Ο Μάικλ Ράιντερ δεν μοιάζει να θέλει να μπει στη Celine σαν κατακτητής. Δεν εμφανίζεται ως ο σχεδιαστής που ήρθε να σβήσει ό,τι προηγήθηκε, να ανακοινώσει επανάσταση, να σηκώσει θόρυβο γύρω από το όνομά του. Στο μεγάλο πορτρέτο της Vogue, φωτογραφημένος από την Annie Leibovitz στα γραφεία του οίκου στο Παρίσι, εμφανίζεται περισσότερο σαν κάποιος που επιστρέφει σε έναν τόπο που ξέρει, αλλά δεν θέλει να τον κατοικήσει με τα φαντάσματα των άλλων.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στη νέα Celine. Ο Ράιντερ δεν αναλαμβάνει έναν ουδέτερο οίκο. Αναλαμβάνει έναν οίκο φορτισμένο από δύο πολύ ισχυρές, σχεδόν αντίθετες μνήμες: τη λατρεία της εποχής Phoebe Philo και τη σκληρή, κοφτερή, εμπορικά επιτυχημένη αλλά διχαστική εποχή Hedi Slimane. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο ονόματα, κάθε νέος σχεδιαστής θα μπορούσε εύκολα να παγιδευτεί: είτε να γίνει νοσταλγικός διαχειριστής μιας παλιάς επιθυμίας είτε να προσπαθήσει να αποδείξει υπερβολικά γρήγορα ότι είναι κάτι τελείως άλλο.
Ο Ράιντερ φαίνεται να επιλέγει έναν τρίτο δρόμο. Έναν δρόμο λιγότερο θορυβώδη, αλλά καθόλου άτολμο: να ξαναφέρει στη Celine χαρά, χρώμα, καθημερινότητα, αντικείμενα που θέλεις να πιάσεις, να φορέσεις, να κουβαλήσεις μαζί σου. Όχι μόδα ως άψογο σύστημα κύρους, αλλά μόδα ως ζωή που περνάει από το σώμα.
Ο τίτλος του πορτρέτου της Vogue, “Bienvenue Chez Celine”, πιάνει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση. Καλωσορίσατε στη Celine. Όχι σε έναν κλειστό ναό ψυχρής κομψότητας, αλλά σε ένα σπίτι όπου ο σχεδιαστής μοιάζει να ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους που θα ζήσουν μέσα στα ρούχα. Για τις διαδρομές τους, τα ποδήλατά τους, τα παλτά τους, τις τσάντες τους, τα σημάδια χρήσης, τα ρούχα που κουβαλούν αναμνήσεις και όχι μόνο εικόνα.
Ο Ράιντερ, 45 ετών, είναι Αμερικανός, από την Ουάσινγκτον. Σπούδασε στο Brown, δούλεψε ως δάσκαλος σε σχολείο στο Όκλαντ, πέρασε από το ατελιέ του Nicolas Ghesquière στην Balenciaga, έγινε διευθυντής σχεδιασμού στη Celine στα χρόνια της Phoebe Philo, έφυγε για να αναλάβει τα γυναικεία στο Polo Ralph Lauren και επέστρεψε στο Παρίσι το 2024 ως καλλιτεχνικός διευθυντής της Celine. Αυτό το βιογραφικό, από μόνο του, εξηγεί πολλά. Έχει τη σχολή του γαλλικού ατελιέ, τη μνήμη της Philo, την αμερικανική εμπειρία του Ralph Lauren και μια σχέση με το ρούχο που δεν ξεκινά από την ιδέα, αλλά από το πώς κάτι φοριέται.
