Ο επισκέπτης του Εθνικού Μουσείου Αμερικανικής Ιστορίας στην Ουάσινγκτον δεν θα χρειάζεται πλέον να περάσει την είσοδο για να μάθει ποια εκδοχή της αμερικανικής ιστορίας πρέπει να εμπιστευτεί. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ σκοπεύει να τον προειδοποιεί από το πεζοδρόμιο.
Με νέα εκτελεστική εντολή, ο Αμερικανός πρόεδρος ζήτησε να τοποθετηθούν προσωρινές πινακίδες έξω από το μουσείο του Smithsonian, οι οποίες θα ενημερώνουν το κοινό ότι εκθέματα στο εσωτερικό του περιέχουν «ανακριβείς» πληροφορίες. Οι πινακίδες θα παραπέμπουν παράλληλα τους επισκέπτες σε πηγές τις οποίες η κυβέρνηση θεωρεί ότι παρουσιάζουν την αμερικανική ιστορία με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Η επιλογή του εξωτερικού χώρου δεν είναι τυχαία. Το Smithsonian βρίσκεται έξω από την άμεση διοικητική εξουσία του Λευκού Οίκου και διοικείται από το δικό του Συμβούλιο Επιτρόπων. Ο Τραμπ δεν μπορεί απλώς να διατάξει τους επιμελητές του μουσείου να αλλάξουν τα εκθέματα ή να απολύσει άμεσα τη διοίκησή του. Μπορεί, όμως, να χρησιμοποιήσει τους γύρω δημόσιους χώρους, οι οποίοι συντηρούνται από την Υπηρεσία Εθνικών Πάρκων.
Έτσι, η πολιτιστική σύγκρουση μεταφέρεται λίγα μέτρα έξω από τις αίθουσες. Η εντολή προβλέπει ότι στις εισόδους, στα πεζοδρόμια και στους διαδρόμους που οδηγούν στο μουσείο θα τοποθετηθούν πινακίδες με τα συμπεράσματα μιας έκθεσης του Συμβουλίου Εσωτερικής Πολιτικής του Λευκού Οίκου. Προβλέπει επίσης τη δημιουργία προσωρινών υπαίθριων εκθεμάτων ή ενημερωτικού υλικού που θα «διορθώνουν» συγκεκριμένες πληροφορίες του μουσείου.
Η έκθεση, με τίτλο Saving America’s Story, δημοσιεύθηκε στις 4 Ιουλίου και εκτείνεται σε 162 σελίδες. Κατηγορεί τη διοίκηση του Smithsonian για «συγκαλυμμένο αντιαμερικανισμό», «ακραίο πολιτικό ακτιβισμό» και αδυναμία να αφηγηθεί την ιστορία των ΗΠΑ με τρόπο «εμπνευστικό και ενωτικό».
Ανάμεσα στις συστάσεις της βρίσκεται και η τοποθέτηση μιας προειδοποίησης στην είσοδο του μουσείου, σύμφωνα με την οποία τα εκθέματα δημιουργήθηκαν από ανθρώπους που «δεν θέλουν να αγαπάτε τη χώρα σας». Η συγκεκριμένη διατύπωση δεν περιλαμβάνεται αυτούσια στην εκτελεστική εντολή, αποκαλύπτει όμως τη λογική που τη διαπερνά: το μουσείο δεν αντιμετωπίζεται ως χώρος ιστορικής έρευνας και ερμηνείας, αλλά ως εχθρικός μηχανισμός από τον οποίο το κοινό πρέπει να προστατευτεί.
Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει επίσης ότι το μουσείο δεν τίμησε επαρκώς τους 56 υπογράφοντες τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, στην επέτειο των 250 χρόνων από την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η διοίκηση του μουσείου απαντά ότι ήδη παρουσιάζει την έκθεση In Pursuit of Life, Liberty and Happiness, η οποία απλώνεται σε ολόκληρο το κτίριο και περιλαμβάνει 250 αντικείμενα: από το γραφείο πάνω στο οποίο ο Τόμας Τζέφερσον συνέταξε τη Διακήρυξη μέχρι ένα πλοιάριο του Πολέμου της Ανεξαρτησίας και την ιστορική αμερικανική σημαία που ενέπνευσε τον εθνικό ύμνο.
Η διευθύντρια του μουσείου, Άνθια Χάρτιγκ, απέρριψε τις κατηγορίες κατά τη διάρκεια ακρόασης στο Κογκρέσο, δηλώνοντας ότι η κυβερνητική έκθεση δεν αποδίδει δίκαια ή με ακρίβεια το έργο του ιδρύματος. Υποστήριξε ότι η διεύρυνση της ιστορικής αφήγησης δεν σημαίνει διαγραφή της παραδοσιακής ιστορίας, αλλά προσθήκη τεκμηρίων, αντικειμένων και φωνών που προηγούμενες αφηγήσεις είχαν αφήσει έξω.
Κατά τη Χάρτιγκ, ένα εθνικό μουσείο δεν χρειάζεται να υπαγορεύει τον πατριωτισμό, αλλά να τον εμπνέει. Για τον Λευκό Οίκο, αντίθετα, η παρουσία της δουλείας, του ρατσισμού, της μετανάστευσης, της έμφυλης ταυτότητας και των συγκρούσεων γύρω από την αμερικανική δημοκρατία αποτελεί ένδειξη ότι το Smithsonian έχει εγκαταλείψει μια «εορταστική» αφήγηση της χώρας.
Η εντολή αποτελεί ακόμη ένα βήμα στην προσπάθεια του Τραμπ να αναδιαμορφώσει τους πολιτιστικούς και ιστορικούς θεσμούς των ΗΠΑ. Προηγήθηκαν παρεμβάσεις στο Κέντρο Κένεντι, έλεγχοι σε εκθέσεις μουσείων, απομάκρυνση υλικού σχετικού με τη δουλεία από ιστορικούς χώρους και επαναφορά μνημείων που συνδέονται με τη Συνομοσπονδία.
Στην περίπτωση του Smithsonian, όμως, η αντιπαράθεση αποκτά μια σχεδόν σκηνογραφική μορφή. Η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη καταφέρει να αλλάξει όσα βρίσκονται μέσα στο μουσείο, γι’ αυτό κατασκευάζει μια δεύτερη, ανταγωνιστική έκθεση απ’ έξω. Πριν ο επισκέπτης δει τα αντικείμενα, διαβάσει τα ιστορικά στοιχεία ή αποφασίσει τι πιστεύει, θα έχει ήδη λάβει την επίσημη οδηγία να δυσπιστεί.
Η πινακίδα, τελικά, δεν επιχειρεί απλώς να διορθώσει ένα έκθεμα. Επιχειρεί να διορθώσει εκ των προτέρων τον ίδιο τον επισκέπτη. Να του υποδείξει ποια ιστορία είναι πατριωτική, ποια είναι ύποπτη και ποια κομμάτια του παρελθόντος πρέπει να μένουν έξω από το εθνικό κάδρο. Σε αυτή τη μάχη για την αμερικανική μνήμη, το πεζοδρόμιο γίνεται η πρώτη αίθουσα του μουσείου.
με στοιχεία από Reuters















