Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η Ζάχα Χαντίντ και το τίμημα του να μη μικραίνεις


Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό της, η Ζάχα Χαντίντ επιστρέφει μέσα από κάτι που μοιάζει ταυτόχρονα ιδιωτικό και αποκαλυπτικό: το αρχείο με τα 1.200 ρούχα της στο Λονδίνο. Πίσω από λευκές υφασμάτινες θήκες κρέμονται μια κίτρινη σατέν κάπα της Πράντα, ένα εκτυφλωτικό ροζ παλτό της Ρέι Καβακούμπο, πλισέ του Ίσεϊ Μιγιάκε που μοιάζουν να κρατούν ακόμη την κίνηση του σώματος που τα φόρεσε.

Παπούτσια σαν μικρά κτίρια για πόδια, γλυπτικοί ώμοι, όγκοι που δεν χαϊδεύουν το σώμα αλλά το ξανασχεδιάζουν. Δεν έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις απλώς την ντουλάπα μιας διάσημης γυναίκας. Εχεις την αίσθηση ότι βλέπεις πώς μια γυναίκα έμαθε να εμφανίζεται στον κόσμο χωρίς να ζητά συγγνώμη για το μέγεθός της.

Η στιγμή είναι από μόνη της εύγλωττη. Δέκα χρόνια μετά την απώλειά της, την ώρα που ξανανοίγει και η κουβέντα για την παλιά, βολική εικόνα της «δύσκολης» Ζάχα, αυτή η ντουλάπα μοιάζει λιγότερο με κομψή υποσημείωση και περισσότερο με έναν άλλο τρόπο να ξαναδείς τη γυναίκα πίσω από τον μύθο. Οχι πιο γλυκιά, ούτε πιο βολική. Πιο ακριβή.

Γιατί η Ζάχα δεν ντυνόταν σαν σταρ. Ντυνόταν σαν γυναίκα που ήξερε ότι το δωμάτιο είχε ήδη αποφασίσει κάτι γι’ αυτήν πριν ακόμη μιλήσει. Κι αυτό είναι που κάνει το αρχείο της τόσο συναρπαστικό. Δεν αποκαλύπτει απλώς το καλό της γούστο ή την αδυναμία της στη μόδα. Αποκαλύπτει μια στρατηγική παρουσίας. Μια γυναίκα που δεν ήθελε να σβήνει, δεν ήθελε να γλυκαίνει, δεν ήθελε να μαζεύεται για να γίνει πιο εύκολη για τους άλλους.

Η Ζάχα Χαντίντ και το τίμημα του να μη μικραίνεις Facebook Twitter
Ένα παλτό Comme des Garçons του 2008
Η Ζάχα Χαντίντ και το τίμημα του να μη μικραίνεις Facebook Twitter
Η Τζούλια Πέιτον-Τζόουνς, η Ζάχα Χαντίντ και ο Χανς Ούλριχ Όμπριστ στο καλοκαιρινό πάρτι της Serpentine Gallery στο Λονδίνο, στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.

Το ίδιο αποκαλυπτικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο είχε οργανώσει η ίδια αυτή τη γκαρνταρόμπα. Φωτογραφίες, ετικέτες, ονόματα σχεδιαστών, μια αίσθηση σχεδόν αρχιτεκτονικού συστήματος. Οχι το χάος μιας ντίβας που αγοράζει για να χορτάσει μια διάθεση, αλλά η πειθαρχία ενός ανθρώπου που ήξερε ότι η το πως εμαφανίζεσαι δημόσια δεν είναι ποτέ κάτι παρορμητικό. Είναι κι αυτό μια δουλειά. Ξεκινούσε συχνά από μια αυστηρή βάση, ένα μαύρο φόρεμα, κολάν, μια καθαρή γραμμή, και από εκεί έχτιζε προς τα έξω. Οχι απλώς ένα ντύσιμο, αλλά μια είσοδο. Εναν τρόπο να σταθεί απέναντι στον κόσμο πριν καν αρχίσει η συζήτηση.

Κι όμως, όσοι τη γνώρισαν από κοντά θυμούνται και κάτι άλλο: τη πηγαία χαρά της. Η Ζάχα μπορούσε να δοκιμάζει ρούχα και να γελάει με μια σχεδόν παιδική ευχαρίστηση, σαν η μεταμόρφωση να μην ήταν ποτέ ματαιοδοξία αλλά τρόπος να δοκιμάζει μια ιδέα πάνω στο ίδιο της το σώμα. Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο στοιχείο που βγαίνει από το αρχείο της. Δεν βλέπεις πια μόνο τη μνημειακή φιγούρα, αλλά μια γυναίκα που έβρισκε αληθινή απόλαυση στη μορφή, που μπορούσε να αντιμετωπίζει ένα παλτό, ένα παπούτσι ή ένα φουλάρι σαν μικρή άσκηση θαυμασμού.

Κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι το θέμα παύει να είναι απλώς ο τρόπος που έβλεπε τη μόδα η Ζάχα Χαντίντ. Γίνεται κάτι πολύ πιο οικείο. Γίνεται θέμα για το πώς μια γυναίκα διαλέγει να εμφανίζεται σε έναν κόσμο που πάντα ζητά από τις γυναίκες να ρυθμίζουν την κλίμακά τους. Να μην είναι υπερβολικές, πολύ ορατές, πολύ απαιτητικές, πολύ ακριβές, πολύ φιλόδοξες. Να μην μπαίνουν σε ένα δωμάτιο και το γεμίζουν πριν καν μιλήσουν. Η Ζάχα Χαντίντ, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είχε καμία πρόθεση να υπακούσει σε αυτόν τον κανόνα.

Η Ζάχα Χαντίντ και το τίμημα του να μη μικραίνεις Facebook Twitter
Κάπα από PVC του Τζουνγιά Γουατανάμπε, 2015
Η Ζάχα Χαντίντ και το τίμημα του να μη μικραίνεις Facebook Twitter
Παλτό του Ίσεϊ Μιγιάκε, 2014

Ισως γι’ αυτό για χρόνια ήταν πιο εύκολο να τη λένε δύσκολη παρά να παραδεχτούν ότι τους ξεπερνούσε. Η παλιά εικόνα της «δράκαινας», της diva, της ακραίας, larger than life γυναίκας λειτούργησε σαν βολική πατριαρχική συντόμευση. Ηταν πιο εύκολο να μιλήσει κανείς για τον όγκο της προσωπικότητάς της παρά για τον όγκο της σκέψης της. Πιο εύκολο να περιγράψει τον χαρακτήρα της παρά να σταθεί απέναντι στο πραγματικό της μέγεθος.

Και εδώ είναι που η Ζάχα γίνεται ξαφνικά πολύ σημερινή. Οχι μόνο ως μεγάλη αρχιτέκτονας, αλλά ως γυναικεία εμπειρία. Γιατί πολλές γυναίκες ξέρουν ήδη, χωρίς να τους το εξηγήσει κανείς, ότι τη στιγμή που σταματάς να απολογείσαι για το μέγεθός σου αρχίζεις πολύ εύκολα να διαβάζεσαι ως πρόβλημα. Οτι τη στιγμή που δεν κάνεις τον εαυτό σου πιο μικρό, πιο ευχάριστο, πιο καθησυχαστικό, κάτι αλλάζει στο βλέμμα των άλλων. Και η Ζάχα Χαντίντ ήταν ακριβώς αυτό το είδος γυναίκας: μια γυναίκα που δεν έμπαινε ποτέ σε ένα δωμάτιο σαν να έπρεπε να ζητήσει άδεια.

Ετσι το αρχείο των ρούχων της αποκτά ξαφνικά άλλο βάρος. Οι κάπες, οι γλυπτικοί ώμοι, οι αρχιτεκτονικές σόλες, οι όγκοι που πλαισιώνουν και επιβάλλουν το σώμα δεν είναι απλώς ένδειξη γούστου, χρήματος ή status. Είναι η γλώσσα μιας γυναίκας που δεν ήθελε να σβήνει το σώμα της για να γίνει πιο εύπεπτη. Που δεν ντυνόταν για να εντυπωσιάσει, αλλά για να συνεχίσει πάνω της την ίδια συζήτηση που είχε ήδη ανοίξει με το έργο της: τι μπορεί να κάνει μια μορφή όταν παύει να υπηρετεί την ευπρέπεια και αρχίζει να παράγει ένταση, κίνηση, εξουσία, ακόμη και ελαφρά ταραχή στους άλλους.

Η Ζάχα Χαντίντ και το τίμημα του να μη μικραίνεις Facebook Twitter
φωτογραφία: Amy Frearson
Η Ζάχα Χαντίντ και το τίμημα του να μη μικραίνεις Facebook Twitter
Ένα παλτό του Ίσεϊ Μιγιάκε από τη συλλογή ready-to-wear του φθινοπώρου 2011.

