Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

«Η μητέρα μου πέθανε Πρωτοχρονιά. Την επομένη έκανα εκπομπή»


Οι περισσότεροι άνθρωποι θυμούνται τη ζωή τους μέσα από γεγονότα. Οι φίλαθλοι τη θυμούνται μέσα από αγώνες. Ένα γκολ του Μαραντόνα, ο τελικός του Euro 2004, μια βραδιά Champions League, ένας τελικός Μουντιάλ. Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις αναμνήσεις, εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, ακούγεται η φωνή του Χρήστου Σωτηρακόπουλου.

Αναμφίβολα, ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που δεν παρακολούθησαν παθητικά την ιστορία του ποδοσφαίρου. Την έζησαν από κοντά. Δεν είναι τυχαίο το ότι θεωρείται μια κινητή εγκυκλοπαίδεια του ποδοσφαίρου. Από τα πρώτα του βήματα στην αθλητική δημοσιογραφία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι τις περιγραφές των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών και παγκόσμιων διοργανώσεων, βρέθηκε δίπλα σε μερικές από τις πιο εμβληματικές στιγμές του παγκόσμιου αθλητισμού. Συνάντησε προσωπικότητες όπως ο Γιόχαν Κρόιφ, ο Ντιέγκο Μαραντόνα και ο Μισέλ Πλατινί, ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο για να καλύψει δημοσιογραφικά αγώνες Μουντιάλ και Euro και είδε από κοντά το ποδόσφαιρο να αλλάζει, μαζί με τον κόσμο.

Με αφορμή το φετινό Μουντιάλ αλλά και την έκδοση του πρόσφατου βιβλίου του «Μουντιάλ: Ιστορίες πίσω από το τρόπαιο», που συνέγραψε με τον Φάνη Τσοκανά, επιστρέφει στις ιστορίες που συνήθως μένουν έξω από τα τηλεοπτικά πλάνα: στους ανθρώπους, στις δυσκολίες καθώς και στις μικρές και μεγάλες στιγμές που διαμόρφωσαν τον σημαντικότερο ποδοσφαιρικό θεσμό του πλανήτη.

«Το ποδόσφαιρο είναι ίσως η μεγαλύτερη κοινωνική επιρροή στον κόσμο μετά τη θρησκεία. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί το έχουν χαρακτηρίσει ως μια σύγχρονη μορφή θρησκείας».

Τον συναντώ ένα ηλιόλουστο πρωινό στο γραφείο του, στις εγκαταστάσεις του Κέντρου Αθλητικού Ρεπορτάζ στην Καλλιθέα. Ο χώρος μοιάζει με ένα μικρό μουσείο αθλητικής ιστορίας: ιστορικά πρωτοσέλιδα εφημερίδων καλύπτουν τους τοίχους, τρόπαια και διακρίσεις γεμίζουν τις προθήκες, ενώ αυτόγραφα θρύλων του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, συλλεκτικές φανέλες, βιβλία που έχει γράψει και υπογεγραμμένες φωτογραφίες σπουδαίων ομάδων αφηγούνται τη δική τους ξεχωριστή ιστορία. Η συζήτησή μας ξεκινά, όπως είναι φυσικό, από το φετινό Μουντιάλ. Πολύ γρήγορα, όμως, ξεφεύγει από τα στενά όρια της επικαιρότητας και μετατρέπεται σε ένα ταξίδι ζωής: από τον Μαραντόνα και τον Κρόιφ μέχρι τη δημοσιογραφία, το πέρασμα του χρόνου, την απώλεια και όσα αποκτούν πραγματική αξία όσο μεγαλώνει κανείς. Άλλωστε, όπως επισημαίνει επανειλημμένα και ο ίδιος, το ποδόσφαιρο δεν ήταν ποτέ μόνο ποδόσφαιρο.

