Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Πόσες «Οδύσσειες» μπορούμε να αντέξουμε;



ΠΑΡΟΤΙ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΟΥΝ
σχεδόν είκοσι οκτώ αιώνες από τότε που η «Οδύσσεια» άρχισε να αποκτά την υφιστάμενη μορφή της, μέσα από μια μακραίωνη ιστορία μεταγραφών, μεταφράσεων, αναγνώσεων και επανερμηνειών, εξακολουθεί να υπάρχει κάτι σχεδόν ανεξήγητο στην αντοχή της (στον χρόνο): μέσα  από την περιπλάνηση ενός ανθρώπου που προσπαθεί να επιστρέψει στην εστία του μοιάζουν να έχουν ήδη διατυπωθεί, σε μια αρχέγονη αλλά εκπληκτικά σύνθετη και άκρως ποιητική εκδοχή, σχεδόν όλα τα μεγάλα ερωτήματα που θα απασχολούσαν έκτοτε τη δυτική σκέψη – η ταυτότητα και η ετερότητα, η μνήμη και η λήθη, η επιθυμία και η απαγόρευση, η φιλία και η έχθρα, η προσωρινότητα της ύπαρξης, η θνητότητα και το όνειρο της αθανασίας, η γνώση και η εξουσία, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και, τελικά, εκείνο το βαθύτερο ερώτημα που η νεωτερικότητα θα επαναφέρει με δραματικούς όρους: εάν η απελευθέρωση του ανθρώπου από τις δυνάμεις που τον υπερβαίνουν μπορεί πράγματι να υπάρξει χωρίς να μετατραπεί η ίδια σε μια νέα μορφή κυριαρχίας.

Αυτή ήταν, άλλωστε, μία από τις επίμονες διαπιστώσεις του Τζορτζ Στάινερ: η εκπληκτική εγγύτητα που εξακολουθούμε να νιώθουμε για τον Οδυσσέα δεν οφείλεται στην ηρωική του τελειότητα αλλά, αντιθέτως, στην ατέλειά του. Είναι δύσκολο να ταυτιστεί κανείς πραγματικά με τον Αχιλλέα ή τον Έκτορα, με μορφές δηλαδή που η «Ιλιάδα» τοποθετεί στο ύψος μιας σχεδόν απρόσιτης ηρωικής έντασης: σε αντίθεση με τους ιλιαδικούς ήρωες, ο Οδυσσέας φοβάται, επιθυμεί, υπολογίζει, ψεύδεται, παρασύρεται, υποχωρεί, αποτυγχάνει, μεταμφιέζεται και ξεκινά εκ νέου. Δεν είναι πρωτίστως ο άνθρωπος του ύψιστου κατορθώματος αλλά εκείνος της συσσωρευμένης εμπειρίας, ο άνθρωπος που «πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω», αυτός που γνώρισε πόλεις και νόες ανθρώπων και, μαζί τους, τις πολλαπλές δυνατότητες του ανθρώπινου βίου.

Ο πολύτροπος Οδυσσέας είναι ο πρώτος μεγάλος αφηγητής του εαυτού του, αλλά είναι συγχρόνως και αριστοτέχνης του ψεύδους: τα πολλαπλά προσωπεία και οι επινοημένες ταυτότητές του καθιστούν σαφές ότι η ίδια η δύναμη της γλώσσας επιτρέπει στον άνθρωπο να κατασκευάσει άπειρες πλασματικές εκδοχές του εαυτού του, αποθεώνοντας με πολλαπλό τρόπο την ισχύ της επιτελεστικότητας.