Αυτός είναι και ο λόγος που η σχέση της με τη μόδα μοιάζει σήμερα τόσο ουσιαστική. Δεν είναι μια glamorous υποσημείωση σε μια μεγάλη καριέρα. Είναι ένας ακόμη τρόπος να καταλάβεις πώς σκεφτόταν. Οπως οι επιφάνειες στα έργα της λύγιζαν, κυλούσαν, άνοιγαν και αρνούνταν να κάτσουν ήσυχα στη γραμμή, έτσι και τα ρούχα της έμοιαζαν να κάνουν το ίδιο πάνω στο σώμα της. Σαν να φορούσε τη σκέψη της σε μικρότερη κλίμακα.

Το ίδιο ισχύει και για την αδυναμία της στον Ίσεϊ Μιγιάκε. Δεν ήταν μόνο μια πρακτική επιλογή για μια γυναίκα που ταξίδευε ασταμάτητα και χρειαζόταν ρούχα που δεν τσακίζουν εύκολα. Ηταν κάτι βαθύτερο. Τα πλισέ του Μιγιάκε έχουν μέσα τους ακριβώς αυτό που τη γοήτευε και στην αρχιτεκτονική: πειθαρχία και ελευθερία μαζί, δομή και ρευστότητα στο ίδιο υλικό, μια μορφή που ανοίγει, συστέλλεται, κινείται, αλλά δεν χάνει ποτέ την ιδέα της. Θα μπορούσε να είναι και ορισμός για ένα κτίριό της.

Το ίδιο αποκαλυπτική είναι και η σχέση της με τα παπούτσια. Είχε σχεδιάσει μαζί με τον Ρεμ Κούλχαας εκείνα τα εμβληματικά, σχεδόν προβολικά τακούνια που έμοιαζαν λιγότερο με υπόδημα και περισσότερο με μικρή κατασκευή ισορροπίας. Για τη Ζάχα, το παπούτσι δεν ήταν αξεσουάρ. Ηταν η πιο οικεία γυναικεία αρχιτεκτονική. Το σημείο όπου το σώμα εμπιστεύεται το βάρος του σε μια μορφή. Το σημείο όπου η δομή γίνεται προσωπική.

Από αυτή την άποψη, το αρχείο της δεν φέρνει στο φως μια άγνωστη ή πιο «μαλακή» Ζάχα. Δεν έρχεται να τη διορθώσει. Δεν έρχεται να την εξωραΐσει. Ερχεται να σου δείξει ότι πίσω από τη βολική φιγούρα της δύσκολης γυναίκας υπήρχε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: μια γυναίκα που είχε κάνει τη μορφή τρόπο ζωής. Που ήξερε ότι η παρουσία μιας γυναίκας μπορεί να είναι ταυτόχρονα αισθητική πράξη, κοινωνικό γεγονός και μορφή άμυνας. Οτι ένα παλτό μπορεί να είναι και πανοπλία. Οτι ένα παπούτσι μπορεί να είναι και μανιφέστο ισορροπίας.

Η Ζάχα Χαντίντ και το τίμημα του να μη μικραίνεις Facebook Twitter
φωτογραφία: Amy Frearson

Η ίδια δεν αγαπούσε ιδιαίτερα να γιορτάζεται ως «η πρώτη γυναίκα» ή ως ειδική εξαίρεση ενός κατά βάση ανδρικού επαγγέλματος. Και είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Τέτοιες τιμητικές διατυπώσεις συχνά κρύβουν μια υποτιμητικά ύπουλη κίνηση: σε διαβάζουν πρώτα ως περίπτωση και μετά ως δημιουργό. Η Ζάχα δεν ήθελε να γίνει case study. Ηθελε να αλλάξει το πεδίο. Να μην ανοίξει απλώς μια πόρτα για τις γυναίκες που θα ακολουθούσαν, αλλά να μετακινήσει ολόκληρο το δωμάτιο.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο πράγμα που μας αφήνει ως αίσθηση όταν κοιτάζουμε σήμερα τη ντουλάπα της μέσω του αρχειού της. Οχι η εικόνα μιας απρόσιτης ιδιοφυΐας, ούτε μιας luxury ιέρειας της αρχιτεκτονικής, αλλά το ίχνος μιας γυναίκας που ήξερε πως, σε αυτόν τον κόσμο, καμιά μορφή δεν είναι υποδεέστερη όταν το σώμα που τη φορά αρνείται να μικρύνει.

Η Ζάχα Χαντίντ δεν χρειάζεται αποκατάσταση. Χρειάζεται μόνο να τη διαβάσουμε σωστά: ως μια γυναίκα που καταλάβαινε ότι και ο τρόπος με τον οποίο μπαίνεις σε ένα δωμάτιο είναι μορφή σχεδίου. Και που δεν είχε καμία απολύτως πρόθεση να μικρύνει για κανέναν.

με στοιχεία από το  Sothebys magazine, Dezeen, Zaha Hadid Foundation



Πηγή: www.lifo.gr