Στη Vogue, ο Ράιντερ περπατά στους κήπους του Palais-Royal, κοντά στα γραφεία της Celine στη rue Vivienne. Η σκηνή είναι σχεδόν υπερβολικά παρισινή: χαλίκι, στοές, δέντρα, ιστορία, νερό στο συντριβάνι, ένας σχεδιαστής με καμηλό παλτό, κασμιρένιο κασκόλ, τζιν και αθλητικά παπούτσια. Όμως μέσα σε αυτή την παρισινή εικόνα υπάρχει ένας άνθρωπος που έρχεται από αλλού. Από την Ουάσινγκτον, από την Αμερική, από τη διδασκαλία, από τα μαγαζιά με μεταχειρισμένα, από τα queer κλαμπ, από το Polo, από την ανάγκη να φτιάχνει ρούχα που δεν είναι απλώς ωραία στη φωτογραφία, αλλά έχουν λόγο να υπάρχουν στη μέρα κάποιου.
Η Celine ιδρύθηκε το 1945 από τη Céline Vipiana και για δεκαετίες συνδέθηκε με μια ιδέα παρισινής πρακτικότητας και κομψότητας. Μέχρι τα τέλη των ’90s, όμως, ο οίκος είχε χάσει την ένταση του. Η Phoebe Philo, που ανέλαβε το 2008, τον μετέτρεψε σε αντικείμενο λατρείας. Η Celine της έγινε σύμβολο μιας νέας γυναικείας αυστηρότητας: καθαρή, διανοούμενη, δυνατή, άνετη, χωρίς να ζητά συγγνώμη για την πολυπλοκότητά της. Μετά ήρθε ο Hedi Slimane, αφαίρεσε τον τόνο από το όνομα του οίκου, πρόσθεσε ανδρική γραμμή, couture, αρώματα, μακιγιάζ, έφερε πιο σκληρή, ροκ, νεανική εικόνα και σχεδόν τριπλασίασε τις πωλήσεις.
Ο Ράιντερ έρχεται μετά από όλα αυτά. Και γι’ αυτό κάθε του κίνηση διαβάζεται σαν απάντηση. Όμως η καλύτερη απάντησή του φαίνεται να είναι ότι δεν απαντά ευθέως. Δεν προσπαθεί να γίνει ούτε Philo 2 ούτε αντι-Slimane. Στις πρώτες του συλλογές, όπως τις περιγράφει η Vogue, υπάρχει κάτι πιο φωτεινό: έντονα βασικά χρώματα, παιχνιδιάρικα αξεσουάρ, τσάντες με καμπύλες που αποκτούν σχεδόν προσωπάκι, καρφίτσες με τη φράση “Bienvenue Chez Celine”, ποδήλατα με το λογότυπο του οίκου, ακόμη και κράνη ποδηλάτου ως αντικείμενα επιθυμίας.
Αυτό θα μπορούσε εύκολα να ακουστεί επιφανειακό: μια πολυτελής Celine με χαμόγελο. Όμως στον Ράιντερ το χαμόγελο δεν μοιάζει με στρατηγική ευκολίας. Μοιάζει με αντίδραση σε μια εποχή που έχει κουραστεί από την ψυχρότητα ως ένδειξη γούστου. Η χαρά, εδώ, δεν είναι αφέλεια. Είναι σχεδόν πρόγραμμα. Ένας τρόπος να πεις ότι η κομψότητα δεν χρειάζεται να είναι ανέκφραστη για να θεωρηθεί σοβαρή.
Το πιο δυνατό στοιχείο στο πορτρέτο είναι η σχέση του Ράιντερ με τα ίδια τα ρούχα. Δεν μιλά για μόδα μόνο ως εικόνα, ούτε ως θεωρία. Μιλά για βάρη υφασμάτων, υφές, φθορές, ιδρώτα, σκισίματα, γιακάδες που έχουν ξεχειλώσει, πουκάμισα που θυμούνται πράγματα. Διατηρεί αποθήκες με χιλιάδες κομμάτια από τη ζωή του, ρούχα που δεν θέλει να πετάξει επειδή κουβαλούν συγκεκριμένες στιγμές. Μιλά για τα “good-time shirts”, τα πουκάμισα μέσα στα οποία έχεις περάσει καλά. Ένα πράσινο στρατιωτικό πουκάμισο με τρύπα στον αγκώνα, για παράδειγμα, δεν είναι φθαρμένο με την κακή έννοια. Είναι γεμάτο χρόνο.
