Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Όταν η τεχνητή νοημοσύνη «μιλά» εκ μέρους των νεκρών: Παρηγοριά ή επικίνδυνη ψευδαίσθηση;


Τα thanabots ή griefbots,  συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που εκπαιδεύονται με βάση τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και άλλα προσωπικά δεδομένα εκλιπόντων μετατρέπουν τα ψηφιακά ίχνη μιας ανθρώπινης ζωής σε μια περσόνα που διαμορφώνεται από συγγενείς, αλγόριθμους και ιδιωτικές εταιρείες.

Όσα κάποτε ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, μετατρέπονται σταδιακά σε μια καθημερινή καταναλωτική υπηρεσία.

Στο επεισόδιο Be Right Back της σειράς Black Mirror, η Μάρθα χάνει τον σύντροφό της, τον Ας, και καταφεύγει σε μια υπηρεσία που τον ανακατασκευάζει μέσα από το ψηφιακό του «αποτύπωμα».

Η διαδικασία ξεκινά με γραπτά μηνύματα, συνεχίζεται με μια οικεία φωνή και καταλήγει σε ένα συνθετικό σώμα. Το ολόγραμμα γνωρίζει τις ατάκες και το χιούμορ του Ας. Μπορεί να αναπαραγάγει όσα εκείνος άφησε πίσω του, αλλά αδυνατεί να επαναφέρει την ίδια του την υπόσταση.

Μια από τις πρώτες πραγματικές εφαρμογές καταγράφηκε όταν η Ευγενία Κούιντα, συνιδρύτρια της Replika, χρησιμοποίησε μηνύματα του εκλιπόντος φίλου της, Ρόμαν Μαζουρένκο, για να δημιουργήσει ένα chatbot που συνομιλούσε στο ύφος του. Σήμερα, τα thanabots, griefbots και deathbots αξιοποιούν μηνύματα, φωτογραφίες, βίντεο, ηχητικά και αναρτήσεις στα social media για να προσομοιώσουν την ομιλία και τη συμπεριφορά ενός νεκρού. Αποτελούν μέρος μιας ανερχόμενης «Βιομηχανίας Ψηφιακής Μεταθανάτιας Ζωής», που μετατρέπει τα ίχνη μιας ζωής σε διαδραστικές αναπαραστάσεις.

Η ιδέα έχει ξεφύγει προ πολλού από το στάδιο του πειραματισμού. Η Microsoft κατέχει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από το 2020 για τη «δημιουργία chatbot ενός συγκεκριμένου προσώπου» με χρήση κοινωνικών δεδομένων, όπως μηνύματα, φωνητικά δεδομένα και εικόνες. Το δίπλωμα αναφέρει ρητά ότι το «συγκεκριμένο πρόσωπο» μπορεί να ανήκει στο παρελθόν, να πρόκειται για φίλο, συγγενή, διάσημο ή ιστορική προσωπικότητα. Η τιμολογιακή πολιτική αποκαλύπτει ξεκάθαρα την εμπορική λογική: πρόσφατη έκθεση περιέγραφε ότι η HereAfter AI (η οποία ανακοίνωσε τη διακοπή της λειτουργίας της) προσέφερε πακέτα γύρω στα 199 δολάρια, ενώ η νοτιοκορεατική DeepBrain AI χρέωνε έως και 50.000 δολάρια για τρισδιάστατα αβατάρ, συν τα έξοδα συντήρησης.

Από ανάμνηση σε μια περσόνα που μπορεί να μιλάει 

Οι άνθρωποι διατηρούσαν πάντα αντικείμενα για να κρατούν ζωντανή τη σχέση τους με τους νεκρούς. Ένα παλτό μπορεί να κρατά μια μυρωδιά. Μια συνταγή φέρνει στο μυαλό τη φωνή ενός αγαπημένου προσώπου. Ένα αποθηκευμένο φωνητικό μήνυμα εκμηδενίζει τον χρόνο. Όμως, τα παραδοσιακά ενθύμια φέρουν κάτι από τον άνθρωπο χωρίς να ισχυρίζονται ότι είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Τα thanabots ανατρέπουν αυτή τη συνθήκη. Μιλούν σε πρώτο πρόσωπο: «Θυμάμαι», «Μου λείπεις», «Πιστεύω ακόμα», παρόλο που πρόκειται για νέες προτάσεις που δημιουργούνται μετά τον θάνατο. Μια φωτογραφία λέει: «Αυτό το πρόσωπο ήταν εδώ». Ένα thanabot λέει: «Είμαι ακόμα εδώ».

Αυτή η αλλαγή στην αντωνυμία δημιουργεί προβλήματα. Το σύστημα συντίθεται από όσα μπορούν να συλλέξουν οι άλλοι, μηνύματα, καταγεγραμμένες συνήθειες, φωτογραφίες, αστεία και μνήμες. Στη συνέχεια, υποδύεται μια οπτική γωνία, σαν αυτά τα σπαράγματα να επανέφεραν την εσωτερική ζωή που τους έδινε κάποτε νόημα. Αυτό που μοιάζει με διατήρηση της μνήμης είναι στην πραγματικότητα παραγωγή νέου περιεχομένου. Κάθε απάντηση συνδυάζει τα δεδομένα του νεκρού με τις επιλογές της οικογένειας, τις εντολές του πενθούντος, τις προβλέψεις του μοντέλου και τις σχεδιαστικές επιλογές της εταιρείας. Η απάντηση ακούγεται σαν να προέρχεται από ένα πρόσωπο, αλλά η πατρότητά της διανέμεται σε πολλούς.