Σε αυτό το σημείο ίσως να έγκειται η βαθύτερη διαφορά της «Οδύσσειας» από την «Ιλιάδα» καθώς, χωρίς να εξαφανίζονται οι θεοί ή η μοίρα –κάθε άλλο–, ανάμεσα στη θεϊκή βούληση και στην ανθρώπινη πράξη ανοίγεται πλέον ένας ενδιάμεσος χώρος, ο χώρος της κρίσης, του υπολογισμού, της ερμηνείας και της απόφασης. Ο Οδυσσέας δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που υφίσταται όλα όσα αποφασίζουν γι’ αυτόν δυνάμεις ανώτερες από τον ίδιο αλλά εκείνος που παρατηρεί τον κόσμο, αποκωδικοποιεί τα σημεία του, αναστέλλει, αν χρειαστεί, την άμεση παρόρμηση και, κυρίως, αναβάλλει την απόλαυση του παρόντος χάριν μιας μελλοντικής επιβίωσης. Με αυτή την έννοια, η «Οδύσσεια» μπορεί να διαβαστεί ως μία από τις πρώτες μεγάλες αφηγήσεις συγκρότησης του υποκειμένου – μόνο που η γέννηση αυτού του υποκειμένου δεν είναι καθόλου αθώα.

Η επιλογή των Χορκχάιμερ – Αντόρνο να μετατρέψουν τον Οδυσσέα στο μυθολογικό σύμβολο της «Διαλεκτικής του Διαφωτισμού» αναδεικνύει αυτή την ανοίκεια θέση, το «διπλό μήνυμα», που θα έλεγαν οι θεωρητικοί, της απομυθοποίησης μέσω της χειραφέτησης του Λόγου: η παράδοξη αυτή θέση επισημαίνει ότι ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αντί να οδηγήσει στην ελευθερία, κατέληξε σε μια από τις πιο οργανωμένες μορφές βαρβαρότητας του 20ού αιώνα μέσω της διαδικασίας της απομυθοποίησης, που ξεκίνησε από τα κατάρτια στα οποία ήταν δεμένος ο Οδυσσέας και έχει ως βασικό όπλο –με ό,τι αυτό συνεπάγεται– την αφήγηση μιας ιστορίας: «Στο έπος, που από τη σκοπιά της φιλοσοφίας της ιστορίας είναι το αντίστοιχο του μυθιστορήματος, διακρίνονται τελικά τα μυθιστορηματοειδή χαρακτηριστικά, και η σεβάσμια ευταξία του μεστού από νόημα ομηρικού κόσμου αποκαλύπτεται ως έργο του Λόγου που δημιουργεί τάξη και που καταστρέφει τον μύθο ακριβώς δυνάμει της ορθολογικής τάξης μέσα στην οποία τον καθρεφτίζει», γράφουν χαρακτηριστικά στη «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» (μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Νήσος). Ο Λόγος καταστρέφει τον μύθο επειδή τον εξηγεί, τον ταξινομεί, μετατρέποντάς τον από τρομακτική, αν και ανεξέλεγκτη δύναμη σε αντικείμενο γνώσης: αν και εδώ ακριβώς εμφανίζεται η διαλεκτική ανατροπή, διότι για να απελευθερωθεί από τη φύση η έλλογη, ανθρώπινη δύναμη πρέπει πρώτα να την αντικειμενοποιήσει (πραγμοποιήσει και εξουδετερώσει θα έλεγε ο Μαρξ ακολουθώντας τον Χέγκελ) και να τοποθετηθεί, ως εκ τούτου, απέναντί της ως εξουσιαστική δύναμη του υποκειμένου. Η χειραφέτηση και η κυριαρχία δεν εμφανίζονται συνεπώς ως δύο διαδοχικά στάδια αλλά γεννιούνται και σχηματοποιούνται σχεδόν ταυτόχρονα.