Σε αυτή τη φράση βρίσκεται πολύ από το νέο του Celine. Οι ευαίσθητοι άνθρωποι, λέει, έχουν βαθιές σχέσεις με τα ρούχα που φορούν, και αυτοί οι άνθρωποι έχουν συχνά πολύ στυλ. Είναι μια σχεδόν απλή παρατήρηση, αλλά λέει κάτι που η βιομηχανία της μόδας συχνά ξεχνά: το στυλ δεν είναι μόνο ικανότητα σύνθεσης εικόνας. Είναι σχέση. Είναι το πώς ένα ρούχο μπαίνει στη ζωή σου και αρχίζει να περιέχει εμπειρίες, σώμα, χρόνο, αμηχανίες, νύχτες, δουλειές, έρωτες, μετακινήσεις.
Ο Ράιντερ λέει ότι αγαπούσε πάντα τα ρούχα, όχι απαραίτητα τη μόδα ως σύστημα. Ως έφηβος στην Ουάσινγκτον, έψαχνε σε second-hand μαγαζιά ρούχα που μπορούσε να πειράξει πριν βγει για χορό στο Tracks, ένα θρυλικό LGBTQ+ club της πόλης. Τον τραβούσαν ήδη τότε πράγματα που ακόμη τον αφορούν: τζιν, στρατιωτικά πάρκα, αμέτρητα μπλε oxford πουκάμισα. Το ρούχο ήταν τρόπος να δοκιμάσει ταυτότητα πριν ακόμη η μόδα γίνει επάγγελμα.
Αυτή η εμπειρία κάνει τη σημερινή Celine του πιο ενδιαφέρουσα. Δεν πρόκειται για έναν σχεδιαστή που ανακάλυψε ξαφνικά την «πραγματική ζωή» ως ωραίο αφήγημα για δελτίο Τύπου. Η πραγματική ζωή μοιάζει να είναι η πρώτη ύλη του. Ο ίδιος λέει ότι τα μέσα μεταφοράς είναι γεμάτα ιδέες.
Κοιτάζει τους ανθρώπους στον δρόμο, στα ποδήλατα, στα πάρκα, στα πάρτι, στα σπίτια. Δεν σχεδιάζει μόνο για την πασαρέλα. Σχεδιάζει για κάποιον που μπορεί να φοράει ένα παλτό πάνω σε ηλεκτρικό ποδήλατο στη rue de Rivoli και λίγες ώρες αργότερα να πιει ένα ποτό στο Faubourg Saint-Germain. Αυτή η μετάβαση από τη μέρα στη νύχτα, από τη χρήση στη φαντασία, είναι ο χώρος του.
Η Miranda July, που βρέθηκε σε show του Ράιντερ, λέει στη Vogue ότι τα ρούχα του μοιάζουν απλά ή οικεία, αλλά είναι ιδιαίτερα. Ένα κόκκινο μάλλινο ζιβάγκο που φόρεσε στο show το ξαναφόρεσε το ίδιο βράδυ στο after-party: από “rich-lady chic” έγινε “club chic”, αλλά παρέμεινε Celine. Αυτή είναι ίσως η καλύτερη περιγραφή του τι επιχειρεί ο Ράιντερ: ρούχα που δεν κλειδώνονται σε μία κοινωνική στιγμή. Ρούχα που αντέχουν να αλλάζουν σκηνή χωρίς να χάνουν τον εαυτό τους.
Η προσωπική του διαδρομή εξηγεί και αυτή την ευρύτητα. Μεγάλωσε σε οικογένεια δικηγόρων, με αριστερή πολιτική ατμόσφαιρα και πνευματική περιέργεια. Δούλεψε ως δάσκαλος πριν γίνει σχεδιαστής. Έζησε στη Νέα Υόρκη των αρχών των 2000s, στο Christopher Street, πάνω από ένα κατάστημα ερωτικών ταινιών, σε μια γειτονιά που τότε ήταν ακόμη πολύ πιο άγρια και queer από τη σημερινή της εκδοχή. Ο φίλος του, ο σχεδιαστής Trevor Ballin, θυμάται τους δρόμους κοντά στον Hudson γεμάτους gay, trans και nonbinary νέους που δεν άφηναν το στυλ των άλλων να τους ορίσει.
