Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν περνούν από τη δέσμευση αμοιβαίας προστασίας στην πρακτική εφαρμογή της Συμφωνίας της Μέκκας, με φόντο την κλιμάκωση των επιθέσεων των Χούθι και των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Υεμένη.
Στην έκτακτη συνάντησή τους στο Ριάντ, οι τρεις χώρες συμφώνησαν να λάβουν μέτρα για την παροχή στρατιωτικών δυνάμεων και μέσων και την ταχεία ανάπτυξή τους στο σαουδαραβικό έδαφος, μια απόφαση που αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό τεστ της νέας συμμαχίας.
Στον πυρήνα της συμφωνίας βρίσκεται η αρχή ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών. Ωστόσο, η πολιτική αυτή δέσμευση δεν ισοδυναμεί από μόνη της με έναν πλήρως συγκροτημένο στρατιωτικό μηχανισμό ούτε συνεπάγεται αυτόματη, πανομοιότυπη αντίδραση σε κάθε κρίση. Το διακύβευμα είναι ακριβώς η μετατροπή της συλλογικής άμυνας από διακήρυξη σε επιχειρησιακή δυνατότητα.
Τι είναι η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας και ποιες χώρες συμμετέχουν
Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου 2026 από τον πρίγκιπα διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και τον πρωθυπουργό του Πακιστάν, Σεχμπάζ Σαρίφ. Πρόκειται για τριμερές σύμφωνο αμοιβαίας άμυνας, με στόχο τη στενότερη συνεργασία στην ασφάλεια και την αντιμετώπιση κοινών απειλών.
Τα μέλη της είναι τρία: η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν. Ο Πακιστανός υπουργός Εξωτερικών, Ισάκ Νταρ, δήλωσε στις 2 Οκτωβρίου ότι περισσότερες από έξι ακόμη χώρες ενδιαφέρονται να προσχωρήσουν, χωρίς να τις κατονομάσει. Διευκρίνισε όμως ότι αιτήματα ένταξης δεν μπορούν να εξεταστούν πριν καταστεί πλήρως λειτουργικό το σύμφωνο, διαδικασία που -σύμφωνα με την εκτίμησή του- μπορεί να απαιτήσει έως έναν χρόνο. Το ενδιαφέρον για διεύρυνση, επομένως, δεν πρέπει να συγχέεται με ήδη συμφωνημένη συμμετοχή νέων μελών.
Η βασική ρήτρα προβλέπει ότι οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση κατά ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση κατά όλων. Για τον συντονισμό της συνεργασίας έχει συγκροτηθεί Στρατηγική Πολιτική και Αμυντική Επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν οι υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας και οι αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων των τριών χωρών.
Η ομοιότητα με την αρχή συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ έχει τροφοδοτήσει τον χαρακτηρισμό «ισλαμικό ΝΑΤΟ». Η αναλογία, ωστόσο, έχει όρια. Όπως επισημαίνει ο ερευνητής Αλί Μπακίρ σε ανάλυση του Middle East Council on Global Affairs, η συμφωνία δεν διαθέτει το ίδιο θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο με τη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Αποτελεί πρωτίστως μηχανισμό διαβούλευσης, συντονισμού και αποτροπής, με αναφορά στο δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.
Γιατί ενεργοποιήθηκε τώρα: Η κλιμάκωση στην Υεμένη και οι Χούθι
Η άμεση αφορμή για την επιχειρησιακή ενεργοποίηση της συμφωνίας είναι η κλιμάκωση των επιθέσεων κατά της Σαουδικής Αραβίας και η νέα στρατιωτική εκστρατεία της υποστηριζόμενης από το Ριάντ κυβέρνησης της Υεμένης εναντίον των Χούθι. Μετά τη συνάντηση στο Ριάντ, οι τρεις σύμμαχοι ανακοίνωσαν ότι θα προχωρήσουν άμεσα στην πρακτική εφαρμογή των δεσμεύσεων συλλογικής άμυνας και στην ταχεία ανάπτυξη των συμφωνημένων δυνάμεων και μέσων στη Σαουδική Αραβία. Η ανακοίνωση αφορά απόφαση ανάπτυξης και δεν αρκεί, από μόνη της, για να επιβεβαιώσει ότι αυτή έχει ήδη ολοκληρωθεί.
Ο Σαουδάραβας υπουργός Άμυνας, Χαλίντ μπιν Σαλμάν, συνέδεσε την απόφαση με τις επιθέσεις κατά του βασιλείου και των ιερών τόπων, κάνοντας λόγο για ενεργοποίηση της συλλογικής αποτροπής. Οι τρεις χώρες καταδίκασαν απόπειρες στόχευσης της Μέκκας και της Μεδίνας, καθώς και επιθέσεις κατά σαουδαραβικών πόλεων και πολιτικών και οικονομικών εγκαταστάσεων. Οι Χούθι, πάντως, έχουν αρνηθεί ότι πραγματοποίησαν τις επιθέσεις κατά της Μέκκας, διάκριση που είναι κρίσιμη όταν παρουσιάζονται οι καταγγελίες για τους συγκεκριμένους στόχους.
