Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ο οίκος Σανέλ εκδίδει περιοδικό και στο εξώφυλλο βάζει τη Σίντυ Σέρμαν ως πλουσία


Η Κρίστι Μπρίνκλεϊ φορούσε τόσα κοσμήματα, που σχεδόν δεν έμενε χώρος για τα χέρια της. Διαμαντένια δαχτυλίδια σε κάθε δάχτυλο, πολύτιμες πέτρες, πρόσωπα τόσο επεξεργασμένα ώστε να μην έχουν ούτε μία ατέλεια. Η Σίντι Σέρμαν ανακάλυψε αυτές τις φωτογραφίες σε ένα δωρεάν περιοδικό, στην είσοδο ενός ακριβού κοσμηματοπωλείου στο Ιστ Χάμπτον. Της φάνηκαν γελοίες. Κι αμέσως σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να γίνει μία από αυτές τις γυναίκες.

Η 72χρονη Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα, που εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια φωτογραφίζει τον εαυτό της μεταμορφωμένο σε εκατοντάδες διαφορετικά πρόσωπα, ήθελε αυτή τη φορά να υποδυθεί μια πλούσια ηλικιωμένη γυναίκα που επιδεικνύει τα κοσμήματά της και εξακολουθεί να πιστεύει ότι είναι τρομερά γοητευτική. Αγόρασε φτηνά στρας και υφάσματα, δοκίμασε περούκες, μακιγιάζ και πόζες. Αλλά τίποτα δεν λειτουργούσε. Όπως παραδέχτηκε σε πρόσφατη συνέντευξή της, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που ένιωθε να μισεί τη διαδικασία της δουλειάς της. Δεν ήξερε πού πήγαινε αυτό που προσπαθούσε να φτιάξει. Τότε τηλεφώνησε η Chanel.

«Ποιος διάολο θέλει να βλέπει γριές;»: Η Σίντι Σέρμαν και οι καινούργιες γυναίκες της Facebook Twitter
© Cindy Sherman; Courtesy of the artist and Hauser & Wirth

Ο γαλλικός οίκος ετοίμαζε το δεύτερο τεύχος του καλλιτεχνικού περιοδικού του, «Arts & Culture», και ήθελε ένα νέο έργο της Σέρμαν για το εξώφυλλο. Της προσφέρθηκε πρόσβαση σε υφάσματα και κοσμήματα από τα ιστορικά αρχεία του οίκου στη Γαλλία. Η ίδια ρώτησε αν μπορούσε να τα κόψει, να τους ανοίξει τρύπες, να τα μεταχειριστεί όπως ήθελε.

Η απάντηση ήταν ναι. Στην αρχή τής έστειλαν μικρά δείγματα, αλλά εκείνη χρειαζόταν περισσότερο ύφασμα. Τελικά παρέλαβε ολόκληρα τόπια, αρκετά μέτρα το καθένα, και άρχισε να τυλίγεται μέσα τους.

Από αυτό το μάλλον απίθανο επεισόδιο γεννήθηκε η σειρά «Fabric Matrons», που παρουσιάζεται από τις 13 Οκτωβρίου στην γκαλερί Hauser & Wirth του Λονδίνου, στο πλαίσιο της φετινής εικαστικής περιόδου της Frieze. Παράλληλα, στις 23 Οκτωβρίου, μία από τις νέες φωτογραφίες της θα βρεθεί στο εξώφυλλο του περιοδικού της Chanel.

Στα πορτρέτα που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί εμφανίζονται ηλικιωμένες μεγαλοαστές, εκκεντρικές κυρίες με ακριβά κοσμήματα, γυναίκες που μοιάζουν να έχουν περάσει ολόκληρη τη ζωή τους κατασκευάζοντας την εικόνα με την οποία θέλουν να εμφανίζονται στον κόσμο. Και όλες είναι η Σίντι Σέρμαν.

