Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Τώρα πια. Ένα πολυπόστ του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου


Τώρα πια
Νέα ξενοδοχεία, η υπερτροφία της ψυχανάλυσης, το σπίτι της Δεξαμενής, ο μέγας Γιώργος. Ένα πολυπόστ.

Δ
 

Νέο ξενοδοχείο, νέο δωμάτιο. Δεν έχουν και μεγάλη διαφορά, ακριβά ή φτηνά. Ίδια διάταξη, λίγο χειρότερο το σαμπουάν, οι πετσέτες κάπως φθαρμένες. Ίδιες κινήσεις, το νεσεσέρ, να κλείσεις την τηλεόραση, να φορτίσεις, να βγεις στο μπαλκόνι. Ίδιο ποτάμι, τα μισά λεφτά, πάντα εσύ κι εσύ.

Μ’ αρέσουν πολύ τα δωμάτια των ξενοδοχείων. Κάθε είδους. Θα μπορούσα να ζω απ’ το ένα στο άλλο, κυριολεκτικά. Φαντάζομαι από κάτι θέλω να ξεφύγω, να φεύγω μάλλον, για να μου αρέσει αυτός ο μετεωρισμός, η αίσθηση του μή ανήκειν ― έχετε δει την ταινία Up in the Air; Για τον ίδιο λόγο θεωρώ φυσικό μου χώρο τα αεροδρόμια.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να το υπεραναλύσω. Να βρω τι έκανε τρίγκερ στα γούστα μου. Ούτε μετά να του δώσω μια πολύ ειδική, ψυχαναλυτική ονοματοδοσία (γελάω με κάτι τέτοια, όλοι μιλάνε πια σαν ψυχαναλυτές, σοβαροί και ασόβαροι).  Όλα αυτά, παρενέργειες των σόσιαλ και της υπερτροφίας της ψυχανάλυσης (επόμενο· τόσο αδιαπέραστος, διπλοκλειδωμένος ο μοντέρνος βίος δίχως manuals), αντί να σε ανοίγουν προς τον κόσμο, σε κλείνουν σε ένα πέτρινο, κλινικό Εγώ, πολύ βέβαιο ότι γαμάει και δέρνει, πολύ σίγουρο ότι όλοι τού χρωστάνε. Πάντα με φρίκαραν οι τύποι με την υπερβολική αυτοπεποίθηση, οι αγροίκοι που γκαρίζουν με τις οδοντοστοιχίες τους διάπλατες σαν τη Γκερνίκα στους δημόσιους χώρους, οι θεότητες α λα Ψινάκης (οι μισοί ινφλουένσερ έχουν πάρει τα χούγια του με ολίγη από Γαβαλά)  κι αυτά τα γυμνά βόδια του ίντσταγκραμ που νομίζουν ότι πολιορκούν την Καρχηδόνα με τους τρικέφαλούς τους, χασάπικο. 

Αλλά ούτε χαμομήλι νοιώθω πια. Εντάξει, λέω, τι να κάνουμε, έτσι με συναρμολόγησαν οι συγκυρίες. Ας ικανοποιήσω την ανάγκη μου.
 

δδδ Facebook Twitter
Φωτ.: Στάθης Τσαγκαρουσιάνος/ LIFO
δδδ Facebook Twitter
Φωτ.: Στάθης Τσαγκαρουσιάνος/ LIFO
δδδ Facebook Twitter
Φωτ.: Στάθης Τσαγκαρουσιάνος/ LIFO

Πόσοι πριν από μένα κάτσανε στο μπαλκόνι αυτό! (η Τζούλια, το ανέφερε τις προάλλες, έμενε εδώ τη δεκαετία του ’80 όταν φτιάχνανε με την Ευφροσύνη το βιβλίο για τα Φαγιούμ)· πόσοι θα κουτσομελαγχολήσουν όταν εγώ θα είμαι μια ανάμνηση παλιά, κίτρινο γράμμα στο συρτάρι. Τα πράγματα είναι πιο απλά. Ζούμε και πεθαίνουμε. Στο μεταξύ ξεχνιόμαστε με έρωτες, σελίδα 96 εκατομμύρια τετρακόσια εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι έξι, κάθετος, παύλα και κάτι ψιλά.

Αυτη είναι η ιστορία μιας κυρίας, ένα βράδυ που το φεγγάρι δεν βγήκε και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.