Παράλληλα, ο πρόεδρος του Προεδρικού Συμβουλίου της Υεμένης, Ρασάντ αλ Αλίμι, ανακοίνωσε την επιχείρηση «Αυγή της Υεμένης», με δηλωμένους στόχους την εξουδετέρωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των Χούθι, την αποκατάσταση του κυβερνητικού ελέγχου στους κρατικούς θεσμούς και την ανακατάληψη της Σαναά. Κυβερνητικές δυνάμεις ανέφεραν προέλαση στην περιοχή του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και γύρω από το Ντου Μπαμπ. Οι αναφορές αυτές προέρχονται από την κυβερνητική πλευρά και δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως ανεξάρτητα επιβεβαιωμένη αποτύπωση του πεδίου.
Η στρατιωτική κινητοποίηση δεν ήταν η μόνη επιλογή που τέθηκε στις διαβουλεύσεις. Σύμφωνα με το Reuters, ο Ισάκ Νταρ δήλωσε στις 2 Οκτωβρίου ότι η Τεχεράνη είχε προτείνει πολιτική προσέγγιση των Χούθι ως εναλλακτική στη στρατιωτική δράση. Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν υπήρχε γραπτή, συγκεκριμένη πρόταση, αλλά ανταλλαγή ιδεών μεταξύ υπουργών Εξωτερικών. Η εξέλιξη δείχνει ότι, παρά την ενεργοποίηση της αποτροπής, η διπλωματική διαχείριση εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της συζήτησης.
Πώς αλλάζουν οι ισορροπίες ασφαλείας στη Μέση Ανατολή
Η Συμφωνία της Μέκκας συνδέει τρεις χώρες με διαφορετικά αλλά συμπληρωματικά χαρακτηριστικά: τη χρηματοοικονομική και ενεργειακή ισχύ της Σαουδικής Αραβίας, τις στρατιωτικές δυνατότητες και την αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας, και τη στρατιωτική ισχύ του πυρηνικά εξοπλισμένου Πακιστάν. Αυτή η σύνθεση προσδίδει πολιτικό και στρατηγικό βάρος στο σύμφωνο, χωρίς να αναιρεί τις διαφορετικές προτεραιότητες ασφαλείας των μελών του.
Για το Ριάντ, η συμφωνία προσθέτει μια ακόμη επιλογή υποστήριξης απέναντι σε περιφερειακές απειλές. Για την Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ, διευρύνει τον ρόλο τους στην ασφάλεια του Κόλπου. Σύμφωνα με την ανάλυση του Middle East Council on Global Affairs, η στενότερη τριμερής συνεργασία μπορεί επίσης να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση των μελών σε ζητήματα αμυντικών προμηθειών, μεταφοράς τεχνολογίας και διπλωματικής διαχείρισης κρίσεων.
Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι η νέα συμμαχία αντικαθιστά τις υφιστάμενες σχέσεις ασφαλείας. Η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες, στην εκπαίδευση και στη συνεργασία πληροφοριών, ενώ η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ. Η συμφωνία περιγράφεται, συνεπώς, πιο εύστοχα ως πρόσθετο επίπεδο περιφερειακής ασφάλειας και όχι ως πλήρης στρατηγική αποδέσμευση από τη Δύση.
Η κρίση στην Υεμένη συνδέει αυτή τη νέα αρχιτεκτονική με την ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας και των θαλάσσιων εμπορικών οδών. Χρειάζεται, όμως, να διαχωρίζεται το τριμερές σύμφωνο από τις ευρύτερες ναυτικές συνεργασίες στην περιοχή: οι συμμετέχοντες και οι αποστολές τους διαφέρουν, ενώ δεν υπάρχει ένδειξη ενιαίας διοίκησης που να συνδέει τη Συμφωνία της Μέκκας με τον ευρύτερο θαλάσσιο συνασπισμό.
Το καθοριστικό ερώτημα είναι πλέον επιχειρησιακό: ποιες δυνάμεις θα αναπτυχθούν, με ποια αποστολή και με ποιον συντονισμό. Οι διαθέσιμες ανακοινώσεις κάνουν λόγο για «συμφωνημένες στρατιωτικές δυνάμεις και δυνατότητες», χωρίς να προσδιορίζουν αριθμούς, σύνθεση ή αναλυτικό χρονοδιάγραμμα. Η αποτελεσματικότητα του νέου αμυντικού πλαισίου θα κριθεί, επομένως, όχι μόνο από τη ρήτρα αλληλεγγύης, αλλά από την ικανότητα των τριών χωρών να τη μετατρέψουν σε συντονισμένη δράση, ελέγχοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο ευρύτερης εμπλοκής.
Με πληροφορίες από Reuters, East Council on Global Affairs, The Conversation