«Η μητέρα μου πέθανε Πρωτοχρονιά. Την επομένη έπρεπε να κάνω εκπομπή» Facebook Twitter
«Στη ζωή παίζουμε απευθείας το έργο». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Για περισσότερα από σαράντα χρόνια, ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της αθλητικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Η φωνή του έχει συνδεθεί με Μουντιάλ, Champions League, Premier League, Euro και αμέτρητες ποδοσφαιρικές βραδιές που σημάδεψαν γενιές φιλάθλων. Πίσω όμως από τον δημοσιογράφο και τον σχολιαστή βρίσκεται ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο ως ένα βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο. Στο σημείο αυτό του θυμίζω ένα κείμενο του καθηγητή Φιλοσοφίας Δημήτρη Δημητράκου με τον τίτλο «Γιατί (μας) συνεπαίρνει το ποδόσφαιρο», όπου εξηγούσε ότι «το ποδόσφαιρο είναι η νέα παγκόσμια θρησκεία, όπως συχνά υποστηρίζεται. Αλλά η θρησκεία αυτή δεν έχει δόγμα, παρά μόνο τελετουργικό».

Ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος εξηγεί ότι πράγματι «το ποδόσφαιρο είναι ίσως η μεγαλύτερη κοινωνική επιρροή στον κόσμο μετά τη θρησκεία. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί το έχουν χαρακτηρίσει ως μια σύγχρονη μορφή της θρησκείας. Ενώνει ανθρώπους διαφορετικών φυλών, γλωσσών και πολιτισμών, δημιουργώντας μια κοινή εμπειρία που ξεπερνά σύνορα και διαφορές».

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Χρήστος Σωτηρακόπουλος, Φάνης Τσοκανάς, «Μουντιάλ: Ιστορίες πίσω από το τρόπαιο», εκδόσεις Τόπος

Για τον ίδιο, η απόλυτη έκφραση αυτής της δύναμης είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο. Το γεγονός ότι διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια το κάνει μοναδικό. «Σε αντίθεση με τις διοργανώσεις που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο, το Μουντιάλ παραμένει ένα σπάνιο γεγονός που όλοι περιμένουν με ανυπομονησία. Οι ποδοσφαιριστές το ονειρεύονται, οι φίλαθλοι μετρούν αντίστροφα και ολόκληρος ο πλανήτης μοιάζει να σταματά για έναν μήνα», επισημαίνει. «Είναι σαν μια σύγχρονη εκεχειρία», λέει. Και προσθέτει: «Για λίγες εβδομάδες οι άνθρωποι αφήνουν πίσω τους τα προβλήματα της καθημερινότητας και ζουν το παρόν. Παλιές παρέες ξανασυναντιούνται για έναν αγώνα, άνθρωποι που έχουν χρόνια να βρεθούν κάθονται ξανά μαζί μπροστά σε μια τηλεόραση και ξαναγίνονται παιδιά»: αυτό μόνο το Μουντιάλ μπορεί να το πετύχει.

Η φωνή του έχει συνοδεύσει πολλές από αυτές τις στιγμές. Αναγνωρίζει πως είναι συγκινητικό να συναντά ανθρώπους που τον συνδέουν με αυτόν τον τρόπο με συγκεκριμένες αναμνήσεις τους. Όπως τονίζει: «Οι δημοσιογράφοι δεν είναι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων, αλλά συχνά γίνονται μέρος της μνήμης τους. Μια περιγραφή, μια ατάκα ή ένας πανηγυρισμός μπορούν να μείνουν χαραγμένα για πάντα στο μυαλό ενός φιλάθλου».

Αναφερόμενος στο φετινό Μουντιάλ, παραδέχεται ότι είναι ίσως το πιο απρόβλεπτο των τελευταίων ετών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και το Μεξικό συνθέτουν ένα εντελώς ασυνήθιστο περιβάλλον: οι τεράστιες αποστάσεις, οι διαφορετικές καιρικές συνθήκες και, φυσικά, οι κλιματικές αντιθέσεις αναμένεται να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στη διεξαγωγή του. Τη στιγμή εκείνη ανατρέχει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 που είχε πραγματοποιηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε πόλεις όπου είτε έκανε αφόρητη ζέστη και υγρασία, είτε έβρεχε συνεχώς, είτε επικρατούσαν εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