Εδώ ακριβώς έγκειται η ουσία της ανάγνωσης των Χορκχάιμερ και Αντόρνο: ότι η παθολογία του Διαφωτισμού δεν αποτελεί απλώς μια μεταγενέστερη διαστροφή της αρχικής του υπόσχεσης αλλά δυνατότητα εγγεγραμμένη μέσα στην ίδια τη λογική της χειραφέτησης. Η γνώση απελευθερώνει επειδή αφαιρεί από τον κόσμο τον τρόμο του ανεξήγητου αλλά συγχρόνως, καθιστώντας τον κόσμο εξηγήσιμο, τον καθιστά διαθέσιμο προς χειραγώγηση. Ο Λόγος οδηγεί  στην απομάγευση της φύσης, αναιρώντας τον ουδέτερο χαρακτήρα της για να τον παραδώσει στην αυθαιρεσία της ανθρώπινης πράξης. Πρόκειται για μια διαπίστωση στην οποία επανέρχεται σχεδόν εμμονικά ο Κρίστοφερ Νόλαν, από το «Memento» και το «Inception» έως το «Ιnterstellar» και το «Oppenheimer», καθώς εμμένει επιτακτικά στην ανθρώπινη διάνοια ως δύναμη απελευθερωτική και ταυτόχρονα εξουσιαστική. Ο Οδυσσέας και ο Οπενχάιμερ μπορούν έτσι να ιδωθούν, παρά την τεράστια ιστορική και ανθρωπολογική απόσταση που τους χωρίζει, ως δύο ακραία σημεία μιας κοινής γενεαλογίας, στην οποία η σωτηρία και η καταστροφή παύουν να αποτελούν αναγκαστικά αντιθετικές δυνατότητες αλλά είναι κοινά αποτελέσματα της ανθρώπινης ιδιομορφίας.

Πόσες «Οδύσσειες» μπορούμε να αντέξουμε; Facebook Twitter
Η Δύση αναγνώρισε στο πρόσωπο του Οδυσσέα τον ιδεατό της ήρωα

Η αφήγηση ως τεχνολογία του εαυτού

Ο Οδυσσέας, ωστόσο, δεν κατακτά μόνο τον εξωτερικό κόσμο μέσω της γνώσης αλλά και τον εαυτό του μέσω της αφήγησης – και εδώ βρίσκεται μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη νεωτερική έκφραση της «Οδύσσειας». Ο ήρωάς της απουσιάζει από την αφήγηση για ένα σημαντικό μέρος της και υπάρχει μόνο μέσα στον λόγο των άλλων: πρέπει να φτάσει στους Φαίακες για να καταστεί τελικά αφηγητής της ίδιας του της ύπαρξης. Εάν το υποκείμενο συγκροτείται μέσω της μνήμης, και εάν η μνήμη αποκτά συνοχή μόνο όταν οργανώνεται σε αφήγηση, τότε ο εαυτός παύει να εμφανίζεται ως μια αμετάβλητη ουσία και γίνεται, έως έναν βαθμό, αφηγηματική κατασκευή: «Για τη διαπλοκή της προϊστορίας, της βαρβαρότητας και του πολιτισμού ο Όμηρος κάνει την παρηγορητική χειρονομία που δείχνει ότι έχει στον νου του εκείνο το “Μια φορά κι έναν καιρό”. Το έπος έπρεπε πρώτα να γίνει μυθιστόρημα, για να περάσει ύστερα στο παραμύθι», γράφουν οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο στη «Διαλεκτική του Διαφωτισμού». Δεν είναι επομένως συμπτωματικό ότι η «Οδύσσεια» διαρρηγνύει τόσο εντυπωσιακά τη γραμμικότητα του χρόνου, με την αφήγηση να αρχίζει in medias res και με το παρελθόν να εισβάλλει διαρκώς στο παρόν μέσω αναδρομών, σε μια αποθέωση των μοντερνιστικού τύπου εγκιβωτισμών. Ακόμη και στη ραψωδία Ω, όταν όλα φαίνονται να έχουν ήδη τελειώσει, η κάθοδος των ψυχών των μνηστήρων στον Άδη επιστρέφει την ιστορία προς τα πίσω, επανερμηνεύοντας όσα προηγήθηκαν. Με άλλα λόγια, ο χρόνος της «Οδύσσειας» δεν είναι απλώς ο χρόνος των γεγονότων αλλά ο χρόνος της συνείδησης που θυμάται, ανασυνθέτει και μεταβάλλει το ήδη ρευστό νόημα. Εν προκειμένω, η συγγένεια με τον Νόλαν γίνεται εξαιρετικά γόνιμη. Από το «Memento» και μετά, η μνήμη στον κινηματογράφο του δεν είναι ουδέτερο αρχείο της πραγματικότητας αλλά μηχανισμός συγκρότησής της: η πραγματικότητα την οποία ενοικεί το υποκείμενο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προσωπική αφήγηση, με τον εγγενή πάντα κίνδυνο της πλαστογράφησης. Ο πολύτροπος Οδυσσέας είναι ο πρώτος μεγάλος αφηγητής του εαυτού του, αλλά είναι συγχρόνως και αριστοτέχνης του ψεύδους: τα πολλαπλά προσωπεία και οι επινοημένες ταυτότητές του καθιστούν σαφές ότι η ίδια η δύναμη της γλώσσας επιτρέπει στον άνθρωπο να κατασκευάσει άπειρες πλασματικές εκδοχές του εαυτού του, αποθεώνοντας με πολλαπλό τρόπο την ισχύ της επιτελεστικότητας. Η βλάσφημη γείωση του ηρωικού κόσμου από τον Οδυσσέα και η ανάδειξη του πολυμήχανου χαρακτήρα του παραπέμπει άμεσα στο μοντερνιστικό εύρημα του Λέοπολντ Μπλουμ από τον Τζόις, καθώς αναρωτιέται αν τα αγάλματα έχουν πρωκτό, επιβεβαιώνοντας με τον πιο ακραίο τρόπο ότι το ανθρώπινο έχει πλέον αποκτήσει την αξίωση να γίνει το μέτρο της αφήγησης.