Από εκεί, ο Ράιντερ πήγε στο Παρίσι σχεδόν με θράσος. Προσπάθησε να βρει δουλειά στην Balenciaga του Nicolas Ghesquière χωρίς να μιλά γαλλικά, με πρόχειρα σχέδια, αναφορές και εικόνες που είχε συγκεντρώσει σαν σε αυτοσχέδιο portfolio. Πρώτα έμαθε ότι τη θέση την πήρε άλλος. Γύρισε απογοητευμένος στην Αμερική. Λίγες μέρες μετά τον κάλεσαν: η πρακτική ήταν δική του. Η μητέρα του, γράφει η Vogue, λιποθύμησε από χαρά.
Στην Balenciaga έμαθε το ατελιέ, την πειθαρχία, τη συνάντηση του παλιού τεχνίτη με τον νέο σχεδιαστή. Εκεί γνώρισε και τον μελλοντικό σύζυγό του, Emmanuel “Manu” Morlet, που δούλευε ως πρώτος σχεδιαστής υπό τον Ghesquière. Ο Ράιντερ λέει με χιούμορ ότι ο Morlet αρχικά τρόμαξε με τον μακρυμάλλη Αμερικανό που εμφανίστηκε στο ιερό γαλλικό ατελιέ φορώντας σορτς. Μετά ξεκίνησαν να βγαίνουν και δεν χώρισαν ποτέ.
Η σχέση τους διατρέχει όλο το πορτρέτο χωρίς να γίνεται κεντρικό μελόδραμα. Ο Morlet σχεδιάζει σήμερα πλεκτά για τη Celine και τον Dior. Ζουν στο Παρίσι, δεν έχουν ακόμη τακτοποιηθεί πλήρως, περνούν Σαββατοκύριακα σε ένα σπίτι του 17ου αιώνα στην περιοχή Perche της Νορμανδίας, κάνουν ποδήλατο, ακούνε ραδιόφωνο, βλέπουν παλιές ταινίες. Ο Ράιντερ διαβάζει εφημερίδα σε χαρτί κάθε πρωί και αρνείται να διαβάζει στο κινητό.
Λέει ότι όλα τα σημαντικά πράγματα στη ζωή του συνέβησαν μέσα από συναντήσεις που δεν θα είχαν γίνει αν κοιτούσε συνέχεια μια οθόνη.
Αυτό δεν είναι μικρή λεπτομέρεια. Είναι σχεδόν αισθητική θέση. Η Celine του Ράιντερ μοιάζει να χτίζεται πάνω στην προσοχή. Στο να κοιτάς ανθρώπους στον δρόμο. Να θυμάσαι ένα πουκάμισο. Να προσέχεις πώς στέκεται ένα παλτό πάνω σε κάποιον που δεν ποζάρει. Να ξέρεις ότι το ρούχο δεν είναι μόνο επιφάνεια αλλά και συμπεριφορά. Ότι η καθημερινότητα δεν είναι εχθρός της μόδας, αλλά το μέρος όπου η μόδα είτε ζει είτε πεθαίνει.
Στην επίδειξη του Μαρτίου στο Institut de France, ο Ράιντερ είπε ότι ξεκίνησε σκεπτόμενος τις «σύνθετες, κάπως ακατάστατες εσωτερικές ζωές των ανθρώπων κάτω από τα όμορφα ρούχα». Είναι μια φράση που ακούγεται σχεδόν σαν μανιφέστο για τη δική του Celine. Τα μοντέλα φόρεσαν κοσμήματα φορτωμένα με κοχύλια και χαυλιόδοντες, ανομοιόμορφα σκουλαρίκια, πολλά δαχτυλίδια, ζώνες που δεν ταίριαζαν απόλυτα με τα παλτό, μπότες όπου ίσως μόνο το ένα μπατζάκι ήταν χωμένο μέσα. Υπήρχε κομψότητα, αλλά όχι κλινική τελειότητα. Υπήρχε στιλπνότητα, αλλά και λίγο χάος. Υπήρχε η αίσθηση ότι ο άνθρωπος κάτω από το ρούχο είχε ιστορία.
