Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η νέα εποχή των δολοφόνων ― ένα πολυπόστ του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου


Η νέα εποχή των δολοφόνων 

Ποτέ άλλοτε, όσα χρόνια ζω, δεν είδα  στους θώκους των μεγάλων δυνάμεων, ταυτόχρονα, τόσους δικτάτορες και δολοφόνους.

Η νέα εποχή των δολοφόνων ― ένα πολυπόστ του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου Facebook Twitter
Ages of the World (Die Erdzeitalter), 2014 by Anselm Kiefer

ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ,  όσα χρόνια ζω, δεν είδα  στους θώκους των μεγάλων δυνάμεων, ταυτόχρονα, τόσους δικτάτορες και δολοφόνους. Οιονεί και καθαρόαιμους. Και ποτέ πριν δεν είχα την αίσθηση ότι ο πλανήτης έχει καταληφθεί από μια ορμή θανάτου. Να στουκάρει πάνω στο αδιανόητο και να τελειώνει.

Πώς ο λαός του Ισραήλ που έχει υποστεί στο πετσί του το μεγαλύτερο έγκλημα της ανθρωπότητας, διαπράττει τέτοιες φρικαλεότητες στην Παλαιστίνη, επαναλαμβάνοντας το άγος της Σάμπρα και Σατίλα;  

Πώς η Ευρώπη, μετά από τόση Τέχνη, φιλοσοφία και τραύματα, ουσιαστικά νίπτει τα χείρας της, και εξακολουθεί να κάνει εμπόριο με τους εγκληματίες, παρά τις συμπονετικές θεατρικότητές της;

Πώς η χώρα που γέννησε το «Μόμπι Ντικ» και το «Αποκάλυψη Τώρα», κυβερνάται από ένα ημιπαράφρονα και γελοίο τυχοδιώκτη;

Πώς η Ρωσία του Ντοστογιέφσκι και του Ταρκόφσκι είναι παιδική χαρά για πράκτορες και δολοφόνους;

Έστω, να δεχτούμε, ότι ο Άραβας πρίγκιψ που πριονίζει και διαλύει σε οξύ τον δημοσιογράφο που τον έκρινε, πιθανότατα δεν έχει ανοίξει βιβλίο και προέρχεται από μια χώρα χωρίς πνευματική παράδοση. Αλλά όλη η Δύση, με  τον Διαφωτισμό της και την Αναγέννηση, τους αρχαίους και τον Σαίξπηρ της, και κυρίως το ζοφώδες δίδαγμα του Άουσβιτς, που υποτίθεται την έφερε στα συγκαλά της δια παντός, μαθαίνοντάς της ότι ένας δυνάμει δολοφόνος λαγοκοιμάται στη φύση των ανθρώπων ― η Δύση, πώς κάνει τα στραβά μάτια στα συστατικά του DNA της, στις αξίες που η ίδια γέννησε;

Το ερώτημα δεν είναι καινούριο. Από τον Πρίμο Λέβι και τον Αντόρνο, μέχρι τον Κίφερ και τη «Ζώνη Ενδιαφέροντος», κάθε μη αποκτηνωμένος άνθρωπος προσπαθεί να καταλάβει πώς μπορείς να παίζεις μια σονάτα του Μπετόβεν, πριν βγεις να κάνεις την επόμενη Σελεξιόν  για τους φούρνους του Άουσβιτς.

Λίγοι όμως διανοούμενοι έχουν θίξει το ζήτημα με την απλότητα και αμεσότητα του (Εβραίου) Τζόρτζ Στάινερ. Το είχε κάνει, μεταξύ άλλων, στο εξαιρετικό βιβλίο του «Ένα μακρύ Σάββατο», εκδόσεις Δώμα (που είχαμε παρουσιάσει εδώ), το έκανε στη «Βαρρβαρότητα της άγνοιας» εκδ. Scripta, το κάνει ξανά σε μια συνέντευξη στο The Paris Review, απ’ όπου μεταφράζεται σήμερα το σχετικό απόσπασμα.