«Την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι»

Και όμως, ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αποκτά το δικαίωμα να γίνει αφηγητής του εαυτού του συναντά ένα από τα σκληρότερα αποτελέσματα αυτής της χειραφέτησης: τη μοναξιά. Εδώ ο Σεφέρης γίνεται αναντικατάστατος, επειδή η δική του ανάγνωση του Οδυσσέα συλλαμβάνει ποιητικά το υπαρξιακό κόστος της αυτοσυνειδησίας. Ο Οδυσσέας στο «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» δεν επιστρέφει ως μνημειακός ήρωας, στεφανωμένος από τα κατορθώματά του, αλλά έρχεται ήσυχα, σχεδόν σαν ένας γέρος θαλασσινός που έχει δει υπερβολικά πολλά: «Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας· εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία. Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ αρμηνέψει πώς να φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου Τροία. Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια, λες με γνωρίζει σαν πατέρας είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας […]».

Αυτή η «ταπεινή» και «γαλήνια» φωνή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή πρόκειται για τον άνθρωπο που έχει απομακρυνθεί οριστικά από το ιλιαδικό ιδεώδες του ήρωα, ο οποίος οφείλει διαρκώς να αποδεικνύει την αξία του ενώπιον των άλλων. Η γνώση πια αποκτά το δικό της συνειδησιακό βάρος: «Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι. Και να ’σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι. Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν έναν. Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απομέναν». Εν προκειμένω, η «Οδύσσεια» έχει σχεδόν απογυμνωθεί από την επική της επιφάνεια και έχει μετατραπεί σε ανθρωπολογία της μνήμης: το πλοίο κινείται πλέον από τη θύμηση, η ψυχή έχει πάρει τη θέση του τιμονιού και η γνώση δεν αποτελεί πλέον ανώφελο προνόμιο αλλά ελάχιστο ψυχικό απόθεμα. Αυτό ακριβώς είναι που μετατρέπει τη μοναξιά του Οδυσσέα από ένα βιογραφικό δεδομένο της περιπλάνησης στη σκοτεινή προϋπόθεση της αυτονόμησής του. Στην αρχή της επιστροφής έχει πλοία, άνδρες, μια ολόκληρη κοινότητα συντρόφων, ενώ στο τέλος υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος, και όσο περισσότερο συγκροτείται αυτός ο εαυτός ως αυτόνομος φορέας γνώσης και απόφασης, τόσο περισσότερο αποκόπτεται από τον κόσμο που τον περιβάλλει. Είναι ένας Οδυσσέας βαθιά μετα-πολεμικός και, ταυτόχρονα, εντυπωσιακά πιστός στον πυρήνα του ομηρικού ήρωα: ο άνθρωπος που μεταφέρει μέσα του το νεκρό πλήρωμά του και ό,τι διαρκώς τον στοιχειώνει.