«Ποιος διάολο θέλει να βλέπει γριές;»: Η Σίντι Σέρμαν και οι καινούργιες γυναίκες της Facebook Twitter
© Cindy Sherman; Courtesy of the artist and Hauser & Wirth

Σε μια φωτογραφία, φορά ένα βαρύ τουίντ ένδυμα, με έναν τεράστιο σταυρό από πολύχρωμες πέτρες στο στήθος. Τα φρύδια της είναι αφύσικα καλοσχηματισμένα, τα νύχια μακριά και προσεκτικά περιποιημένα. Σε μια δεύτερη, εμφανίζεται με χρυσό ύφασμα τυλιγμένο στο κεφάλι, έντονο γαλάζιο μολύβι γύρω από τα μάτια και κατακόκκινα χείλη. Το πρόσωπό της είναι γεμάτο ρυτίδες, αλλά η στάση της δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για την αυτοπεποίθηση του χαρακτήρα. Μια τρίτη γυναίκα έχει σχεδόν εξαφανιστεί μέσα σε ένα τεράστιο γαλάζιο ύφασμα. Μόνο το κεφάλι και τα χέρια της ξεπροβάλλουν από τις πτυχές, σαν να έχει ντυθεί με την ταπετσαρία του ίδιου της του σπιτιού.

Οι φωτογραφίες έχουν την επιτήδευση μιας ακριβής διαφημιστικής καμπάνιας, αλλά και κάτι απροσδιόριστα αστείο, σχεδόν άβολο. Τα υφάσματα συχνά μοιάζουν πρόχειρα τυλιγμένα, με τις άκρες τους να ξεφτίζουν. Τα κοσμήματα είναι υπερβολικά, τα χρώματα παράξενα, οι εκφράσεις άλλοτε παγωμένες και άλλοτε αγωνιώδεις. Μερικά πρόσωπα μοιάζουν ψηφιακά λειασμένα, ενώ σε άλλα η Σέρμαν αφήνει τις ρυτίδες να κυριαρχούν. Η υπόσχεση της τέλειας ομορφιάς συγκρούεται διαρκώς με τις ατέλειες της μεταμφίεσης.

Είναι ένας κόσμος που η Σέρμαν γνωρίζει πολύ καλά. Το 2008, στη σειρά «Society Portraits», είχε φωτογραφίσει τον εαυτό της ως πλούσιες γυναίκες της υψηλής κοινωνίας, με βαριά κοσμήματα, ακριβά ρούχα και πρόσωπα στα οποία οι επεμβάσεις αισθητικής δεν μπορούσαν να κρύψουν την αγωνία για το πέρασμα του χρόνου. Τα πορτρέτα ήταν σκληρά, συχνά σατιρικά, αλλά δεν στερούνταν συμπόνιας. Πίσω από την κοινωνική θέση και την πολυτέλεια διακρινόταν κάτι εξαιρετικά εύθραυστο: η ανάγκη αυτών των γυναικών να εξακολουθούν να είναι ορατές. Τότε η Σέρμαν ήταν 54 ετών. Σήμερα είναι 72.

«Ποιος διάολο θέλει να βλέπει γριές;»: Η Σίντι Σέρμαν και οι καινούργιες γυναίκες της Facebook Twitter
© Cindy Sherman; Courtesy of the artist and Hauser & Wirth

Η διαφορά δεν είναι απλώς βιογραφική. Η γυναίκα που επί δεκαετίες υποδυόταν τους φόβους, τις επιθυμίες και τις κοινωνικές προσδοκίες άλλων γυναικών βρίσκεται τώρα πολύ πιο κοντά στην ηλικία των καινούργιων χαρακτήρων της. Η απόσταση ανάμεσα στη μεταμφίεση και το δικό της σώμα έχει μικρύνει. Η ίδια έχει μιλήσει για την αμηχανία που ένιωσε παρατηρώντας από κοντά τις αλλαγές στο πρόσωπό της, ενώ ορισμένοι χαρακτήρες άρχισαν να της θυμίζουν ακόμη και τη μητέρα της.

Σε κάποια στιγμή της προετοιμασίας, έγραψε στο ημερολόγιό της μια αποκαλυπτική φράση: «Ποιος διάολο θέλει να βλέπει φωτογραφίες με γριές;».

Η ερώτηση ακούγεται σαν κακό αστείο. Είναι όμως και η φωνή ενός ολόκληρου πολιτισμού, που έχει εκπαιδεύσει τις γυναίκες να αντιμετωπίζουν τη γήρανση σαν μια σταδιακή απομάκρυνση από το βλέμμα των άλλων. Η νεότητα εξακολουθεί να συνδέεται με την ομορφιά, την επιθυμία, τη σεξουαλικότητα και τη δημόσια παρουσία. Μια ηλικιωμένη γυναίκα μπορεί να είναι πλούσια, επιτυχημένη, διάσημη, αλλά καλείται να αποδείξει ότι δεν έχει χάσει τίποτα από όσα κάποτε την έκαναν επιθυμητή.