 

Τώρα πια. Ένα πολυπόστ του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου Facebook Twitter
Yann Le Bec


Αδυσώπητη σχολή του εγωισμού, η ψυχανάλυση 
Ήξερα πάντα ότι με ενοχλεί η αποικιοποίηση της καθημερινής ζωής από την ψυχανάλυση. Εκεί απέδιδα μεταξύ άλλων την υπερβολική ευθιξία στην παραμικρή κριτική. Και φυσικά στην παραισθησία που προκαλούν τα σόσιαλ.Τα βρήκα όμως πρώτη φορά, σφοδρά διατυπωμένα, στον Ουελμπέκ. Σε ένα κείμενό του, που γράφτηκε πριν καν εμφανιστεί το facebook.

TO AΠΟΣΠΑΣΜΑ

Η Βερονίκ έκανε ψυχανάλυση· σήμερα μετανιώνω που τη συνάντησα. Μιλώντας γενικότερα, δεν υπάρχει τίποτε να βγάλεις από τις γυναίκες που ψυχαναλύονται. Η γυναίκα που πέφτει στα χέρια των ψυχαναλυτών γίνεται αναπόδραστα ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση, το έχω διαπιστώσει άπειρες φορές. Αυτό το φαινόμενο δεν πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον αποτέλεσμα της ψυχανάλυσης, αλλά ούτε λίγο ούτε πολύ ως ο πρωταρχικός σκοπός της. Υπό το πρόσχημα της αναδόμησης του εγώ, οι ψυχαναλυτές προβαίνουν στην πραγματικότητα σε μια σκανδαλώδη καταστροφή της ανθρώπινης ύπαρξης. Αθωότητα, γενναιοδωρία, αγνότητα… όλα αυτά αλέθονται ταχύτατα μες στα χοντροκομμένα χέρια τους. Οι ψυχαναλυτές, που αμείβονται πλουσιοπάροχα, είναι υπερφίαλοι και ανόητοι και εκμηδενίζουν αμετάκλητα στους υποτιθέμενους ασθενείς τους κάθε ικανότητα για αγάπη, τόσο πνευματική όσο και σωματική. Συμπεριφέρονται εν ολίγοις σαν αληθινοί εχθροί της ανθρωπότητας. Αδυσώπητη σχολή του εγωισμού, η ψυχανάλυση επιτίθεται με τον μεγαλύτερο κυνισμό σε μια χαρά κορίτσια που τα ’χουν λιγάκι χαμένα, για να τα μεταμορφώσει σε ελεεινές ασημαντότητες που παραληρούν εγωκεντρικά, και δεν καταφέρνουν πια παρά να προκαλούν μια καθ’ όλα δικαιολογημένη απέχθεια. Δεν πρέπει να έχετε καμιά εμπιστοσύνη, σε καμιά περίπτωση, σε γυναίκα που έχει περάσει από τα χέρια ψυχαναλυτών. Μικροπρέπεια, εγωισμός, υπεροπτική ηλιθιότητα, παντελής απουσία ηθικής αντίληψης, χρόνια ανικανότητα ν’ αγαπήσει: αυτό είναι το ολοκληρωμένο πορτρέτο μιας «αναλυμένης» γυναίκας.

Η Βερονίκ ανταποκρινόταν σημείο προς σημείο, οφείλω να το παραδεχτώ, στην παραπάνω περιγραφή. Την αγαπούσα, με όση αγάπη μπορούσα να διαθέσω, πράγμα που σημαίνει μπόλικη. Κι αυτή η αγάπη σπαταλήθηκε άδικα, τώρα πια το γνωρίζω. Θα ’ταν καλύτερα να της είχα σπάσει και τα δύο χέρια. Είχε ανέκαθεν, όπως όλες οι καταθλιπτικές, προδιάθεση στον εγωισμό και στην απουσία συναισθημάτων, όμως η ψυχανάλυση τη μεταμόρφωσε ανεπανόρθωτα σε αληθινή λέρα, άσπλαχνη κι ασυνείδητη – ένα σωρό σκουπίδια τυλιγμένα σε χαρτί πολυτελείας. Θυμάμαι πως είχε έναν άσπρο πίνακα που πάνω του έγραφε συνήθως πράγματα του τύπου «αρακάς» ή «σιδέρωμα». Ένα βράδυ, γυρνώντας από τη συνεδρία της, έγραψε την ακόλουθη φράση του Λακάν: «Όσο περισσότερο ελεεινοί είστε, τόσο το καλύτερο». Είχα χαμογελάσει· είχα εντελώς άδικο. Αυτή η φράση δεν ήταν ακόμη, σ’ εκείνη τη φάση, παρά μονάχα ένα πρόγραμμα. Αργότερα επρόκειτο να προχωρήσει στην εφαρμογή του, βήμα-βήμα.