Παράλληλα, δεν διστάζει να εκφράσει τον προβληματισμό του για τη γενικότερη πολιτική συγκυρία. Θεωρεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί έναν απρόβλεπτο παράγοντα και δεν κρύβει την ανησυχία του για το ενδεχόμενο η διοργάνωση να αποκτήσει πολιτικό χαρακτήρα. Επιπλέον, σημειώνει ότι οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τον Καναδά και το Μεξικό δεν βρίσκονται πάντα στο καλύτερο επίπεδο, κάτι που προσθέτει ακόμη μία ιδιαιτερότητα στη διοργάνωση.

Σε αγωνιστικό επίπεδο βλέπει την Ισπανία ως μία από τις πιο ολοκληρωμένες ομάδες του κόσμου. Θεωρεί ότι διαθέτει το πληρέστερο ρόστερ και δικαίως θεωρείται ένα από τα μεγάλα φαβορί. Ψηλά τοποθετεί και τη Γαλλία, αν και σημειώνει ότι οι Γάλλοι συχνά βρίσκονται «ένα βήμα πριν από την αυτοκαταστροφή» όταν προκύπτουν εσωτερικές εντάσεις.

Ιδιαίτερη αδυναμία δείχνει στη Βραζιλία, κυρίως λόγω της παρουσίας του Κάρλο Αντσελότι. Πιστεύει ότι ο Ιταλός τεχνικός διαθέτει το κύρος και την εμπειρία να διαχειριστεί τα μεγάλα αστέρια της «Σελεσάο» και να δημιουργήσει ένα σύνολο ικανό να επιστρέψει στην κορυφή του κόσμου μετά από πολλά χρόνια. Παράλληλα, αναφέρει ότι υπάρχουν και ορισμένες «σημειολογικές» συμπτώσεις (κάθε 24 χρόνια παίρνει το Κύπελλο) που θυμίζουν προηγούμενες κατακτήσεις της Βραζιλίας, αν και παραδέχεται ότι αυτά δεν αποτελούν στέρεα αγωνιστικά επιχειρήματα.

Από τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις ξεχωρίζει την Πορτογαλία, η οποία διαθέτει εξαιρετικό ρόστερ, αλλά αντιμετωπίζει το ερωτηματικό του Κριστιάνο Ρονάλντο. Όπως σημειώνει, μένει να φανεί αν ο Ρονάλντο θα αποτελέσει κινητήριο δύναμη ή αν η ανάγκη του να παραμένει στο επίκεντρο θα δημιουργήσει προβλήματα. Αντίστοιχα, εκφράζει αμφιβολίες για την Αργεντινή και θεωρεί ότι ίσως πρόκειται για ένα Μουντιάλ παραπάνω από όσα χρειαζόταν να παίξει ο Λιονέλ Μέσι μετά την κατάκτηση του τροπαίου το 2022. Για την Αγγλία παραμένει επιφυλακτικός, παρά το γεγονός ότι είναι η εθνική ομάδα που υποστηρίζει εδώ και πολλά χρόνια. Θεωρεί ότι η δυναμική της συχνά υπερεκτιμάται, ενώ παραδέχεται ότι πάντοτε υπάρχει η Γερμανία, η οποία μπορεί να μην εντυπωσιάζει αλλά ποτέ δεν μπορεί να αγνοηθεί λόγω της ιστορίας και της νοοτροπίας της.

