Και πώς να μιλήσει κανείς για το σήμερα; Πώς να ξεδιαλύνει τα σύννεφα φόβου και οργής που μας κυκλώνουν; Πώς να διασχίσει τους ποταμούς μισαλλοδοξίας που μας πνίγουν; Από πού να αντλήσει λίγο φως; Να βρει μερικά λόγια γαλήνιας νουθεσίας και απτής σωφροσύνης, να διδαχθεί από το παρελθόν; Ναι, ναι, να στραφεί στους μεγάλους φιλοσόφους, στα λαμπερά εκείνα μυαλά που έζησαν πολέμους και καταστροφές κι αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μελέτη του καλού και του κακού· ναι, αυτό ίσως ανοίξει ένα μονοπάτι στη ζούγκλα…
«Έτσι, λοιπόν, ούτε ο Δίων ούτε κανένας άλλος δεν θα καταστεί πολιτικά ισχυρός με ολέθριο τρόπο και για τον ίδιο και για τη γενιά του, αλλά θα επιδιώξει, θεσπίζοντας δικαιότατους και άριστους νόμους, να οργανώσει μια πολιτεία που δεν θα χρήζει θανάτων και φονικών για να συσταθεί»¹, γράφει ο Πλάτωνας στην «Επιστολή Ζ’», ένα από τα ελάσσονα και λιγότερο γνωστά κείμενά του, καίτοι το μόνο αυτοβιογραφικό, δηλαδή το μόνο στο οποίο μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, και μάλιστα λίγο προτού πεθάνει.
Το όραμα της ιδανικής Πολιτείας τον βασάνιζε μια ζωή. Κι όταν προσκλήθηκε από τον ενθουσιώδη Δίωνα, επιστήθιο φίλο και παθιασμένο θιασώτη της πλατωνικής φιλοσοφίας, να μεταβεί στις Συρακούσες, έτσι ώστε να μεταλαμπαδεύσει τα φώτα του στον τύραννο της σικελικής πόλεως, ο Πλάτων ανταποκρίθηκε θετικά, ευελπιστώντας ότι με τη δική του συστηματική καθοδήγησή θα εγκαθιδρυόταν σταδιακά –εκεί όπου τότε επικρατούσε ο αυταρχισμός, η αστάθεια και οι εσωτερικές διαμάχες– ένα δικαιότερο πολίτευμα, βασισμένο στην ισονομία και την από κοινού επιδίωξη της αρετής.
Ουδέποτε διεγείρεται η όρασή μας, η σκέψη μας, ο προβληματισμός μας. Ουδέποτε αισθανόμαστε τη σύνδεση με το τότε, με το τώρα, με το βάθος του πλατωνικού στοχασμού και των αντηχήσεών του στο θεατρικό γίγνεσθαι. Καμία αγωνία, μόνον ατελέσφορες διαβεβαιώσεις περί της «επικαιρότητας» της επιστολής.
«… Αλλά αγωνιζόμενος ενάντια στους συκοφάντες, νικήθηκα»: Άκαρπες απέβησαν οι προσπάθειες τους Αθηναίου φιλοσόφου. Δεν μπόρεσε να διαλύσει τη δηλητηριώδη ανασφάλεια του Διονύσιου ΙΙ που εξόρισε τελικά τον καλοπροαίρετο Δίωνα και επιβλήθηκε με τη βία και τη χειραγώγηση, παραδίδοντας τα σκήπτρα της πόλεως στην καχυποψία, στον διχασμό και στην εχθρότητα.
Για όλα ετούτα γράφει διεξοδικά στην Επιστολή του ο φιλόσοφος, την οποία τυπικώς απευθύνει στους συγγενείς και φίλους του αδικοχαμένου Δίωνα, αλλά ταυτόχρονα και σε όλους τους Αθηναίους, που βίωναν τη δική τους παρακμή, και, τελικά, σε όλους εμάς. Τονίζει πως ό,τι έκανε το έκανε με τις καλύτερες προθέσεις, επιθυμώντας να εφαρμόσει στην πράξη τα πιστεύω του σχετικά με την υποχρέωση του πολίτη –και του φιλοσόφου– να συμμετάσχει εμπράκτως στην προάσπιση του κοινού καλού.