Ζούμε μια πολύ ειδική ιστορική συγκυρία όπου η κακότητα θεωρητικοποιείται και εκλογικεύεται, η βαρβαρότητα μπαναλοποιείται στα reels των social και κατά κάποιον τρόπο νομίζεται αναπόφευκτη, επιβεβλημένη ή ακόμη πρόταγμα της δημοκρατίας· οπότε επείγει να υπενθυμίζουμε, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, ότι αυτό που γίνεται στην Παλαιστίνη είναι γενοκτονία· ότι πρόσωπα σαν τον Νετανιάχου, τον Τραμπ και τον Πούτιν  δεν είναι πολιτικοί, είναι εγκληματίες· κι ότι η Δύση έχει ηθικά χρεοκοπήσει, όσο αναλύεται σε υποκριτικούς θρήνους ενώ από πίσω συναλάσσεται με το βούρκο της γης.

Όλο αυτό επίσης δείχνει ότι το σύστημα της δημοκρατίας είναι ένα ανέκδοτο και δεν λειτουργεί, εφόσον μπορεί τόσο εύκολα να χακαριστεί και να στείλει στην εξουσία πρόσωπα επικίνδυνα, παρανοϊκά. Μη ξεχνάμε, ακόμη και ο Χίλτερ «δημοκρατικά» εξελέγη. Οι δολοφόνοι κάνουν το γύρο του θριάμβου πάνω σε κλεμμένο αυτοκίνητο. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί για λαούς που πάνε να ψηφίσουν επειδή τούς συνεπήρε ένα reel στο ίνσταγκραμ, επειδή κάποιος γκαρίζει στη Βουλή, επειδή αφήνει περιστέρια απ΄τα λευκά του χέρια, ή χειρίζεται χαριτωμένα το TikTok. 

Aλλά αυτό, είναι μια άλλη συζήτηση. 


Ακούγοντας Ντεμπισί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης  Ο Τζορτζ Στάινερ σε μια συγκλονιστική συνέντευξη στο The Paris Review

Η νέα εποχή των δολοφόνων Facebook Twitter
Ο Τζορτζ Στάινερ (1929 – 2020) σε φωτογραφία περίπου του 1977.

 

ΕΡΩΤΗΣΗ

Έχουν αποτύχει οι ανθρωπιστικές σπουδές να εξανθρωπίσουν τον άνθρωπο; Εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι η λογοτεχνική παιδεία μπορεί να καλλιεργήσει την πολιτική σκληρότητα και βαρβαρότητα;

ΣΤΑΪΝΕΡ

Ο ναζισμός, ο κομμουνισμός, ο σταλινισμός με έπεισαν γι’ αυτό το κεντρικό παράδοξο: η βιβλιοφιλία — αυτή η παλιά αγγλική λέξη, bookishness, πολύ εύστοχη — η βαθιά καλλιέργεια, η ύψιστη παιδεία, κάθε τεχνική πολιτισμικής προπαγάνδας και εκπαίδευσης, όχι μόνο μπορούν να συνυπάρξουν με τη θηριωδία, την καταπίεση και τον δεσποτισμό, αλλά σε ορισμένες στιγμές τα ενισχύουν κιόλας.

Εκπαιδευόμαστε σε όλη μας τη ζωή στην αφαίρεση, στο φανταστικό, και αναπτύσσουμε μια ορισμένη δύναμη — υποτίθεται δύναμη — να ταυτιζόμαστε με το φανταστικό, να το διδάσκουμε, να το εμβαθύνουμε (πόσα παιδιά έχει η Λαίδη Μάκβεθ;). Κι έπειτα βγαίνουμε στον δρόμο, ακούγεται μια κραυγή, και μας φαίνεται παράξενα εξωπραγματική.

Η εικόνα που θέλω να χρησιμοποιήσω είναι η εξής: έχω πάει νωρίς το απόγευμα να δω μια πολύ καλή ταινία. Είναι μια φωτεινή, ηλιόλουστη μέρα. Όταν βγαίνω από τον κινηματογράφο στο φως της απογευματινής πόλης, νιώθω συχνά μια ναυτία, μια απορρύθμιση σχεδόν σωματική. Χρειάζονται δευτερόλεπτα, λεπτά, καμιά φορά περισσότερο, για να ξαναεστιάσω στην πραγματικότητα.
 