Η Σέρμαν, πάντως, δεν ενδιαφέρεται να φτιάξει απλώς μια καταγγελία για την εμμονή με τη νεότητα. Στις νέες φωτογραφίες αναγνωρίζει κάτι περισσότερο από τη ματαιοδοξία των χαρακτήρων της. «Έχει ξεπεράσει πια την ομορφιά», λέει για τη σειρά. Βλέπει σε αυτές τις γυναίκες νευρώσεις που πιθανότατα είναι και δικές της, όπως και πολλών συνομηλίκων της.

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή. Οι πλούσιες κυρίες με τα εξωφρενικά κοσμήματα δεν προσφέρονται πια τόσο εύκολα για χλευασμό. Η καλλιτέχνιδα τις αντιμετωπίζει από μια θέση μεγαλύτερης οικειότητας. Ξέρει τι σημαίνει να βλέπεις το σώμα σου να αλλάζει. Γνωρίζει όμως και ότι η ανάγκη για ομορφιά, έρωτα, παιχνίδι και αναγνώριση δεν τελειώνει σε κάποια συγκεκριμένη ηλικία.

«Ποιος διάολο θέλει να βλέπει γριές;»: Η Σίντι Σέρμαν και οι καινούργιες γυναίκες της Facebook Twitter
© Cindy Sherman; Courtesy of the artist and Hauser & Wirth

Μέσα σε αυτή την ιστορία, η Chanel έχει έναν εξίσου ενδιαφέροντα ρόλο. Ένας από τους ισχυρότερους οίκους πολυτελείας του κόσμου προσφέρει τα υλικά του σε μια καλλιτέχνιδα που έχει αφιερώσει τη ζωή της στην αποδόμηση των εικόνων της μόδας και της διαφήμισης. Η Σέρμαν δεν χρησιμοποιεί τα ιστορικά υφάσματα για να επιβεβαιώσει την τελειότητά τους. Τα κόβει, τα τσαλακώνει, τα τυλίγει γύρω από σώματα που δεν αντιστοιχούν στις συνηθισμένες επιταγές της βιομηχανίας της μόδας. Η συνεργασία δεν ξεκινά από το μηδέν: είχε χρησιμοποιήσει δημιουργίες της Chanel και στη σειρά «Ominous Landscapes» της περιόδου 2010-2012, ενώ η σχέση της με τη μόδα περιλαμβάνει και παλαιότερες συνεργασίες, μεταξύ άλλων με την Comme des Garçons.

Το ίδιο το περιοδικό έχει τη δική του αντίφαση. Η «Arts & Culture Vol. 2» είναι μια έκδοση περίπου 300 σελίδων, χωρίς συμβατικές διαφημίσεις, που θα διανεμηθεί δωρεάν σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία και πολιτιστικούς χώρους. Περιλαμβάνει πρωτότυπους στίχους της Πάτι Σμιθ, κείμενα για την Πέγκι Γκούγκενχαϊμ και τον Ζαν Κοκτό και ένα μεγάλο αφιέρωμα στη Σέρμαν. Η Γιανά Πιλ, επικεφαλής του πολιτιστικού προγράμματος της Chanel, έχει αναλάβει να επεκτείνει την παρουσία του οίκου στον κόσμο της τέχνης. Η συγκεκριμένη έκδοση είναι ένας ακόμη τρόπος να το πετύχει.

Η Σίντι Σέρμαν έχει περάσει σχεδόν μισό αιώνα φωτογραφίζοντας γυναίκες που δεν υπάρχουν, αλλά τις αναγνωρίζουμε αμέσως. Στα 72 της, εξακολουθεί να παίζει τους ρόλους τους, μόνο που τώρα τα όρια ανάμεσα στην ίδια και στις μεταμφιέσεις της έχουν γίνει πιο αβέβαια. Κάτω από τα κοσμήματα, τις περούκες και τα ακριβά υφάσματα, οι γυναίκες της δεν μοιάζουν να ζητούν απλώς να τις θαυμάσουμε. Μοιάζουν να περιμένουν να δουν αν θα συνεχίσουμε να τις κοιτάζουμε.

Με στοιχεία από Vanity Fair



Πηγή: www.lifo.gr