Οι Σειρήνες και το τίμημα της αυτοκυριαρχίας

Ακόμη ριζικότερη είναι η ανάγνωση του επεισοδίου των Σειρήνων, επειδή εδώ ο Οδυσσέας δεν χρειάζεται απλώς να νικήσει μια εξωτερική δύναμη αλλά την ίδια του την επιθυμία. Δένεται αυτοβούλως στο κατάρτι και οργανώνει εκ των προτέρων την ίδια του την αδυναμία: ο ορθολογικός Οδυσσέας γνωρίζει ότι ο μελλοντικός, γοητευμένος από την απόλαυση εαυτός του δεν θα επιθυμεί πλέον το ίδιο αντικείμενο. Το υποκείμενο διχάζεται καθώς υπάρχει αυτός που επιθυμεί και αυτός που απαγορεύει, γεγονός που οδηγεί τη διαλεκτική του Διαφωτισμού στην πλέον εμβληματική μορφή της: για να γίνει κύριος της εξωτερικής φύσης, ο άνθρωπος πρέπει πρώτα να κυριαρχήσει στη φύση μέσα του.

Η καταπίεση δεν αρχίζει στον εξωτερικό κόσμο αλλά στο σώμα, στο ένστικτο, στην επιθυμία, στη διαρκώς αναβαλλόμενη, κατά Λακάν, απόλαυση. Πρόκειται για μια αντινομία εγγενή στο πρότυπο της δυτικής υποκειμενικότητας. Ελευθερία δεν σημαίνει απουσία περιορισμού αλλά εσωτερίκευση του περιορισμού, με το υποκείμενο να συγκροτείται με βάση τον αυτοπεριορισμό, τον οποίο ο Νίτσε συνδέει άμεσα με τον χριστιανισμό. Στη «Γενεαλογία της Ηθικής», η δημιουργία του ανθρώπου που μπορεί να υπόσχεται, να θυμάται την υπόσχεσή του και να δεσμεύει τον μελλοντικό εαυτό του προϋποθέτει μια μακρά και βίαιη ιστορία πειθάρχησης πάνω στα σώματα – και αυτοελέγχου, κάτι που συνέδεσε άμεσα ο Φουκό με όλη τη λογική συγκρότησης του δυτικού υποκειμένου. Πρόκειται για μια μορφή εσωτερίκευσης που συνδέεται άμεσα με την ενοχή, τη μνησικακία, το ressentiment – όχι ως απλή επιθυμία εκδίκησης αλλά ως ολόκληρη οικονομία αναβαλλόμενης και μετασχηματισμένης αντίδρασης. Επομένως η μνήμη –κάτι που απασχολεί τον Νόλαν από την πρώτη κιόλας ταινία του– μπορεί να είναι συγκροτητική της ταυτότητας αλλά να συντηρεί ταυτόχρονα το τραύμα – και η «Οδύσσεια», ένα έπος που θεμελιώνεται πάνω στη μνήμη της απώλειας, γνωρίζει εξαιρετικά καλά ότι ο νόστος δεν συνδέεται με τη βία αλλά θεμελιώνεται μέσω αυτής. Εφεξής, η «Οδύσσεια» διαβάζεται ταυτόχρονα ως ο ιδρυτικός μύθος της δυτικής αυτοσυνειδησίας και ως η πρώτη μεγάλη κριτική της.