ΕΡΩΤΗΣΗ

Σαν να βγαίνετε από το σπήλαιο του Πλάτωνα;

ΣΤΑΪΝΕΡ

Ακόμη πιο έντονα, εξαιτίας αυτού του παράξενου γεγονότος ότι η επίδραση μιας ταινίας μοιάζει να ανήκει στη νύχτα. Γιατί άραγε η επίσκεψη σε κινηματογράφο μέρα μεσημέρι είναι τόσο βαθιά αποσταθεροποιητική;

Και τώρα επεκτείνω αυτή την εμπειρία: περνώ όλη μου τη μέρα με φοιτητές γύρω από το τραπέζι του σεμιναρίου μου στη Γενεύη. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε το πρόβλημα της ακραίας συντομίας του ρόλου της Κορντέλιας στον Βασιλιά Ληρ — είναι λιγότερο από ενενήντα στίχοι. Κανείς δεν το πιστεύει ώσπου να τους μετρήσει. Ή συζητούμε για τις μεγάλες σιωπές στη λογοτεχνία: πρόσωπα που εμφανίζονται και δεν λένε τίποτε — από τον Αισχύλο μέχρι τον Ντοστογιέφσκι — ή λένε ελάχιστα. Ή τον ανόητο στο τέλος του Μπόρις Γκοντούνοφ: τραγουδά δύο νότες που διαπερνούν ολόκληρο τον κόσμο με την απόγνωση και τη φρίκη τους.

Οι φοιτητές ανταποκρίνονται, κι εσείς ανταποκρίνεστε· ξέρετε αυτά τα πράγματα απέξω, σας πλημμυρίζουν. Και ύστερα φεύγετε, περπατάτε στον δρόμο και βλέπετε έναν τίτλο εφημερίδας: «Ένα εκατομμύριο νεκροί στη Ρουάντα». Δεν είναι μόνο ότι έχετε μουδιάσει απέναντι στις συνεχείς φρικαλεότητες του αιώνα μας· είναι ότι δεν μπαίνουν καν στη φαντασία σας.

Για μένα το προσωπικό σημείο καμπής ήταν ο Πολ Ποτ. Ελάχιστοι γνώριζαν τότε τι συνέβαινε στο Άουσβιτς. Ναι, υπήρχαν καθάρματα που ήξεραν, υπήρχαν άνθρωποι που ήξεραν και δεν το πίστευαν, αλλά ήταν ελάχιστοι. Η ναζιστική μυστικότητα υπήρξε τρομακτικά αποτελεσματική.

Τα «Κilling Fields», αντίθετα, μεταδίδονταν από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση την ώρα που συνέβαιναν. Μας έλεγαν ότι ο Πολ Ποτ έθαβε ζωντανούς εκατό χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σήμερα δεν μπορώ να δώσω πραγματικό νόημα στη φράση «να θάβεις ζωντανό έναν άνθρωπο». Εκατό χιλιάδες!

Παραλίγο να χάσω το μυαλό μου εκείνες τις μέρες από μια πικρή αίσθηση ανημπόριας. Ήμουν στοιχειωμένος από την ελπίδα ότι η Ρωσία και η Αμερική θα έλεγαν: «Δεν ξέρουμε ποιο είναι το σωστό και το λάθος μέσα σε αυτό το απίστευτο γεωπολιτικό χάος, αλλά σαράντα πέντε χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα ή τα γκουλάγκ, δεν μπορούμε να ξυριστούμε το πρωί, δεν μπορούμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, γνωρίζοντας ότι εκατό χιλιάδες άνθρωποι θάβονται ζωντανοί. Το ξυράφι δεν αγγίζει πια το δέρμα. Καμιά γυναίκα δεν μπορεί να βαφτεί και να νιώσει ακόμη άνθρωπος. Αν δεν το σταματήσετε, θα επέμβουμε».