Η Natasha Lyonne, που παρακολούθησε την επίδειξη, μίλησε για αποφάσεις που έγιναν με μυαλό και καρδιά. Είναι ακριβώς η ισορροπία που φαίνεται να ψάχνει ο Ράιντερ: σκέψη χωρίς ψυχρότητα, εμπορικότητα χωρίς κυνισμό, πολυτέλεια χωρίς αφαίρεση της ζωής από το ρούχο.
Υπάρχει και χιούμορ. Φορέματα από ασημένια αλυσίδα με τα γράμματα “CELINE PARIS” σκορπισμένα πάνω τους, άλλο φόρεμα φτιαγμένο από κρίκους αναψυκτικών, ασημένιες παγιέτες τόσο μεγάλες που έμοιαζαν με σουβέρ. Η νέα Celine δεν φοβάται να παίξει. Και αυτό, μετά από χρόνια όπου η πολυτέλεια συχνά ταύτιζε τη σοβαρότητα με την απόσταση, έχει σημασία.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν αυτή η χαρά μπορεί να σταθεί εμπορικά και αισθητικά σε έναν οίκο τόσο φορτισμένο από προσδοκίες. Η Celine δεν είναι απλώς εμπορικό σήμα. Είναι μνήμη, φαντασίωση, σύστημα επιθυμίας. Οι πιστές της Philo δεν ξεχνούν. Οι οπαδοί του Slimane επίσης δεν εξαφανίζονται. Ο Ράιντερ πρέπει να μιλήσει σε όλους αυτούς χωρίς να χαθεί. Να φτιάξει Celine για ανθρώπους που θυμούνται τι σήμαινε ο οίκος, αλλά δεν θέλουν να μείνουν μόνο στη μνήμη.
Ίσως γι’ αυτό η αμερικανική του εμπειρία στον Ralph Lauren έχει τόση σημασία. Στο Παρίσι, ο Ralph μπορεί να μοιάζει με κάτι πολύ μεγάλο, πολύ δημοκρατικό, πολύ εμπορικό. Ο Ράιντερ, όμως, φαίνεται να πήρε από εκεί την πίστη ότι η μόδα μπορεί να είναι «μεγάλη αλλά ουσιαστική». Ότι μπορεί να φτιάχνει όνειρα χωρίς να αρνείται τη χρήση. Ότι η ιστορία, η αφήγηση και το ρούχο που φοριέται μπορούν να συνυπάρξουν.
Στο τέλος, όταν η Vogue τον ρωτά αν η μόδα μπορεί τελικά να προσφέρει κάτι στον κόσμο, ο Ράιντερ απαντά χωρίς κυνισμό. Ναι, λέει. Η μόδα μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να ονειρευτούν και να κάνει την πραγματικότητά τους πιο λειτουργική και πιο συναρπαστική ταυτόχρονα. Μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, τους άλλους και, βαθύτερα, τον εαυτό μας.
Αυτό ακούγεται ίσως μεγάλο για έναν οίκο πολυτελείας. Αλλά η καλή μόδα πάντα εκεί ακουμπά: στην παράξενη σχέση ανάμεσα στο εξωτερικό και στο εσωτερικό. Ένα παλτό μπορεί να είναι παλτό. Ένα πουκάμισο μπορεί να είναι ανάμνηση. Μια τσάντα μπορεί να είναι αντικείμενο πόθου. Ένα ζιβάγκο μπορεί να περάσει από το μεσημέρι στην πίστα χωρίς να αλλάξει ταυτότητα.
Και ένας οίκος όπως η Celine μπορεί, μετά τη λατρεία, το σκοτάδι, την αυστηρότητα και την τεράστια εμπορική επιτυχία, να ψάξει ξανά κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο: τη χαρά του να ντύνεσαι και να νιώθεις ότι το ρούχο δεν σε σκεπάζει, αλλά σε καταλαβαίνει.
με στοιχεία από Vogue