Η βαρβαρότητα μετά τον πολιτισμό

Διότι το βασικό επιχείρημα της «Διαλεκτικής του Διαφωτισμού» δεν είναι ότι ο πολιτισμός απέτυχε να εξαλείψει ολοκληρωτικά τα κατάλοιπα της αρχαϊκής βαρβαρότητας αλλά ότι η ίδια η πολιτιστική και ορθολογική πρόοδος μπορεί να παραγάγει νέες μορφές βαρβαρότητας. Η νεωτερική Δύση είχε μάθει να αφηγείται την ιστορία της ως μια ευθύγραμμη κίνηση: από τον μύθο στον Λόγο, από τη δεισιδαιμονία στην επιστήμη, από τη φύση στον πολιτισμό, από την αυθαιρεσία στον νόμο. Ο Χορκχάιμερ και ο Αντόρνο γράφουν σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία αυτή η αφήγηση έχει συντριβεί και η απόδειξη ήταν η οργανωμένη μέσω του φασισμού εξόντωση, με όργανα την τεχνική, την επιστήμη και τον ορθολογικό υπολογισμό. Η «νέα βαρβαρότητα», την οποία ο Νόλαν επέδειξε ήδη με το «Οπενχάιμερ», συνίσταται σε αυτά ακριβώς τα επιτεύγματα του πολιτισμού που χρησιμοποιούνται στην ύψιστή τους αποτελεσματικότητα εναντίον της ανθρωπότητας. Ως εκ τούτου, ο «νεο-βάρβαρος» είναι ο εκφραστής της εργαλειοποίησης, μακριά πολύ από το χειραφετητικό αίτημα που τη συνόδευε. Γι’ αυτό και ο Οδυσσέας δεν αναδεικνύεται μόνο ως ο πρώτος μεγάλος εξερευνητής της Δύσης αλλά και ως ο αμφίσημος πρόγονός της, εκείνος που απέκτησε την ελευθερία του μαθαίνοντας τους μηχανισμούς της κυριαρχίας. Ο νόστος μετατρέπεται έτσι σε ένα αδύνατο αίτημα, άμεσα συνυφασμένο με τη βαθύτερη έννοια του έπους: ο Οδυσσέας αφιερώνει δέκα χρόνια προσπαθώντας να επιστρέψει στην εστία του αλλά όταν φτάνει τίποτα δεν είναι το ίδιο – απόδειξη ότι η Ιθάκη, που ενδεχομένως να τη βρήκε πτωχική, όπως έλεγε ο ποιητής, δεν τον γέλασε γιατί στην πραγματικότητα ήταν ένα αντικείμενο μνήμης παρά σαφής γεωγραφικός προορισμός. Η μνήμη, που μπορεί να είναι πιο απτή και ρεαλιστική από την ίδια την πραγματικότητα, όπως επισημαίνει στις ταινίες του ο Νόλαν, διαμορφώνει τις ουσιαστικές, (ανα)παραστατικές δυνάμεις. Σάμπως τα σεφερικά «πανιά φουσκωμένα από τη θύμηση» να περιγράφουν σχεδόν ολόκληρη την κινηματογραφική ανθρωπολογία του Νόλαν: οι άνθρωποι προχωρούν, μάλλον στα σκοτεινά, εξωθημένοι από το παρελθόν τους. Οι ήρωες του «Memento», του «Inception», του «Interstellar» ή του «Οπενχάιμερ» όχι μόνο δεν μπορούν να αποσπαστούν από το παρελθόν τους αλλά κατοικούν, με τη χαϊντεγκεριανή έννοια του υπάρχειν, μέσα στις συνέπειές του. Ο νόστος δεν αποτελεί, επομένως, αντιστροφή του χρόνου αλλά δικαίωση τού μη αναστρέψιμου του χρόνου.