Ήλπιζα πως το Ισραήλ θα έκανε μια τέτοια δήλωση — για προφανείς λόγους. Απόλυτη σιωπή. Απόλυτη σιωπή απέναντι σε κάθε ιδέα παρέμβασης. Ο Πολ Ποτ συνέχισε. Έθαβε ανθρώπους ζωντανούς, δολοφόνησε ενάμισι εκατομμύριο ακόμη, ευνούχιζε ανθρώπους ζωντανούς στα χωράφια — και σήμερα του πουλάμε όπλα.

Η Καμπότζη υπήρξε για μένα σημείο μετάβασης σε μια κατάσταση απόλυτης εγκατάλειψης, απόγνωσης. Ύστερα ήρθε η Ρουάντα, και αύριο κάτι άλλο. Και αυτή τη φορά ξέρουμε.

Κάνω πράγματι — και χρησιμοποιώ εδώ μια σχεδόν πομπώδη λέξη — μια οντολογική διάκριση: τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα σε μια εποχή όπου δεν γνωρίζαμε και πιθανώς δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα, και στη σημερινή εποχή, όπου γνωρίζουμε. Ο αντίπαλος ήταν ασήμαντος μπροστά στη δύναμη του υπόλοιπου κόσμου: ο κύριος Πολ Ποτ και οι παρανοϊκοί Ερυθροί Χμερ. Δεν έγινε τίποτα. Και τώρα τους εξοπλίζουμε ξανά.
 

ΕΡΩΤΗΣΗ

Ποιες είναι λοιπόν οι συνέπειες όλων αυτών για το έργο σας ως δασκάλου;

ΣΤΑΪΝΕΡ

Με έχει βασανίσει βαθιά αυτό το ζήτημα. Προσπαθώ συνεχώς να το μεταδώσω σε όσους μαθαίνουν να διαβάζουν μαζί μου. Θα ήθελα να με θυμούνται ως έναν καλό δάσκαλο της ανάγνωσης — και εννοώ της «διορθωτικής» ανάγνωσης με μια βαθιά ηθική έννοια: η ανάγνωση πρέπει να μας δεσμεύει απέναντι σε ένα όραμα, να κινητοποιεί την ανθρωπιά μας, να μας κάνει λιγότερο ικανούς να προσπερνάμε.

Όμως δεν ξέρω αν πέτυχα — ούτε για τους άλλους ούτε για τον εαυτό μου.

Υπάρχει άραγε κάποια μορφή παιδείας — στην ποίηση, στη μουσική, στην τέχνη, στη φιλοσοφία — που να καθιστά έναν άνθρωπο ανίκανο να ξυριστεί το πρωί, επειδή ο καθρέφτης του επιστρέφει κάτι απάνθρωπο ή υπάνθρωπο; Αυτό είναι που ψαχνω επίμονα στη σκέψη και στη γραφή μου.

Γι’ αυτό και στο «Πραγματικές Παρουσίες» στράφηκα τελικά προς τη θεολογία. Τι γίνεται με τους μεγάλους ποιητές και καλλιτέχνες που γνώρισαν τέτοια πράγματα — τον Δάντη, ας πούμε, ή τον Σαίξπηρ; Θα μπορούσε κάτι να μας κάνει ανίκανους για ορισμένες τυφλότητες, για ορισμένες κουφαμάρες της ψυχής; Υπάρχει κάτι που να καθιστά τη φαντασία υπεύθυνη απέναντι στην πραγματικότητα του ανθρώπινου πόνου γύρω μας; Αυτό είναι το ερώτημα.

Ακόμη και η μεγαλύτερη κραυγή, όταν μορφοποιείται σε στίχο ή ρίμα, προσθέτει ένα πέπλο αποδοχής στο φαινόμενο.

ΕΡΩΤΗΣΗ

Πώς αξιολογείτε σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, τη διάσημη ρήση του Αντόρνο: «Δεν υπάρχει ποίηση μετά το Άουσβιτς»;

ΣΤΑΪΝΕΡ

Την εποχή εκείνη μου φαινόταν μια απολύτως φυσική και αναγκαία δήλωση· και συγχρόνως μια δήλωση που περίμενε να διαψευστεί. Η διάψευση ήρθε με την ποίηση του Πάουλ Τσέλαν — και ο ίδιος ο Αντόρνο το είχε καταλάβει πριν πεθάνει.

