Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο είχε έναν αδιαπραγμάτευτο όρο για την επιστροφή του Λαβύρινθου του Πάνα στις κινηματογραφικές αίθουσες: «Καμία απολύτως γαμημένη τεχνητή νοημοσύνη».
Ο Μεξικανός σκηνοθέτης παρουσίασε στο Comic-Con του Σαν Ντιέγκο τη νέα, τρισδιάστατη εκδοχή της ταινίας, η οποία θα προβληθεί στις ΗΠΑ από τις 9 Οκτωβρίου, είκοσι χρόνια μετά την πρώτη της κυκλοφορία. Η επανέκδοση θα παρουσιαστεί σε 4K, με εκδοχές 3D και HDR, όλες υπό την προσωπική επίβλεψή του. Η SDFX Studios ανέλαβε την τρισδιάστατη μετατροπή χωρίς τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης.
Η απόφαση δεν ήταν ούτε η φθηνότερη ούτε η ταχύτερη. Ο ντελ Τόρο εξήγησε ότι υπήρχαν δύο τρόποι να γίνει η μετατροπή: γρήγορα ή σωστά. Διάλεξε το δεύτερο. Κάθε στοιχείο της εικόνας επεξεργάστηκε ξεχωριστά και κάθε απόφαση για την αίσθηση του βάθους πάρθηκε από άνθρωπο.«Ένας άνθρωπος αποφάσισε το βάθος», είπε. Μια φαινομενικά τεχνική λεπτομέρεια που, για εκείνον, περικλείει ολόκληρη τη διαφορά ανάμεσα σε μια εικόνα που υπολογίζεται και σε μια εικόνα που δημιουργείται.
Η άρνησή του να χρησιμοποιήσει τεχνητή νοημοσύνη δεν παρουσιάστηκε απλώς ως προσωπική αισθητική επιλογή ή ως χειρονομία συμπαράστασης στους επαγγελματίες του κινηματογράφου. Ο ντελ Τόρο μίλησε για την προστασία μιας ολόκληρης αλυσίδας γνώσης: των τεχνικών που περνούν από άνθρωπο σε άνθρωπο και επιτρέπουν σε κάθε νέα γενιά δημιουργών να μάθει το μέσο της πριν το αλλάξει.
«Προστατεύουμε τη συνέχεια της τέχνης», είπε. Αν στερήσεις από μια γενιά τη δυνατότητα να μάθει την τέχνη της, υποστήριξε, δεν χάνονται απλώς θέσεις εργασίας. Κόβεται η αλυσίδα της γνώσης και μαζί της η δυνατότητα των επόμενων δημιουργών να καταλάβουν πώς κατασκευάζεται πραγματικά μια κινηματογραφική εικόνα.
Αυτό κάνει την επετειακή επιστροφή του Λαβύρινθου του Πάνα κάτι περισσότερο από μία ακόμη ψηφιακά αναβαθμισμένη επανέκδοση ενός σύγχρονου κλασικού. Η ταινία επιστρέφει τη στιγμή που το Χόλιγουντ αρχίζει να υποχωρεί απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη και να εξετάζει τη χρήση της σε ολοένα περισσότερα στάδια της παραγωγής, από την ανάπτυξη σεναρίων και τον σχεδιασμό εικόνων μέχρι τα οπτικά εφέ και τη μεταγλώττιση.
Ο ντελ Τόρο αντιστρέφει το κυρίαρχο επιχείρημα. Το ερώτημα, για εκείνον, δεν είναι πόσο χρόνο και χρήμα μπορεί να εξοικονομήσει ένα στούντιο, αλλά τι ακριβώς χάνει ο κινηματογράφος όταν οι τεχνικές του παύουν να ασκούνται. Μια τεχνική που δεν χρησιμοποιείται δεν παραμένει απλώς αποθηκευμένη κάπου, έτοιμη να επιστρέψει όταν τη χρειαστούμε. Χάνεται μαζί με τους ανθρώπους που ήξεραν να την εφαρμόζουν και με τους νεότερους που δεν πρόλαβαν να τη διδαχθούν.
Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος στη συγκεκριμένη ταινία. Ο Λαβύρινθος του Πάνα χτίστηκε πάνω στη συνύπαρξη χειροποίητων σκηνικών, μακιγιάζ, πρακτικών εφέ, κοστουμιών και ψηφιακής επεξεργασίας. Τα πλάσματά του δεν έχουν την αψεγάδιαστη, άυλη όψη μιας εικόνας που γεννήθηκε εξ ολοκλήρου μέσα σε έναν υπολογιστή. Διατηρούν το βάρος, τις ατέλειες και την υλικότητα σωμάτων που κατασκευάστηκαν, φορέθηκαν και φωτίστηκαν μπροστά στην κάμερα.
Η ιστορία διαδραματίζεται στην Ισπανία του 1944, μέσα στη βία του φρανκικού καθεστώτος, και ακολουθεί τη μικρή Οφέλια καθώς περνά από την πραγματικότητα σε έναν σκοτεινό παραμυθένιο κόσμο. Η φαντασία δεν λειτουργεί ως φυγή από την Ιστορία αλλά ως τρόπος αντίστασης στην ωμή, αυταρχική βεβαιότητά της.
Η ταινία απέσπασε έξι υποψηφιότητες για Όσκαρ και κέρδισε τρία, για φωτογραφία, καλλιτεχνική διεύθυνση και μακιγιάζ — τρεις κατηγορίες που στηρίζονται ακριβώς στη γνώση, στη δεξιοτεχνία και στην ανθρώπινη εργασία την οποία ο δημιουργός της δηλώνει τώρα αποφασισμένος να προστατεύσει.
Ο ντελ Τόρο δεν είναι απλώς επιφυλακτικός απέναντι στη γενετική τεχνητή νοημοσύνη. Έχει δηλώσει ότι δεν τον ενδιαφέρει και ότι θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να τη χρησιμοποιήσει. Στο Σαν Ντιέγκο, όμως, πέρασε από την πρόκληση στην πράξη: επέλεξε την ακριβότερη και πιο χρονοβόρα λύση και κράτησε τη δουλειά στα χέρια ανθρώπων.
Η νέα τρισδιάστατη εκδοχή του Λαβύρινθου του Πάνα γίνεται έτσι μια μικρή διακήρυξη για το μέλλον του κινηματογράφου. Όχι μια νοσταλγική υπεράσπιση του παρελθόντος, αλλά μια υπενθύμιση ότι δεν μπορεί να υπάρξει επόμενη γενιά τέχνης χωρίς ανθρώπους που να γνωρίζουν πώς κατασκευάστηκε η προηγούμενη.
με στοιχεία από Variety, Rolling Stone