Δεν υπερασπίζεται, όμως, απλώς το όνομα και τη φήμη του. Αφήνει και μια παρακαταθήκη για το μέλλον, μια πικραμένη προειδοποίηση για όλα τα δεινά που καιροφυλακτούν κάθε φορά που οι τύραννοι παρανοούν και οι πολίτες εθελοτυφλούν παραδομένοι, όπως οι Συρακούσιοι, στις εφήμερες ηδονές ενός τρυφηλού και αστόχαστου βίου.
Το πένθος που διατρέχει υπογείως το κείμενο αυτό, καθώς και το γεγονός ότι μας χαρίζει έναν πρωτοπρόσωπο Πλάτωνα, συνιστούν τις κύριες αρετές του, ενώ, από κάθε άλλη άποψη, και σίγουρα από θεατρική, αναδύεται μάλλον στεγνό και κουραστικό, έτσι όπως αναλώνεται σε συνεχή παράθεση και επεξήγηση των σικελικών γεγονότων.
Για ποιον λόγο, λοιπόν, να το επιλέξει κανείς ανάμεσα σε όλα τα αριστουργηματικά κείμενα του φιλοσόφου; Έμπλεοι περιέργειας, σπεύσαμε να ανακαλύψουμε την απάντηση στην παράσταση του Αλέξανδρου Μιστριώτη που ανέβηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών. Ο σκηνοθέτης ανακαλεί τη στιγμή που, πριν από δεκατρία χρόνια, σε μια ταράτσα, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη της Επιστολής· την έκπληξη που αισθάνθηκε («Είχε γράψει επιστολή; Και μίλαγε επιτέλους ο ίδιος;!… Έχουμε δηλαδή ένα δικό του προσωπικό κείμενο;»), καθώς και την επιθυμία του να το μοιραστεί με άλλους ανθρώπους, με εμάς, τόσα χρόνια μετά, «γιατί είναι επίκαιρο τώρα».
Η σκηνή, ένα εργοτάξιο: διάσπαρτα βουναλάκια από πέτρες, ένα παλιό ξύλινο γραφείο με χειρόγραφα και μερικές εστίες φωτός θαμμένες στα χαλάσματα. Ένας καθαριστής (Οδυσσέας Ζήκας) σφουγγαρίζει σπρώχνοντας τον κυλιόμενο κουβά του δεξιά και αριστερά. Από τα βουναλάκια ανασύρει αντικείμενα, μάσκες, αγαλματίδια, ένα «αρχαίο» και ένα «σύγχρονο», το άγαλμα της Ελευθερίας.
Ένας γενειοφόρος άνδρας με κρεμ λινό κοστούμι και γιλέκο, βγαλμένος από τον περασμένο αιώνα, προχωρά προς το μέρος μας και ανεβαίνει σε ένα μικροσκοπικό βάθρο. Ο καθαριστής τον πουδράρει μανιακά και ο άνδρας αρχίζει να μιλά.
Ο τόνος του ηθοποιού (Θωμάς Βελισσάρης) διακρίνεται από μια ελαφράδα, μια λεπτή ειρωνεία. Ο λόγος του κελαρυστός, διαυγής, η άρθρωσή του κρυστάλλινη, οι επιτονισμοί του μελετημένοι. Μοιάζει να έχει πάρει μια απόσταση από τα γεγονότα, και σίγουρα δεν δείχνει θλιμμένος, αλλά μάλλον απορροφημένος στην όσο το δυνατό πιο εναργή και γοητευτική επιτέλεση της αφήγησής του.