Ας κάνουμε όμως ένα βήμα πίσω. Δεν τίθεται το χυδαίο ερώτημα της καταμέτρησης πτωμάτων. Όμως εγώ βλέπω μαζί όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης — στην Πολωνία, στη Γερμανία, παντού — ως ένα ενιαίο φαινόμενο: τη μαζική φυλάκιση και εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων.

Μία πιθανή απάντηση είναι να πει κανείς ότι ολόκληρος ο πολιτισμός μας αποδείχθηκε εντελώς ανίσχυρος και απροστάτευτος· στην πραγματικότητα, μάλιστα, στόλισε πολλές από αυτές τις φρικαλεότητες. Ο πιανίστας Γκίζεκινγκ έπαιζε ολόκληρο τον Ντεμπισί τα βράδια που ακούγονταν οι κραυγές των ανθρώπων στα σφραγισμένα βαγόνια στον σταθμό του Μονάχου, καθ’ οδόν προς το Νταχάου. Οι κραυγές ακούγονταν μέχρι την αίθουσα συναυλιών. Αυτό είναι καταγεγραμμένο. Και δεν υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία ότι δεν έπαιζε υπέροχα ή ότι το κοινό του δεν ήταν βαθιά συγκινημένο.

Υπήρξε λοιπόν μια μηδενιστική κριτική — του Αντόρνο, ή η διατύπωση του Βάλτερ Μπένγιαμιν: «στη βάση κάθε μεγάλου έργου τέχνης υπάρχει ένας σωρός βαρβαρότητας». Θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει ακόμη πιο πέρα και να πει: «Ας σωπάσουμε για λίγο».

Συχνά ονειρευόμουν ένα μορατόριουμ πάνω στη συζήτηση αυτών των πραγμάτων — για δέκα χρόνια, δεκαπέντε, εκατό — ώστε να μη μετατραπούν σε αρθρωμένη γλώσσα, που κατά έναν παράξενο τρόπο τα καθιστά αποδεκτά. Αυτό εννοούσε πραγματικά ο Αντόρνο: Προσοχή!  Ακόμη και η μεγαλύτερη κραυγή, όταν μορφοποιείται σε στίχο ή ρίμα, προσθέτει ένα πέπλο αποδοχής στο φαινόμενο.

Το δεύτερο και δυσκολότερο βήμα ήταν να πεις: «Όχι· παρ’ όλα αυτά μπορώ ακόμη να μεταδώσω κάτι από την ουσία αυτής της εμπειρίας». Από όλο το τεράστιο φάσμα της λογοτεχνίας του Ολοκαυτώματος, μόνο τρεις ή τέσσερις συγγραφείς το πέτυχαν πραγματικά.
 

ΕΡΩΤΗΣΗ

Ποιοι είναι αυτοί;

ΣΤΑΪΝΕΡ

Πρώτα απ’ όλα ο Τσέλαν. Χωρίς καμία αμφιβολία. Έπειτα ο Πρίμο Λέβι: κορυφαίος, κορυφαίος, κορυφαίος. Δεν υπάρχει ούτε μία λέξη εκτός θέσης· είναι θαύμα. Ένας-δυο λιγότερο γνωστοί Ανατολικοευρωπαίοι, κάποιες υπέροχες λετονικές νουβέλες. Ίσως μισή ντουζίνα κείμενα συνολικά, όπου θα έλεγα ότι αυτό το απίστευτα τολμηρό εγχείρημα δικαιώθηκε.

Αλλά με τι κόστος; Ο Τσέλαν αυτοκτονεί. Ο Πρίμο Λέβι αυτοκτονεί. Ο Ζαν Αμερύ αυτοκτονεί. Σαν να μην υπήρχε πια νόημα ούτε στη ζωή τους ούτε στη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν, αφού κατέθεσαν τη μαρτυρία τους.

