Στη δεύτερη χρονιά του ως καλλιτεχνικός διευθυντής της Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας, ο Γουίλεμ Νταφόε φαίνεται να βρήκε καλύτερα τον ρυθμό του. Αν η περσινή του πρώτη διοργάνωση έμοιαζε περισσότερο με επιστροφή στις προσωπικές του avant-garde εμμονές, η φετινή, 54η έκδοχη, ανοίγει προς τα έξω: σε άλλες θεατρικές παραδόσεις, άλλες γλώσσες, σώματα και ιστορίες που συνήθως δεν βρίσκονται στο κέντρο.
Το πρόγραμμα έχει τίτλο Alter Native, έναν τίτλο που ο ίδιος ο Νταφόε συνδέει με τις συναντήσεις διαφορετικών πολιτισμών και με τη στιγμή όπου το οικείο μπαίνει σε διάλογο με το ξένο και μεταμορφώνεται. Στο χαρτί ακούγεται λίγο βαρύ. Στη σκηνή, όμως, αποκτά πολύ συγκεκριμένο νόημα: η φετινή Μπιενάλε μοιάζει να οργανώνεται γύρω από φωνές που δεν ακούστηκαν αρκετά.
Ηλικιωμένοι σε γηροκομείο, άνθρωποι με γνωστική έκπτωση, πρόσφυγες, μετανάστες, εκτοπισμένοι, νεκροί της γενοκτονίας στη Ρουάντα, γυναίκες που στα κλασικά έργα έμειναν στο περιθώριο της αφήγησης. Η θεατρική Βενετία του Νταφόε δεν ενδιαφέρεται φέτος μόνο για το θέαμα, αλλά για την επιστροφή: ποιος επιστρέφει στη σκηνή, ποιος ξαναβρίσκει φωνή, ποιος παύει να είναι απλώς θύμα μέσα στην ιστορία κάποιου άλλου.
Η πιο συγκινητική περίπτωση φαίνεται να είναι το Promemoria του Ιταλού δημιουργού Νταβίντε Ιοντίτσε. Η παράσταση δεν ανεβαίνει σε κλασική σκηνή, αλλά μέσα στο San Giobbe, ένα γηροκομείο της Βενετίας. Το κοινό, σε πολύ μικρές ομάδες, περπατά στους διαδρόμους, συναντά 21 κατοίκους του ιδρύματος, μερικούς με άνοια ή Αλτσχάιμερ, ακούει ιστορίες, παρακολουθεί χορό, μπαίνει σε εργαστήρια και κάθεται με ηλικιωμένες γυναίκες που προσφέρουν τσάι και θυμούνται τις ζωές τους.
Ο Ιοντίτσε έχει δουλέψει στο παρελθόν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, γυναικείες φυλακές και ξενώνα αστέγων. Στο Promemoria, όμως, το θέμα δεν είναι η κοινωνική εξαίρεση ως καταγγελία, αλλά η ευαλωτότητα ως επιμονή στη ζωή. Η αρρώστια, οι ήχοι των μηχανημάτων, οι γιατροί, οι νοσηλευτές, τα κουδούνια βοήθειας υπάρχουν παντού. Όμως το έργο μοιάζει να επιμένει σε κάτι πιο δύσκολο από το μελόδραμα: στην υπολειμματική ομορφιά της ανθρώπινης παρουσίας.
Το ελληνικό ενδιαφέρον της φετινής Μπιενάλε είναι διπλό. Ο Χρήστος Στέργιογλου και ο Άλεξ Δράκος Κτιστάκης παρουσιάζουν το Cries, μια παράσταση που συνδυάζει σωματικό θέατρο, μουσική αφήγηση και σύγχρονες πολιτικές μνήμες με την αρχαία ελληνική τραγωδία. Από την Εκάβη μετά την άλωση της Τροίας μέχρι τις σημερινές φωνές μεταναστών και εκτοπισμένων, το έργο μετακινείται ανάμεσα σε εποχές όπου οι άνθρωποι χάνουν πατρίδες, σπίτια, σώματα και ονόματα.
Η παράσταση αποκτά τη μεγαλύτερη έντασή της σε ένα οργισμένο τραγούδι για όσους αναγκάζονται να φύγουν από τον τόπο τους και, αντί για καταφύγιο, συναντούν στη Δύση καχυποψία, έλεγχο και βία. Η φράση που ακούγεται επί σκηνής είναι σχεδόν χτύπημα: κανείς δεν βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα, αν το νερό δεν είναι ασφαλέστερο από τη στεριά. Η τραγωδία εδώ δεν είναι αρχαιολογικό υλικό. Είναι ένας τρόπος να ακουστεί ξανά το παρόν.
