Η ξαφνική μείωση των φαλαινών και η απρόσμενη εμφάνιση σπάνιων θαλασσοπουλιών χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τους φυσικούς τους βιότοπους προκαλούν έντονη ανησυχία στους επιστήμονες, οι οποίοι προειδοποιούν ότι στον Νότιο Ωκεανό ενδέχεται να βρίσκεται σε εξέλιξη μια σημαντική οικολογική αλλαγή.
Στα τέλη Ιουνίου, παρατηρητές φαλαινών στη νοτιοδυτική Αυστραλία διαπίστωσαν ότι οι μεγάπτερες φάλαινες ήταν κατά περίπου 60% λιγότερες από το φυσιολογικό για την εποχή. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία τα κητώδη μεταναστεύουν από τον Νότιο Ωκεανό προς τις αυστραλιανές ακτές για να γεννήσουν και να τραφούν.
Λίγες ημέρες αργότερα, ορνιθολόγοι κατέγραψαν ένα ακόμη ασυνήθιστο φαινόμενο. Μεγάλοι αριθμοί άλμπατρος, είδος που σπάνια παρατηρούνται τόσο κοντά στις ακτές της ανατολικής Αυστραλίας, εμφανίστηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις συνήθεις περιοχές τροφοληψίας τους στον Νότιο Ωκεανό. Πολλά από τα πουλιά, μάλιστα, βρίσκονταν και σε ιδιαίτερα κακή φυσική κατάσταση.
Falls in whale sightings, rare seabirds appearing – is something unusual happening in the Southern Ocean? – @ConversationEDU https://t.co/GMDKzrzTRw
— Jerome OLLIER https://jeromeollier.bsky.social/ (@JeromeOLLIER) July 31, 2026
Νότιος Ωκεανός: Ο ρόλος της γρίπης των πτηνών
Οι παρατηρήσεις αυτές έγιναν λίγες μόλις εβδομάδες μετά την επιβεβαίωση του πρώτου κρούσματος της ιδιαίτερα παθογόνου γρίπης των πτηνών H5N1 σε μεταναστευτικό θαλασσοπούλι στην Αυστραλία. Αν και μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα γεγονότα συνδέονται άμεσα, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αποτελούν ακόμη έναν λόγο για στενή παρακολούθηση της περιοχής.
Την ίδια ώρα, αξίζει να τονιστεί πως οι φάλαινες και τα θαλασσοπούλια εξαρτώνται από τα θαλάσσια ρεύματα, τις καιρικές συνθήκες και τη διαθεσιμότητα τροφής για να ολοκληρώνουν τις μεταναστεύσεις τους. Όταν αλλάζει η συμπεριφορά τους ή εμφανίζονται εκτός της φυσικής τους εξάπλωσης, αυτό μπορεί να υποδηλώνει ότι κάτι έχει μεταβληθεί στο θαλάσσιο περιβάλλον.
Ένα από τα βασικά σενάρια που εξετάζουν οι ερευνητές είναι η επίδραση ενός εκτεταμένου θαλάσσιου καύσωνα. Ενδεικτικά, από τον Φεβρουάριο καταγράφονται ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες στα νερά γύρω από τα απομακρυσμένα νησιά Heard και McDonald στον νότιο Ινδικό Ωκεανό, ενώ το φαινόμενο εκτείνεται έως τις παρυφές των θαλάσσιων πάγων της Ανταρκτικής. Παράλληλα, θαλάσσιος καύσωνας καταγράφεται από τον Απρίλιο και στη νότια Θάλασσα της Τασμανίας.
Παράλληλα, οι συγκεκριμένες περιοχές συγκαταλέγονται στις ταχύτερα θερμαινόμενες του πλανήτη. Η κλιματική αλλαγή κάνει τους θαλάσσιους καύσωνες συχνότερους, πιο έντονους και μεγαλύτερης διάρκειας, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανατροπές στα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Ακόμη και μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά δύο ή τρεις βαθμούς Κελσίου μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη για οργανισμούς που έχουν εξελιχθεί να ζουν σε νερά μόλις 2 έως 6 βαθμών. Όταν οι υψηλές θερμοκρασίες επιμένουν για μήνες, οι επιπτώσεις συσσωρεύονται και επηρεάζουν ολόκληρη την τροφική αλυσίδα.
Οι θαλάσσιοι καύσωνες στον Νότιο Ωκεανό
Οι επιστήμονες υπενθυμίζουν το παράδειγμα του λεγόμενου «Blob», του γιγαντιαίου θαλάσσιου καύσωνα που έπληξε τον βόρειο Ειρηνικό μεταξύ 2014 και 2016. Τότε, οι θερμοκρασίες των υδάτων αυξήθηκαν κατά 2 έως 6 βαθμούς, προκαλώντας εκτεταμένη οικολογική καταστροφή. Δάση φυκιών εξαφανίστηκαν, εκατομμύρια αστερίες πέθαναν, τοξικές ανθίσεις φυκών πολλαπλασιάστηκαν, ενώ φάλαινες και θαλασσοπούλια λιμοκτόνησαν λόγω της κατάρρευσης των πληθυσμών των οργανισμών από τους οποίους εξαρτώνταν.
Οι ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι μια μικρότερη εκδοχή αυτού του φαινομένου εξελίσσεται σήμερα στον Νότιο Ωκεανό, χωρίς όμως να υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν.
Μάλιστα, προηγούμενες μελέτες έχουν ήδη δείξει ότι οι θαλάσσιοι καύσωνες μεταβάλλουν τη σύνθεση του ζωοπλαγκτόν, το οποίο αποτελεί βασική πηγή τροφής για ψάρια, φάλαινες και θαλασσοπούλια. Αντίστοιχα, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχε διαπιστωθεί ότι η άνοδος της θερμοκρασίας στα νερά του Νότιου Ωκεανού δυσκόλευε τις θηλυκές φώκιες της Ανταρκτικής να βρουν τροφή για τα μικρά τους. Έκτοτε, οι θάνατοι νεογνών και ενηλίκων έχουν αυξηθεί, ενώ ο πληθυσμός του είδους έχει μειωθεί δραματικά.
Παρ’ όλα αυτά, οι επιστήμονες παραδέχονται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλα κενά στις ευρύτερες γνώσεις για την κατανόηση του φαινομένου. Δεν είναι ακόμη σαφές πώς ακριβώς επηρεάζονται οργανισμοί-κλειδιά, όπως το κριλ της Ανταρκτικής, ούτε πώς αντιδρούν τα μεγαλύτερα θαλάσσια ζώα όταν αλλάζουν τόσο γρήγορα οι συνθήκες του οικοσυστήματος.
Για τον λόγο αυτό ζητούν μακροχρόνια και συστηματική παρακολούθηση των ειδών, των μεταναστευτικών τους διαδρομών, των περιοχών αναπαραγωγής και των πηγών τροφής τους.
Αν και πρόκειται για μια δαπανηρή και πολύπλοκη διαδικασία που απαιτεί διεθνή συνεργασία, εκτιμούν ότι αποτελεί τη μόνη αξιόπιστη μέθοδο για να γίνει κατανοητό πώς εξελίσσονται οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους ωκεανούς.
Με πληροφορίες από Independent