«Η μητέρα μου πέθανε Πρωτοχρονιά. Την επομένη έπρεπε να κάνω εκπομπή» Facebook Twitter
Επιστρέφει πάντα στο Euro 2004. Όχι μόνο επειδή η Ελλάδα κατέκτησε το τρόπαιο, αλλά επειδή έζησε από κοντά μια στιγμή που κανείς δεν πίστευε ότι θα συμβεί. Φωτ.: Instagram

Μιλώντας για την τεχνολογία στο ποδόσφαιρο, τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ του VAR (Video Assistant Referee) και της τεχνολογίας γραμμής τέρματος. «Έχοντας ζήσει δεκαετίες γεμάτες αμφισβητούμενες φάσεις, θεωρώ προτιμότερο να υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση παρά να καθορίζονται τίτλοι από προφανή λάθη. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το γκολ του Λάμπαρντ απέναντι στη Γερμανία το 2010 που δεν μέτρησε, αλλά και πολλές άλλες ιστορικές αδικίες όπως το γκολ του Μαραντόνα, γνωστό ως “το χέρι του θεού”, που σήμερα θα είχαν αποφευχθεί».

Όταν καλείται να επιλέξει το αγαπημένο του Παγκόσμιο Κύπελλο, απαντά χωρίς δισταγμό: Ισπανία 1982. Ήταν το τουρνουά της Ιταλίας του Πάολο Ρόσι, της μαγικής Βραζιλίας που δεν κατάφερε να κατακτήσει το τρόπαιο, της Γαλλίας του Πλατινί και της Πολωνίας του Μπόνιεκ. Ήταν επίσης το Μουντιάλ που τον έκανε να ερωτευτεί αμετάκλητα τη διοργάνωση. Ξεχωρίζει, όμως, και το Κατάρ του 2022. Θεωρεί ότι οι ποδοσφαιριστές εμφανίστηκαν πιο ξεκούραστοι λόγω της διεξαγωγής του τον χειμώνα, ενώ ο τελικός μεταξύ Αργεντινής και Γαλλίας ήταν, κατά την άποψή του, ο καλύτερος στην ιστορία του Μουντιάλ.

Η σύνδεση της φωνής του με το ποδόσφαιρο δεν περιορίστηκε μόνο στις τηλεοπτικές μεταδόσεις. Ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος είναι μέρος της ποδοσφαιρικής καθημερινότητας χιλιάδων νέων φιλάθλων χάρη στα videogames. Όπως θυμάται, για πολλά παιδιά η πρώτη επαφή με τη δική του περιγραφή δεν έγινε σε κάποιο Μουντιάλ ή αγώνα Champions League αλλά μπροστά σε μια κονσόλα. Η φωνή του έχει συνοδεύσει αμέτρητους εικονικούς τελικούς και βραδιές με φίλους.

Η κουβέντα περνά αναπόφευκτα στην προσωπική του διαδρομή. Από μικρός ήξερε τι ήθελε να κάνει. Σε ηλικία μόλις 10 ετών είχε αποφασίσει ότι θα ασχοληθεί με την αθλητική δημοσιογραφία. Η επιρροή του Γιάννη Διακογιάννη υπήρξε καθοριστική, όπως και για τους περισσότερους της γενιάς του. Μάλιστα, όταν συνειδητοποίησε ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχαν σχετικές σπουδές, αποφάσισε να αναζητήσει διεξόδους στο εξωτερικό. Αυτός ήταν και ο λόγος που αργότερα δημιούργησε τη δική του σχολή αθλητικής δημοσιογραφίας, όχι επειδή το είδε ως επιχειρηματική ευκαιρία αλλά επειδή ήθελε να προσφέρει στα νέα παιδιά μια δυνατότητα που ο ίδιος δεν είχε όταν ξεκινούσε. «Θυμάμαι με ευγνωμοσύνη ότι κορυφαίες μορφές της ελληνικής δημοσιογραφίας ανταποκρίθηκαν αμέσως στην πρόσκλησή μου να διδάξουν και να μεταφέρουν τις γνώσεις τους στους μαθητές», υποστηρίζει με μια δόση περηφάνιας.