Ένα βράδυ που η Βερονίκ έλειπε, κατάπια ένα κουτάκι χάπια Λαργκακτίλ. Χρειάστηκε να με πάνε επειγόντως στο νοσοκομείο, να μου κάνουν πλύση στομάχου και τα λοιπά. Με δύο λόγια, παρατρίχα να τα τινάξω. Αυτή η καριόλα (πώς αλλιώς να τη χαρακτηρίσω;) ούτε που ήρθε να με δει στο νοσοκομείο. Όταν γύρισα «στο σπίτι», αν μπορώ να μεταχειριστώ αυτή την έκφραση, τα λόγια που βρήκε να μου πει σαν καλωσόρισμα ήταν πως ήμουν ένας εγωιστής κι επιπλέον τιποτένιος. Η ερμηνεία της για το γεγονός ήταν πως το είχα μηχανευτεί επίτηδες για να της προκαλέσω παραπανίσιους μπελάδες, σ’ εκείνη που «είχε κιόλας αρκετά προβλήματα στη δουλειά της». Η αισχρή παλιοβρόμα πρόσθεσε ότι προσπαθούσα να την «εκβιάσω συναισθηματικά». Όταν το ξανασκέφτομαι, μετανιώνω που δεν της ξέσκισα τις ωοθήκες μ’ ένα μαχαίρι. Τέλος πάντων, πάει και πέρασε.

Ξαναβλέπω, ακόμη, το βράδυ που είχε καλέσει τους μπάτσους να με πετάξουν έξω από το σπίτι της. Γιατί «σπίτι της»; Επειδή το συμβόλαιο ήταν στ’ όνομά της και πλήρωνε το νοίκι πιο συχνά από μένα. Να το πρώτο αποτέλεσμα της ψυχανάλυσης: η ανάπτυξη στη θυμική της μιας τσιγκουνιάς και μιας μικροπρέπειας εντελώς γελοίας, σχεδόν απίστευτης. Μην επιχειρήσετε να πάτε στο καφέ με κάποιον που ψυχαναλύεται. Αναπόφευκτα θ’ αρχίσει να αμφισβητεί το λογαριασμό, πράγμα που συνήθως καταλήγει σε καβγά με το γκαρσόνι. Για να μην τα πολυλογούμε, οι τρεις χοντρομαλάκες μπάτσοι ήταν εκεί, με τους ασυρμάτους τους, και το ύφος εκείνου που γνωρίζει τη ζωή καλύτερα από οποιονδήποτε. Φορούσα πιτζάμες κι έτρεμα απ’ το κρύο. Τα χέρια μου έσφιγγαν τα πόδια του τραπεζιού κάτω απ’ το τραπεζομάντιλο. Ήμουν αποφασισμένος για τα καλά να τους υποχρεώσω να με κουβαλήσουν διά της βίας. Όλη αυτή την ώρα, η καριόλα τούς έδειχνε αποδείξεις του ενοικίου, προκειμένου να εδραιώσει τα δικαιώματά της στα πέριξ. Ίσως και να περίμενε να βγάλουν τα γκλομπς τους. Εκείνο το ίδιο βράδυ, είχε προηγηθεί μια «συνεδρία»: όλα τ’ αποθέματα χυδαιότητας κι εγωισμού είχαν ανασυγκροτηθεί. Όμως δεν υποχώρησα, απαίτησα το ένταλμα έρευνας κι οι ηλίθιοι αστυνομικοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το διαμέρισμα. Όσο για τα υπόλοιπα, έφυγα για πάντα την επομένη.

― Μισέλ Ουελμπέκ, Η επέκταση του πεδίου της πάλης, μτφρ. Αλέξης Εμμανουήλ, εκδ. Εστία

 

Τώρα πια. Ένα πολυπόστ του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου Facebook Twitter
Πηγή: Αρχείο Ε. Φ.-Ε. (δωρεά Δ. Α. Φωτιάδη)


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΔΕΞΑΜΕΝΗΣ
Λίγα στοιχεία για το στοιχειό μου

