Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Τι κάνει ορισμένους ανθρώπους «μαγνήτες» για τα κουνούπια


Τα κουνούπια δεν τσιμπούν όλους τους ανθρώπους με την ίδια συχνότητα. Ορισμένοι μπορεί να συγκεντρώσουν σχεδόν όλα τα τσιμπήματα σε μια παρέα, ενώ άλλοι να μείνουν σχεδόν ανέγγιχτοι. Οι επιστήμονες αποδίδουν τη διαφορά κυρίως στο διοξείδιο του άνθρακα που εκπνέουμε, στη θερμότητα του σώματος και στις ουσίες που αναδίδει το δέρμα μας.

Μόνο τα θηλυκά κουνούπια τρέφονται με αίμα, καθώς χρειάζονται τις πρωτεΐνες του για να αναπτύξουν τα αυγά τους. Μπορούν να εντοπίσουν έναν πιθανό στόχο από απόσταση περίπου δέκα μέτρων, συνδυάζοντας την όραση με την όσφρησή τους.

Ένα από τα βασικότερα σήματα είναι το διοξείδιο του άνθρακα που απελευθερώνεται με την αναπνοή. Όσο περισσότερο εκπνέει κάποιος, τόσο ευκολότερα γίνεται αντιληπτός. Για αυτό οι ενήλικες προσελκύουν συνήθως περισσότερα κουνούπια από τα παιδιά, ενώ οι άνθρωποι με μεγαλύτερο σώμα μπορεί επίσης να αποτελούν συχνότερο στόχο.

Η άσκηση αυξάνει προσωρινά την ελκυστικότητα ενός ανθρώπου, καθώς επιταχύνει την αναπνοή, ανεβάζει τη θερμοκρασία και προκαλεί εφίδρωση. Αντίστοιχα, οι έγκυες γυναίκες μπορεί να δέχονται περισσότερα τσιμπήματα, επειδή ο οργανισμός τους παράγει περισσότερη θερμότητα και εκπνέει μεγαλύτερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα.

Κουνούπια: Η μυρωδιά του δέρματος καθορίζει ποιος γίνεται στόχος

Όταν πλησιάσουν περισσότερο, τα κουνούπια βασίζονται κυρίως στη μυρωδιά. Τα βακτήρια που ζουν φυσιολογικά στο δέρμα διασπούν ουσίες του ιδρώτα και παράγουν εκατοντάδες πτητικές ενώσεις, οι οποίες σχηματίζουν το ιδιαίτερο «χημικό αποτύπωμα» κάθε ανθρώπου.

Έρευνα του Πανεπιστημίου Ροκφέλερ στις ΗΠΑ έδειξε ότι τα κουνούπια προτιμούσαν έντονα τα άτομα των οποίων το δέρμα περιείχε περισσότερα καρβοξυλικά οξέα. Ο πιο ελκυστικός συμμετέχων συγκέντρωσε βαθμολογία εκατό φορές υψηλότερη από τον λιγότερο ελκυστικό, ενώ οι διαφορές παρέμειναν σταθερές για χρόνια.

Η σύνθεση των βακτηρίων στο δέρμα φαίνεται επίσης να παίζει ρόλο. Ερευνητές στην Ολλανδία διαπίστωσαν ότι όσοι προσέλκυαν περισσότερο τα κουνούπια της ελονοσίας είχαν διαφορετική μικροβιακή κοινότητα στο δέρμα τους. Τα βακτήρια αυτά συμβάλλουν στη δημιουργία της σωματικής οσμής, καθώς ο καθαρός ιδρώτας είναι σχεδόν άοσμος πριν διασπαστεί από μικροοργανισμούς.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η ευαισθησία στα τσιμπήματα μπορεί να είναι και κληρονομική. Μελέτες σε διδύμους έδειξαν ότι οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι προσελκύουν τα κουνούπια σε παρόμοιο βαθμό, ενώ στους διζυγωτικούς οι διαφορές είναι μεγαλύτερες. Αυτό υποδηλώνει ότι τα γονίδια μπορεί να επηρεάζουν τη μυρωδιά του σώματος και, κατά συνέπεια, την πιθανότητα να γίνει κάποιος στόχος.

Δεν αντιδρούν όλοι το ίδιο

Το πόσα σημάδια βλέπει κάποιος στο δέρμα του δεν αποκαλύπτει απαραίτητα πόσες φορές τσιμπήθηκε. Σε ορισμένους ανθρώπους εμφανίζονται έντονο πρήξιμο και φαγούρα, ενώ άλλοι μπορεί να έχουν δεχθεί αρκετά τσιμπήματα χωρίς να παρουσιάσουν παρά ελάχιστη αντίδραση.

Έρευνες έχουν συνδέσει την ένταση της αντίδρασης με γονίδια του ανοσοποιητικού συστήματος, ορισμένα από τα οποία σχετίζονται και με τις αλλεργίες. Έτσι, κάποιος μπορεί να πιστεύει ότι αποτελεί «μαγνήτη» για τα κουνούπια, ενώ στην πραγματικότητα απλώς εμφανίζει μεγαλύτερα και πιο επίμονα σημάδια.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις πως το σκόρδο ή τα συμπληρώματα βιταμίνης Β προστατεύουν από τα τσιμπήματα. Αντίθετα, συνιστούν εντομοαπωθητικά με αποδεδειγμένη δράση, πικαριδίνη ή PMD, καθώς και μακριά ρούχα που καλύπτουν τα εκτεθειμένα σημεία.

Η προστασία χρειάζεται ανανέωση, ιδιαίτερα μετά από εφίδρωση ή πολλές ώρες σε εξωτερικό χώρο. Ακόμη και όσοι σπάνια εμφανίζουν σημάδια δεν πρέπει να θεωρούν ότι τα κουνούπια τούς αγνοούν, καθώς μπορεί να τσιμπηθούν χωρίς να αντιδράσουν έντονα.

Με πληροφορίες από BBC

 

 

 



Πηγή: www.lifo.gr