Ένα Bildungsroman χωρίς συμφιλίωση

Εν τω μεταξύ, στο πέρας των αιώνων έχουν διαπιστωθεί μεγάλοι ταυτολογικοί μετασχηματισμοί, με αποτέλεσμα μελετητές όπως ο Ντάνιελ Μέντελσον να διαβάζουν εύστοχα την «Οδύσσεια» ως ένα από τα πρώτα μεγάλα Bildungsroman της δυτικής παράδοσης, μια αφήγηση μαθητείας με κεντρικό άξονα τον αυτοπροσδιορισμό. Ο Τηλέμαχος δεν είναι πια το αγόρι της πρώτης ραψωδίας, η Πηνελόπη δεν είναι η παθητική, υπομονετική σύζυγος, και ο Οδυσσέας δεν είναι πλέον ο βασιλιάς που αναχώρησε για τον πόλεμο. Πρόκειται, όμως, για μια έννοια μαθητείας αποσυνδεδεμένη από την εύκολη ιδέα της ηθικής βελτίωσης: η γνώση δεν συνοδεύεται από την ηθική, όπως θα ήθελε ο Πλάτων, ούτε η αυτοκυριαρχία είναι ταυτόσημη της δικαιοσύνης. Μια από τις πιο επίμονες αφηγήσεις της δυτικής νεωτερικότητας υπονομεύεται, κατά τις διατυπώσεις των Χορκχάιμερ και Αντόρνο που δείχνει να υιοθετεί ο Νόλαν, ανατέμνοντας την «Οδύσσεια» ως το κυρίαρχο Bildungsroman χωρίς την αναγκαία συμφιλίωση. Η μαθητεία δεν καταλήγει στο καθησυχαστικό σημείο όπου το ώριμο υποκείμενο βρίσκει επιτέλους τη θέση του μέσα σε έναν συμφιλιωμένο κόσμο αλλά, αντίθετα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η εμπειρία να αυξάνει ταυτόχρονα την αυτογνωσία και τη δύναμη του ανθρώπου, χωρίς να εγγυάται τον τρόπο με τον οποίο θα τις χρησιμοποιήσει. Αν λοιπόν το μεγάλο ερώτημα του «Οπενχάιμερ» ήταν τι συμβαίνει μετά την απόλυτη κατάκτηση της γνώσης, η απάντηση είναι ότι η δυνατότητα της πραγματοποίησής της δεν συνοδεύεται από την ανάλογη ηθική προϋπόθεση. Και η «Οδύσσεια» αναδεικνύει ήδη μια αρχέγονη μορφή αυτού του προβλήματος, επειδή ο ήρωάς της θέλει ακατάπαυστα να γνωρίζει: θέλει να δει τους Κύκλωπες, να ακούσει τις Σειρήνες, να περάσει από τα όρια του γνωστού κόσμου, να κατέβει ακόμη και στον Άδη, επιβεβαιώνοντας ότι η περιέργεια συνιστά μέρος της ίδιας της ταυτότητας του Οδυσσέα και του σύγχρονου ανθρώπου. Η Δύση αναγνώρισε στο πρόσωπο του Οδυσσέα τον ιδεατό της ήρωα: τον ταξιδιώτη, τον εξερευνητή, τον εφευρέτη, τον αφηγητή, τον άνθρωπο της γνώσης, εκείνον που αρνείται να υποταχθεί παθητικά στις επιβεβλημένες έξωθεν συνθήκες και επιχειρεί να τις υπερβεί αλλά πολύ λιγότερο πρόθυμα αναγνωρίζει την άλλη του όψη: τον άνθρωπο που μαθαίνει να μετατρέπει τη γνώση σε εξουσία, την αυτοπειθαρχία σε κυριαρχία και τη φύση σε αντικείμενο της εξουσίας του. Εξού και ότι η «Οδύσσεια» μπορεί να θεωρηθεί συγχρόνως ιδρυτικός μύθος και η πρώτη μεγάλη κριτική της Δύσης. Κανείς, επομένως, δεν ξέρει αν η τελευταία σκηνή με τον ίδιο τον Οδυσσέα να αγκαλιάζει στο ηλιοβασίλεμα την Πηνελόπη τραβώντας για άλλες θάλασσες είναι απόδειξη της συμφιλιωτικής του διάθεσης με το σύμπαν ή απλώς μια πρόφαση για περαιτέρω εξορμήσεις – και ίσως επικίνδυνες κατακτήσεις. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο άκρως αμφιλεγόμενος Οδυσσέας δεν παύει να είναι ταυτόχρονα ο απόλυτος εκφραστής του σύγχρονου, πολυμήχανου ανθρώπου και ο πιο καθαρός μας καθρέφτης εδώ και αιώνες.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΝΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ



Πηγή: www.lifo.gr