Οι πρώτες του δημοσιογραφικές εμπειρίες παραμένουν ανεξίτηλες. Θυμάται την πρώτη φορά που είδε το όνομά του δημοσιευμένο, τις πρώτες συνεντεύξεις με ποδοσφαιριστές όπως ο Νίκος Σαργκάνης, ο Μίμης Παπαϊωάννου και ο Κώστας Ελευθεράκης, αλλά και τη συγκίνηση που ένιωσε όταν κατάφερε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον προπονητή της Νάπολι, Λουίς Βινίσιο, προσφέροντας ένα αποκλειστικό θέμα στην εφημερίδα του. Από τις εκατοντάδες συνεντεύξεις που έχει πραγματοποιήσει, ξεχωρίζει εκείνη με τον Γιόχαν Κρόιφ. Για εκείνον, ο Ολλανδός δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής αλλά και ένα παιδικό ίνδαλμα. Παρότι έχει μιλήσει με προσωπικότητες όπως ο Μαραντόνα, ο Πλατινί, ο Ζιντάν και πολλοί άλλοι, η συνάντηση με τον Κρόιφ είχε ξεχωριστή συναισθηματική αξία.

«Η μητέρα μου πέθανε Πρωτοχρονιά. Την επομένη έπρεπε να κάνω εκπομπή» Facebook Twitter
«Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, κάποια στιγμή καλούνται να συνεχίσουν ενώ κουβαλούν τη δική τους στενοχώρια». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Ξεχωρίζει, επίσης, τη συνέντευξη με τον Ροναλντίνιο στη Μύκονο· πήγαν με ελικόπτερο για να τον συνάντησαν στη βίλα όπου διέμενε· εκείνος παρέμεινε χαμογελαστός, προσιτός και αυθεντικός καθ’ όλη τη διάρκειά της συνάντησης, επιβεβαιώνοντας τη φήμη που τον συνόδευε. Ιδιαίτερη θέση στις αναμνήσεις του κατέχει και η συνάντησή του με τον Ρόμπι Ρένσενμπρινκ, τον άνθρωπο που για λίγα εκατοστά δεν άλλαξε την ιστορία του τελικού του Μουντιάλ του 1978. Χρειάστηκαν χρόνια μέχρι να τον εντοπίσει και να τον πείσει να μιλήσει δημόσια. Όταν τελικά το έκανε, ο Ολλανδός αποκάλυψε ότι ακόμη και στον ύπνο βλέπει εκείνο το σουτ να καταλήγει στα δίχτυα αντί στο δοκάρι.

Παρά την επαγγελματική του επιτυχία, ο Σωτηρακόπουλος δεν κρύβει ότι η ζωή του είχε και δύσκολες στιγμές. Έχει χρειαστεί να μεταδώσει αγώνες ενώ αντιμετώπιζε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα, να συνεχίσει να εργάζεται ενώ αγαπημένα του πρόσωπα νοσηλεύονταν ή να βγει στον αέρα λίγες ώρες έπειτα από μια προσωπική απώλεια. Πιστεύει ότι σε τέτοιες στιγμές ο άνθρωπος μαθαίνει να διαχωρίζει προσωρινά την προσωπική ζωή από το επαγγελματικό του καθήκον.

«Η μητέρα μου πέθανε ανήμερα Πρωτοχρονιά του 1989. Την επόμενη μέρα έπρεπε να κάνω κανονικά τη ραδιοφωνική μου εκπομπή στον τότε TopFM. Θυμάμαι ότι η Λιάνα Κανέλλη και ο σταθμός δυσκολεύονταν να βρουν αντικαταστάτη και τελικά αποφάσισα να πάω. Δεν ήταν εύκολο. Κάθισα μπροστά στο μικρόφωνο κουβαλώντας μέσα μου όλο αυτό το βάρος και προσπάθησα να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορούσα. Είπα απλώς στους ακροατές “σήμερα είναι μια πολύ δύσκολη μέρα για μένα”». Και συμπληρώνει: «Αυτή η εμπειρία διαμόρφωσε και τη στάση μου απέναντι στις δυσκολίες. Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, κάποια στιγμή καλούνται να συνεχίσουν ενώ κουβαλούν τη δική τους στενοχώρια. Υπάρχουν άνθρωποι που πρέπει να χειρουργήσουν έχοντας το δικό τους πρόβλημα. Άλλοι που πρέπει να πετάξουν ένα αεροπλάνο. Εμείς απλώς μεταδίδουμε έναν αγώνα», λέει χαρακτηριστικά.