Zω απέναντι από αυτό το μοιραίο σπίτι. Το γεγονός ότι έρχονται πια οδηγοί με γκρούπ, στέκονται από κάτω και τους λένε διάφορα,μού δείχνει πόσο φτωχή πόλη είναι η Αθήνα. Δε λέω, ωραίο σπίτι, αλλά το είχα απολαύσει περισσότερο τις δεκαετίες που ήταν ακατοίκητο και ο Δήμος δεν είχε βάλει φώτα στη Φωκυλίδου (γερόντιον εν εξάρσει). Δεν ήξερα όμως τίποτα για την αρχιτεκτονική του ιστορία, μέχρι που έπεσα πάνω σε μια μελέτη της Helen Fessas-Emmanouil «Reconciling Modernism with the Urban Tradition of Dwelling. The work of Architect Dimitri Fotiadi in interwar Athens» / Συμφιλιώνοντας τον μοντερνισμό με την αστική παράδοση κατοίκησης. Το έργο του αρχιτέκτονα Δημητρίου Φωτιάδη στη μεσοπολεμική Αθήνα.

Λοιπόν, για να κλείνουν τα κουτάκια. Αρχιτέκτονας της μονοκατοικίας που δεσπόζει στην Πλατεία Δεξαμενής είναι ο Δημήτριος Φωτιάδης με συνεργάτη αρχιτέκτονα τον Ι. Χαλεπά, μορφολογικά επηρεασμένη από τη μυκονιάτικη αρχιτεκτονική:
Χτίστηκε το 1934 για το  Αλεξάνδρο και την Καίτη Αργυροπούλου― σήμερα ανήκει στην Μαρία Αγγελικούση, την πιο πλούσια Ελληνίδα, μακράν.

Τώρα πια. Ένα πολυπόστ του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου Facebook Twitter
Έτσι ήταν αρχικά η αυλή της κατοικίας. Σήμερα έχει πισίνα και πλαστικό χλοοτάπητα. Πηγή: Αρχείο Ε. Φ.-Ε. (δωρεά Δ. Α. Φωτιάδη)

 

Ο Φωτιάδης είχε γεννηθεί το το 1894 στην Κωνσταντινούπολη και από τα πρώτα κιόλας χρόνια της επαγγελματικής του πορείας του, τη δεκαετία του 1920, καθιερώθηκε ως ένας από τους πιο περιζήτητους αρχιτέκτονες της εποχής της αθηναϊκής ελίτ. Σχεδίασε κατοικίες, πολυκατοικίες, τράπεζες, καταστήματα και βιομηχανικά κτίρια, όμως το όνομά του συνδέθηκε κυρίως με τις πολυκατοικίες υψηλών προδιαγραφών που ανεγέρθηκαν στις εύπορες συνοικίες του κέντρου, όπως το Κολωνάκι και η περιοχή των Ανακτόρων. ΄Ήταν αποφασιστική μορφή στην αισθητική της εποχής του. Περίεργως, αν και σήμερα ξαναγίνεται διάσημος για το «μυκονιάτικο» σπίτι του, δεν τσίμπησε ιδιαιτέρως με τον προβληματισμό περί ελληνικότητας που απασχολούσε τους συγχρόνους του.

Παράλληλα, συμμετείχε ενεργά στα αρχιτεκτονικά πράγματα της εποχής. Το 1943 ήταν βασικό μέλος της κριτικής επιτροπής του διαγωνισμού για τη διαμόρφωση και ενοποίηση των χώρων του Ζαππείου και του Ολυμπίου. Αργότερα συμμετείχε, μαζί με τους Μανώλη Βουρέκα και Ανδρέα Πλουμιστό, στην Επιτροπή Καλλιτεχνικού Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού, που λειτουργούσε υπό την αιγίδα του διαδόχου και μετέπειτα βασιλιά Παύλου. Το 1945 οι τρεις αρχιτέκτονες προσκλήθηκαν από τον Παύλο στην Αλεξάνδρεια, προκειμένου να συζητήσουν ζητήματα που αφορούσαν την ανοικοδόμηση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πέθανε στην Αθήνα το 1974, σε ηλικία 80 ετών.

Αυτά για σήμερα. Ο πρόλογος δεν έλεγε και πολλά πράγματα. Μα σαν έφτασε στη σελίδα 96 εκατομμύρια τετρακόσια εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι έξι, κάθετος, παύλα και κάτι ψιλά, έγραφε οτι συνεδέθη με νεαρόν, αλλά το ειδύλλιο δεν εκράτησε παρά μόνον τρία εικοσιτετράωρα διότι ούτος εκ των υστέρων απεδείχθη ακατάλληλος. Κι έτσι “καθαρίσανε” ένα βράδυ που το φεγγάρι δεν βγήκε και η βρόχα έπεφτε, ράιτ θρου.



Πηγή: www.lifo.gr