Οι νεκροί δεν είναι οι μόνοι που ανακατασκευάζονται

Το ερώτημα «είναι υγιές να συνεχίζουμε να μιλάμε με τους νεκρούς;» ακούγεται απλό. Όμως το πένθος δεν απαιτούσε ποτέ σιωπή. Οι άνθρωποι μιλούν πάνω από τάφους, γράφουν γράμματα στους νεκρούς, επαναλαμβάνουν κοινές συνήθειες και φαντάζονται τι θα έλεγε ένα αγαπημένο πρόσωπο. Η διατήρηση ενός δεσμού αποτελεί συχνά μέρος της διαχείρισης της απώλειας. Το δυσκολότερο ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να διατηρούμε σχέση με τους νεκρούς, αλλά τι ακριβώς κρατά «ζωντανό» αυτή η υπηρεσία. Οι σχέσεις διαμορφώνουν την ταυτότητά μας. Γινόμαστε σύντροφοι, γονείς, παιδιά και φίλοι μέσα από τον τρόπο που μας αναγνωρίζουν και μας απευθύνονται οι άλλοι. Ο θάνατος απομακρύνει ένα πρόσωπο, αλλά παράλληλα κλονίζει και την ταυτότητα εκείνου που μένει πίσω. Ένας γονέας χάνει το παιδί του, αλλά χάνει και τη φωνή που καθιστούσε τη γονεϊκότητα μια ζωντανή αλληλεπίδραση.

Ένα thanabot μπορεί να αποκαταστήσει ένα μέρος αυτής της αναγνώρισης. Μπορεί να θυμηθεί μια επέτειο, να επαναλάβει ένα οικογενειακό αστείο ή να φωνάξει ξανά κάποιον «μαμά». Υπό αυτή την έννοια, η υπηρεσία δεν αναπλάθει απλώς μια εκδοχή του νεκρού. Διατηρεί επίσης μια εκδοχή του ζωντανού ανθρώπου που υπήρχε μέσα σε αυτή τη σχέση. Αυτό μπορεί αρχικά να προσφέρει παρηγοριά. Ελλοχεύει όμως ο κίνδυνος να εγκλωβίσει τον πενθούντα σε μια παλαιότερη εκδοχή του εαυτού του, καθηλωμένη σε μια σχέση που ο θάνατος έχει πια αλλάξει. Οι εταιρείες ενδέχεται τελικά να πουλούν πρόσβαση στους νεκρούς και, μαζί με αυτήν, πρόσβαση στον παλιό εαυτό του πελάτη.

Ποιος αποφασίζει ποιοι θα γίνουν οι νεκροί;

Ένα thanabot μπορεί να πει πράγματα που ο νεκρός δεν είπε ποτέ. Αυτό μπορεί να φαίνεται θελκτικό, αλλά εκεί ακριβώς ξεκινούν τα ηθικά διλήμματα. Το 2025, ο πατέρας του Χουακίν Ολιβέρ ενός 17χρονου που έπεσε νεκρός από πυροβολισμό στο σχολείο Πάρκλαντ το 2018, δημιούργησε μια εκδοχή του γιου του με τεχνητή νοημοσύνη και επέτρεψε σε έναν δημοσιογράφο να του πάρει συνέντευξη. Το αβατάρ απαντούσε σε νέες ερωτήσεις με τη φωνή του Χουακίν, προωθώντας δημόσια τον ακτιβισμό του κατά της οπλοκατοχής. Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται και σε ιδιωτικό, οικογενειακό επίπεδο. Ποιος έχει το δικαίωμα να εγκρίνει μια τέτοια ανακατασκευή; Ο/η σύζυγος, ένας γονέας, όλα τα αδέλφια ή μόνο το ίδιο το άτομο όσο ζούσε;

Η αγάπη μπορεί να δίνει το κίνητρο, αλλά δεν παρέχει απεριόριστη εξουσία πάνω στην ταυτότητα κάποιου άλλου. Και η συγκατάθεση είναι μόνο η αρχή. Ένα thanabot μπορεί να αλλάξει με την πάροδο του χρόνου. Μια ενημέρωση λογισμικού μπορεί να αλλοιώσει το λεξιλόγιο, το χιούμορ, τις «αναμνήσεις» ή τις πολιτικές του θέσεις. Οι συγγενείς μπορούν να ανεβάσουν νέο υλικό, επιτρέποντάς του να εξελιχθεί πέρα από τη ζωή στην οποία εκπαιδεύτηκε. Σε κάποιο σημείο, η διατήρηση της μνήμης παραχωρεί τη θέση της στην ερμηνεία.

Ο ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν έκανε τον διαχωρισμό ανάμεσα στον βιολογικό και τον συμβολικό θάνατο, τη στιγμή δηλαδή που ένα πρόσωπο εξαφανίζεται από τη συλλογική μνήμη. Η «ανάσταση με συνδρομή», εισάγει μια τρίτη πιθανότητα: τον ψηφιακό θάνατο, που συμβαίνει όταν διακοπεί η πληρωμή, κλείσει ο πάροχος ή αφαιρεθεί το μοντέλο.

Με πληροφορίες από The Conversation

 

 



Πηγή: www.lifo.gr