Η ώρα περνά, και περιμένουμε «κάτι» να συμβεί. Δεν μπορεί να είναι μόνο «αυτό», σκεφτόμαστε. Δεν είναι δυνατό να αρκέστηκε κανείς σε τόσο λίγα, να θεώρησε ότι θα «ζωντανέψει» τον «Πλάτωνα» με αυτόν τον κυριολεκτικό, περιοριστικό και, εν τέλει, υποτιμητικό τρόπο, παρουσιάζοντάς τον πότε σαν δημαγωγίσκο που ανεβαίνει σε βαθρίσκο –τον Πλάτωνα που μισούσε τους δημαγωγούς–, και πότε σαν δασκαλάκο που βγάζει μαυροπίνακες στη σκηνή για να μας κάνει μάθημα περί των αναβαθμών της γνώσης, λες και είμαστε στο σχολείο.
Η εκκωφαντική έλλειψη φαντασίας εντυπωσιάζει. Πώς γίνεται να καταπιαστεί κανείς με τον φιλόσοφο των Ιδεών, της αθανασίας της Ψυχής, τον ακαταπόνητο αναζητητή της αέναης ουσίας και της υπερβατικής αλήθειας των όντων, αυτόν που αποδόμησε τα αισθητά φαινόμενα, χωρίς να μπει στη διαδικασία θεατρικής εξερεύνησης των εννοιών αυτών, χωρίς να καταδυθεί στο σπήλαιο του πλούτου τους;
Ο Πλάτων που φοράει παπιγιόν και πουδράρεται για να δημαγωγήσει, που πετάει θεαματικά τα χαρτιά του από το γραφείο σαν παλιακός ηθοποιός, που χάνεται στις ομίχλες της παραγωγής οδεύοντας εφετζίδικα προς τον θάνατο, χωρίς να ξέρει «ποιος από τους δυο μας πηγαίνει σε καλύτερη μοίρα» (από την «Απολογία»): με τέτοιο φτηνό ποντάρισμα στα «φαινόμενα», πώς να μην εξορίσει ο Πλάτων τους ποιητές από την Πολιτεία του; Κανένα παιχνίδι μεταξύ «ορατού» και «αοράτου», «πρωτοτύπων» και «ειδώλων», μονάχα απλοϊκά «αντίγραφα», χαριτωμενιές, χαζο-ευρήματα και δυο-τρεις προσωπικές εξομολογήσεις σχετικά με το πώς ο σκηνοθέτης ανακάλυψε τη φιλοσοφία.
«What you see is what you get», από κάθε άποψη: η αποθέωση της πρωτοεπίπεδης, ελαφρόμυαλης «ερμηνείας» ενός κειμένου είναι το μόνο προσφερόμενο εδώ (τι φταίει και ο ηθοποιός, που κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί;). Ουδέποτε διεγείρεται η όρασή μας, η σκέψη μας, ο προβληματισμός μας. Ουδέποτε αισθανόμαστε τη σύνδεση με το τότε, με το τώρα, με το βάθος του πλατωνικού στοχασμού και των αντηχήσεών του στο θεατρικό γίγνεσθαι. Καμία αγωνία, μόνον ατελέσφορες διαβεβαιώσεις περί της «επικαιρότητας» της επιστολής. Το θέατρο ως απόλυτη πεζότητα και ο Πλάτων ως ξεπερασμένη, ρητορίζουσα οντότητα στα όρια της καρικατούρας.
Πώς επελέγη η πρόταση αυτή για το Φεστιβάλ; Πώς είναι δυνατόν ένα έμπειρο βλέμμα να μη διείδε την κατάφωρη ένδειά της; Πραγματικά, θα μείνουμε με την απορία. Δεν γνωρίζω πόσο απογοητευμένος έφυγε ο Πλάτωνας από τη ζωή, ο θεατής, πάντως, από την αίθουσα, σε απροσμέτρητο βαθμό.
[1]. Από τη μετάφραση του Απόστολου Αντ. Καπρούλια, εκδόσεις Ζήτρος















