης ελληνικής ταινίας, όχι μόνο μεγαλύτερων εμπορικών ταινιών που έτσι κι αλλιώς θα κόψουν εισιτήρια, αναγνώριση της φεστιβαλικής διαδρομής των ταινιών, προγράμματα εκκόλαψης νέων κριτικών κινηματογράφου. Δεν είναι καινούργιες ή καινοτόμες αυτές οι σκέψεις. Θέληση χρειάζεται, μαζί με ικανή στελέχωση για να θεσπιστούν οι γραμμές. Εδώ και χρόνια η ευρύτερη εγχώρια πολιτική βλέπει την Ελλάδα ως μαγαζί. Ο κινηματογράφος δυστυχώς αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο.
― Ποιες θα έλεγες ότι είναι οι προσωπικές σου κινηματογραφικές επιρροές;
Δεν τα πάω πολύ καλά με τις επιρροές τελευταία. Έζησα μια περιπέτεια με ένα παιδικό είδωλό μου πριν από λίγα χρόνια, τον Ρεϊγάδας, τον οποίο και πήγα να βρω στη ζούγκλα νότια του Μέξικο Σίτι. Γίναμε φίλοι, έμεινα σπίτι του. Κάναμε τζακούζι στους γονείς του, πήγαμε για trekking στα locations που γύρισε το «Post Tenebras Lux». Μετά ήρθε στην Αθήνα να με δει, τον φιλοξένησα μία εβδομάδα στο τότε σπίτι μου. Μοιραία, τον αποκαθήλωσα και έζησα μια ματαίωση με κάθε τρόπο – δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, και είναι άδικο. Εύχομαι να έχω όντως αφήσει αυτό τον χώρο κενό μέσα μου, να μην τον έχει καταλάβει κάποιος άλλος. Τελευταία εξάλλου περισσότερο με επηρεάζουν οι άνθρωποι που είναι γύρω μου, όχι κινηματογραφιστές, και με πιο γήινους όρους. Στο σινεμά μού αρέσουν ένα σωρό πράγματα, από τη χρυσή τομή του Νέου Χόλιγουντ των ’70s μέχρι τα ανθρωπολογικά ντοκιμαντέρ παρατήρησης. Δεν ξέρω τι να πρωτοπώ, στ’ αλήθεια.
«Ένας ολόκληρος άνθρωπος σχεδόν» – Επίσημο τρέιλερ
Η ταινία θα προβληθεί στο Διαγωνιστικό Τμήμα του 67ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που θα διεξαχθεί από τις 5 ως τις 15/11.















