Γνωρίστηκαν την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Κάιρο. Έκτοτε έγιναν αχώριστοι. Εκείνη, μια επαναστάτρια της τάξης της, «ερασιτέχνις» φωτογράφος, αν και οι φωτογραφίες της από το βομβαρδισμένο Λονδίνο θεωρούνται σημαντικές. Εκείνος, ταξιδιώτης και πολλά υποσχόμενος συγγραφέας.
Κάπως έτσι ξεκινάει η ιστορία ενός από τα πιο διάσημα ζευγάρια της μεταπολεμικής Βρετανίας, αν και ο Πάτρικ Λι Φέρμορ είχε ήδη επιλέξει την Ελλάδα ως τόπο διαμονής του, ένα είδος «πνευματικής» δεύτερης πατρίδας. Η Τζόαν Ελίζαμπεθ Έιρς Μόνσελ, κόρη επιφανούς μέλους της αγγλικής κοινωνίας και μέλους του Κοινοβουλίου, τον ακολούθησε, και σταδιακά η Ελλάδα έγινε και για εκείνη μια δεύτερη πατρίδα, ιδίως μετά την ολοκλήρωση της περίφημης κατοικίας τους στην Καρδαμύλη.
Η Τζόαν καταγράφει τις ιδιαιτερότητες του τοπίου και τους κατοίκους του σε εικόνες που αντανακλούν την καθαρότητα της ψυχής της, την αγάπη της για τους ανθρώπους, τον θαυμασμό της για το μεγαλείο της φύσης και την ιστορία των τόπων.
Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον. Ταξίδεψαν μαζί στην Καραϊβική, στη Μέση Ανατολή και σε κάθε απομακρυσμένη περιοχή της Ελλάδας. Το 1955 εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του καρδιακού τους φίλου, ζωγράφου Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα στην Ύδρα, ένα νησί που εκείνη τη στιγμή συγκέντρωνε μερικά από τα πιο φωτεινά μυαλά και τους πιο ταλαντούχους ανθρώπους της ελληνικής αλλά και της διεθνούς σκηνής. Ένα «καταφύγιο» διανοούμενων και καλλιτεχνών της Μεσογείου. Όσο διήρκεσε η παραμονή τους και όσο χτιζόταν το σπίτι τους στη Μάνη, η Τζόαν φωτογράφιζε ακατάπαυστα, αποτυπώνοντας μια εποχή αθώα και αυθεντική.
Το 2018 το Μουσείο Μπενάκη παρουσίασε μια επιλογή φωτογραφιών της σε μια αφιερωματική έκθεση με τίτλο «Joan Leigh Fermor. Φωτογράφος και αγαπημένη». Το Σάββατο 9 Μαΐου, σε συνεργασία με το ΓΑΚ/Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο Ύδρας, εγκαινιάζει την έκθεση «Βλέμμα στον κόσμο. Οι φωτογραφίες της Joan Leigh Fermor», η οποία βασίζεται στο ομότιτλο λεύκωμα «The Outward Gaze. The photographs of Joan Leigh Fermor» και αποτελεί μια συνολική αναφορά στο φωτογραφικό της έργο.
Στην έκθεση παρουσιάζονται περί τις 50 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ορισμένες από τις οποίες εκτίθενται για πρώτη φορά, εικόνες τόσο από την Ελλάδα όσο και από τα ταξίδια του ζεύγους στην Ευρώπη και την Ασία. Η Τζόαν καταγράφει τις ιδιαιτερότητες του τοπίου και τους κατοίκους του σε εικόνες που αντανακλούν την καθαρότητα της ψυχής της, την αγάπη της για τους ανθρώπους, τον θαυμασμό της για το μεγαλείο της φύσης και την ιστορία των τόπων. Το φωτογραφικό έργο της, που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκωτίας, επεξεργάστηκε ο επιμελητής της έκθεσης Xavier Francesco Salomon, ιστορικός τέχνης και διευθυντής του μουσείου Calouste Gulbenkian στη Λισαβόνα, ενώ η παρουσίαση της έκθεσης σχεδιάστηκε από την Olivia Stewart σε συνεργασία με τη Ναταλία Μπούρα.