Η δεύτερη ελληνική παρουσία είναι ο Μάριο Μπανούσι, ο Έλληνας δημιουργός αλβανικής καταγωγής που τιμάται φέτος με τον Αργυρό Λέοντα της Μπιενάλε. Ο Μπανούσι παρουσιάζεται ήδη ως μία από τις πιο ιδιαίτερες νέες φωνές του ελληνικού θεάτρου. Στη Βενετία παρουσιάζεται η τριλογία του Romance Familiare, που περιλαμβάνει τα Goodbye, Lindita, Taverna Miresia και Ragada. Το Ragada, πρώτο μέρος της τριλογίας, διαδραματίζεται σε έναν οικογενειακό χώρο, χωρίς λόγια, με το κοινό πολύ κοντά στους ηθοποιούς, σχεδόν μέσα στο δωμάτιο του πένθους.
Το πένθος, άλλωστε, είναι ένας από τους μεγάλους άξονες της φετινής διοργάνωσης. Στο Mugen Noh Othello, ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Σατόσι Μιγιάγκι ξαναδιαβάζει τον Οθέλλο μέσα από την τελετουργία του ιαπωνικού Noh και μετακινεί το κέντρο του έργου από τον Οθέλλο στη Δυσδαιμόνα. Στην παράδοση του Mugen-Noh, ο κεντρικός χαρακτήρας είναι συχνά ένα φάντασμα παγιδευμένο σε μια ιστορία που επαναλαμβάνεται, μέχρι η αφήγηση να το βοηθήσει να λυθεί από την οδύνη του
Έτσι, η Δυσδαιμόνα δεν είναι πια η σχεδόν σιωπηλή γυναίκα που δολοφονείται μέσα στο έργο του Σαίξπηρ. Γίνεται το φάντασμα που επιστρέφει για να διεκδικήσει το δικό του κέντρο. Η τραγωδία δεν αφορά πια μόνο τη ζήλια ενός άντρα και τις μηχανορραφίες του Ιάγου, αλλά τη δολοφονημένη γυναίκα που δεν είχε αρκετή φωνή όσο ζούσε και τώρα στοιχειώνει το έργο ζητώντας δικαιοσύνη.
Με τους νεκρούς συνομιλεί και ο Ντόρσι Ρουγκάμπα στο Letter to the Absent, βασισμένο στο βιβλίο του Hewa Rwanda, αφιερωμένο στην οικογένειά του που σκοτώθηκε στη γενοκτονία της Ρουάντα το 1994. Ο ίδιος μιλά για την ανάγκη να επιστρέψουν οι νεκροί όχι ως εικόνες φρίκης, αλλά ως πλήρεις άνθρωποι. Η γενοκτονία, λέει, σκοτώνει δύο φορές: πρώτα το σώμα, ύστερα την ίδια την ύπαρξη, όταν η ιστορία των θυμάτων αφηγείται μόνο μέσα από τη βία του δολοφόνου.
Αυτό φαίνεται να είναι και το πραγματικό νήμα της φετινής Μπιενάλε Θεάτρου: το θέατρο ως τόπος δεύτερης παρουσίας. Όχι απλής αναπαράστασης, αλλά επιστροφής. Η Δυσδαιμόνα επιστρέφει από τον Σαίξπηρ. Οι πρόσφυγες του Cries επιστρέφουν από τα σύνορα και τα camps ως φωνές. Οι ηλικιωμένοι του San Giobbe επιστρέφουν από την κοινωνική αορατότητα. Οι νεκροί της Ρουάντα επιστρέφουν από την εικόνα του μαζικού θανάτου για να γίνουν ξανά πρόσωπα.
Έξω από το επίσημο πρόγραμμα, αλλά σε συνομιλία με το ίδιο πνεύμα, παρουσιάζεται και μια εξάωρη σκηνική εκδοχή του How It Is του Σάμιουελ Μπέκετ, από τους Gare St Lazare Ireland και Berggruen Arts & Culture, στο Palazzo Diedo. Το έργο, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μπέκετ, παρακολουθεί μια μοναχική φιγούρα μέσα σε ένα τοπίο λάσπης, με φωνές εσωτερικές και εξωτερικές. Δεν ανήκει στη Μπιενάλε του Νταφόε, αλλά μοιάζει να συνομιλεί με το ίδιο ενδιαφέρον για την εμπειρία, τη διάρκεια, το σώμα και την αφήγηση ως δοκιμασία.
Ο Νταφόε ολοκληρώνει με αυτή τη διοργάνωση την ελάχιστη διετή θητεία που προβλέπεται για τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Μπιενάλε Θεάτρου. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσει.
Αν η περσινή του πρώτη χρονιά έμοιαζε κάπως κλειστή στις προσωπικές του αναφορές, η φετινή δείχνει έναν επιμελητή που αρχίζει να βρίσκει τη δική του σκηνή: μια σκηνή όπου το περιθώριο μιλά, οι νεκροί επιστρέφουν και το θέατρο θυμάται ότι δεν υπάρχει μόνο για να παρουσιάζει ιστορίες, αλλά και για να ξαναδίνει σώμα σε όσους η ιστορία έσπρωξε έξω από το φως.
με στοιχεία απο Guardian