Η απώλεια της συζύγου του υπήρξε μία από τις δυσκολότερες δοκιμασίες της ζωής του. Θεωρεί όμως ότι η δύναμη για να συνεχίσει κανείς βρίσκεται στους ανθρώπους που έχει γύρω του. Στα παιδιά, στους φίλους, στην οικογένεια, σε μια αγκαλιά και σε μια κουβέντα που σε βοηθούν να προχωρήσεις. «Η απώλεια της γυναίκας μου ήταν, χωρίς αμφιβολία, η πιο δύσκολη δοκιμασία της ζωής μου. Όταν χάνεις τον άνθρωπο με τον οποίο έχεις μοιραστεί τόσα χρόνια, τίποτα δεν σε προετοιμάζει πραγματικά για το κενό που αφήνει. Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέσαι πώς θα συνεχίσεις την επόμενη μέρα. Και όμως, συνεχίζεις. Και δεν είναι ότι ο πόνος μικραίνει αλλά το ότι ξέρεις πως έχεις ανθρώπους γύρω σου που χρειάζονται στήριξη, όπως τα παιδιά σου. Με τα χρόνια, λοιπόν, καταλαβαίνεις ότι δεν ξεπερνάς ποτέ πραγματικά μια τέτοια απώλεια. Απλώς εκτιμάς ακόμη περισσότερο τον χρόνο που σου δίνεται με τους ανθρώπους που αγαπάς».

Όταν τον ρωτώ ποια είναι η σημαντικότερη στιγμή της καριέρας του, επιστρέφει πάντα στο Euro 2004. Όχι μόνο επειδή η Ελλάδα κατέκτησε το τρόπαιο, αλλά επειδή έζησε από κοντά μια στιγμή που κανείς δεν πίστευε ότι θα συμβεί. Θυμάται τον Θοδωρή Ζαγοράκη να του δίνει το κύπελλο για λίγα δευτερόλεπτα και την αίσθηση ότι συμμετείχε κι εκείνος, έστω ελάχιστα, σε μια ιστορική στιγμή του ελληνικού αθλητισμού.

Βρισκόμαστε στα γραφεία του Κέντρου Αθλητικού Ρεπορτάζ και δεν μπορώ παρά να τον ρωτήσω αν σήμερα παραμένει αισιόδοξος για τις νέες γενιές δημοσιογράφων. Πιστεύει ότι υπάρχουν πολλά ταλαντούχα παιδιά, με γνώσεις, τεχνολογική κατάρτιση και διάθεση για δουλειά. Ποια είναι η συμβουλή που θα τους έδινε; «Να κυνηγούν το όνειρό τους χωρίς να συγκρίνουν διαρκώς τον εαυτό τους με τους άλλους. Να αποδέχονται τα λάθη, να μαθαίνουν από αυτά και να συνεχίζουν».

Λίγο προτού τον αποχαιρετήσω, του εκφράζω μια απορία μου. Αν έπρεπε να συνοψίσει τη φιλοσοφία της ζωής του σε μια φράση, ποια θα ήταν αυτή; «Στη ζωή παίζουμε απευθείας το έργο», τονίζει με ένα χαμόγελο να διαγράφεται στο πρόσωπο του. Και προσθέτει: «Δεν υπάρχουν πρόβες, δεν υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες για να ξαναζήσεις τον χρόνο που πέρασε. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το σημαντικότερο αγαθό δεν είναι ούτε τα χρήματα ούτε η επιτυχία, αλλά ο χρόνος. Χρόνος που πρέπει να αξιοποιείται με ανθρώπους που αγαπάμε, με στιγμές που έχουν νόημα και με αποφάσεις που παίρνουμε εμείς οι ίδιοι. Γιατί στη ζωή μπορεί να υπάρχουν καλές ή κακές αποφάσεις. Το σημαντικό είναι να παίρνουμε αποφάσεις. Και να προχωράμε».

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.



Πηγή: www.lifo.gr