Όπως αναφέρει ο Xavier Francesco Salomon: «Ο αριθμός των φωτογραφιών είναι τόσο μεγάλος που θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε δέκα εκθέσεις. Βέβαια, δεν συμπεριλάβαμε τις φωτογραφίες από τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου. Παρουσιάζουμε μια επιλογή από τις περίπου 5.000 φωτογραφίες, διαφάνειες και εκτυπώσεις εξ επαφής, που φυλάσσονται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκωτίας, τις οποίες τράβηξε η Τζόαν Λι Φέρμορ (1912-2003) τις δεκαετίες του 1940 και του 1950. Το διάστημα αυτό απαθανάτισε εκπληκτικές εικόνες, ταξιδεύοντας στη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή, την Καραϊβική, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία και, πάνω απ’ όλα, σε όλη την Ελλάδα. Τη δεκαετία του 1950, μαζί με τον μετέπειτα σύζυγό της, Πάτρικ Λι Φέρμορ, έμενε συχνά στην Ύδρα, τόπο συνάντησης ενός στενού κύκλου φίλων που περιλάμβανε τους καλλιτέχνες Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και Τζον Κράξτον. Με μεγάλη διακριτικότητα, η Τζόαν φωτογράφιζε τον κόσμο γύρω της, κατά καιρούς για λογαριασμό των περιοδικών “Architectural Review” και “Horizon”, καθώς και για τα δύο εμβληματικά βιβλία του συζύγου της για την Ελλάδα: “Μάνη” (1958) και “Ρούμελη” (1966), αλλά τις περισσότερες φορές απλώς για την προσωπική της ευχαρίστηση.
Ο κριτικός λογοτεχνίας Σίριλ Κόνολι ανακαλούσε την Τζόαν με “το σκούρο πράσινο ζακετάκι και το γκρι παντελόνι της, τη φωτογραφική της μηχανή περασμένη στον ώμο και τα χρυσά μαλλιά της να ανεμίζουν καθώς περπατούσε, πάντα λίγο πιο ξανθά από όσο νόμιζε κανείς, σαν τον άνεμο σε ένα χωράφι θερισμένα στάχυα”. Με τη Rolleiflex ανά χείρας, απαθανάτισε εξαιρετικά μέρη –πολλά από τα οποία έχουν αλλάξει εντελώς σήμερα– αλλά και έναν τρόπο ζωής που φαίνεται απομακρυσμένος από τον σημερινό συγκεχυμένο κόσμο.
Οι τοποθεσίες και οι ημερομηνίες των λήψεων, ωστόσο, δεν έχουν σημασία και έτσι αποφασίστηκε να μη συμπεριληφθούν στην έκθεση. Το βλέμμα της Τζόαν είναι αυτό που μιλάει από μόνο του, με μια φωνή ταυτόχρονα λυρική, ήσυχη και κομψή. Κάθε εικόνα είναι προσεκτικά πλαισιωμένη, εστιάζοντας σε ιδιαίτερες μορφές και υφές. Σαν μια ταλαντούχα συγγραφέας ή μουσικός, δημιούργησε ανεπανάληπτες συνθέσεις παρατηρώντας στιγμές και περιστατικά γύρω της. Το ακλόνητο βλέμμα της προς τον κόσμο μετέτρεψε αυτό που έβλεπε σε απόλυτη ποίηση.
Η έκθεση συνοδεύεται από την έκδοση “The Outward Gaze. The photographs of Joan Leigh Fermor” που επιμελήθηκε η Olivia Stewart. Το καλαίσθητο λεύκωμα που εκδόθηκε το 2024 από την Class Professional Publishing με την υποστήριξη του PJLF ARTS FUND μελετά το σύνολο του φωτογραφικού έργου της Βρετανής δημιουργού και αποτελεί φόρο τιμής σε μια ένθερμη ερασιτέχνιδα του μέσου, που αγάπησε τον κόσμο, τους ανθρώπους του και τη φωτογραφία».