Αυτό που με τρομοκρατεί είναι κάθε προσπάθεια εκμετάλλευσης αυτού του υλικού από ανθρώπους που δεν το έζησαν.

― Απόσπασμα από συνέντευξη του Τζορτζ Στάινερ στο The Paris Review, 1995, τευχος 137

.


Απλά/ Περίπλοκα/ Αορατα  Τα τρία σκαλοπάτια της πνευματικής ωριμότητας του Χριστόφορου Σάββα

Η νέα εποχή των δολοφόνων Facebook Twitter
Ο Χριστόφορος, αυτοπροσωπογραφία. Μάιος 1959. Γκουάς σε ύφασμα επικολλημένο σε χάρντμπορντ.

Μια και μιλάμε για πνεύμα και στοχασμό, θέλω να σας παραθέσω ένα σύντομο σημείωμα―  του Κύπριου ζωγράφου Χριστόφορου Σάββα, που βρήκα σε ένα πρόγραμμα έκθεσης που έγινε στη Λεβέντειο Πινακοθήκη, δυο χρόνια πριν. Ετυχε να το ξεφυλλίσω τώρα. Ο Σάββα ήταν πολύ ωραία περίπτωση στην Κυπριακή Τέχνη. Από το Μαραθόβουνο στο Λονδίνο, το Παρίσι και πάλι πίσω, ήταν ο πρώτος που έκανε αφηρημένα έργα στο νησί, έζησε μποέμικα και τα δοκίμασε όλα (σχεδόν όλα), συνομιλώντας τολμηρά με τις πρωτοπορίες της εποχής του.

Δεν έχω ξαναδιαβάσει τόσο απλοϊκά και καθαρά, κάτι που να περιγράφει το πέρασμα από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, ουσιαστικά όμως να μιλά για τα σκαλοπάτια που ανεβαίνει κανείς για να γίνει από ζώο, άνθρωπος. 

Η προσωπική μας ιστορία καθορίζεται από το επίπεδο της πνευματικότητάς μας. Τι σκεφτόμαστε όταν κάνουμε απλά πράγματα; να σερβίρουμε ένα ποτό στο μπαρ, να μπογιατίζουμε ένα ξεφλουδισμένο τοίχο, να διαβάζουμε τα νέα, να ρεμβάζουμε την γειτονιά από το μπαλκόνι μας, να βρεθούμε με ένα φίλο μας που εν [να] αραβωνιάση την κόρη του, να πιέννουμε να δούμε αν νε καλά ο γέρος μας. Τι κάνουμε όταν τα απλά πράγματα περιπλέκοντε; να κρυφοκοιτάζουμε στο απέναντι σπίτι, να διερωτούμαστε ποιος ήταν τελικά ο «σκεπτόμενος» του Rodin τζιε τι ενόμιζε η μάνα του Rodin για τον γιο της, να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι πραγματικά βλέπει ο θεατής μπροστά από έναν αφηρημένο έργον τέχνης, να περιγράψουμε σε μικρό παιδί τι σημαίνει θρησκεία, να μπούμε λίγο, μέσα στην τεχνοτροπία του Pollock. Τζιε τελικά ποιοι είμαστε όταν τα πράγματα γίνονται αόρατα; να επικοινωνούμε με τους θεούς, να περνούμε μέσα από ένα τοίχο, να καταλαμβάνουμε τη διαφορά του μπλε ουρανού σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, να καταλάβουμε την διαφορά της πίστης από τη θρησκεία, να επινοήσουμε ένα καινούργιο σχήμα, να πλασάρουμε καινούργια μόδα, να ταξιδεύουμε άυλα, να συναντήσουμε τον Matisse, να μην πεθάνουμε.

Χριστόφορος

― Χριστόφορος Σάββα – Απλά – Περίπλοκα – Αόρατα, εκδ. Λεβέντειος Πινακοθήκη, 2024, Αγοράστε το εδώ

Η νέα εποχή των δολοφόνων ― ένα πολυπόστ του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου Facebook Twitter
Οι μποέμικες μέρες του… Η πρώτη σελίδα από ένα γράμμα του Σάββα.



Πηγή: www.lifo.gr