«Παίρνω στα σοβαρά τον εαυτό μου ως συγγραφέα; Όχι, μάλλον όχι». Τον Σεπτέμβριο του 1956, η εικοσάχρονη Αντόνια Σούζαν Μπάιατ σημείωνε αυτές τις σκέψεις στο ημερολόγιό της, προσπαθώντας να καταλάβει αν διέθετε το ταλέντο που απαιτούσαν οι φιλοδοξίες της. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, την ημέρα των γενεθλίων της, είχε γράψει κάτι πολύ διαφορετικό: «Σήμερα ξέρω ότι μπορώ να κάνω τα πάντα. Αλλά όχι ακόμη». Εβδομήντα χρόνια αργότερα, οι δύο καταχωρίσεις βρίσκονται ανάμεσα στα προσωπικά τεκμήρια που απέκτησε η Βρετανική Βιβλιοθήκη, μαζί με χιλιάδες σελίδες χειρογράφων μιας από τις σημαντικότερες Βρετανίδες συγγραφείς του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.
Η συλλογή περιλαμβάνει 68 κιβώτια με προσωπικά ημερολόγια, σημειωματάρια, επιστολές, πρώιμα κείμενα και χειρόγραφα των μυθιστορημάτων της Μπάιατ, η οποία πέθανε το 2023 σε ηλικία 87 ετών. Ανάμεσά τους βρίσκονται τα προσχέδια της «Εμμονής» (Possession), του βιβλίου που της χάρισε το βραβείο Booker το 1990, καθώς και υλικό από την «Παρθένο στον κήπο» (The Virgin in the Garden) και το The Children’s Book. Οι υπεύθυνοι της Βρετανικής Βιβλιοθήκης θεωρούν την απόκτηση μία από τις σημαντικότερες προσθήκες σύγχρονου λογοτεχνικού αρχείου των τελευταίων ετών.
Υπάρχει κάτι σχεδόν μυθιστορηματικό σε αυτή την εξέλιξη. Στην «Εμμονή», δύο σύγχρονοι ερευνητές της λογοτεχνίας ανακαλύπτουν επιστολές και χειρόγραφα που τους οδηγούν σε μια άγνωστη ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο ποιητές της βικτοριανής εποχής.
Ανασυνθέτουν το παρελθόν από μικρά τεκμήρια, ακολουθώντας ίχνη που οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές είχαν αφήσει πίσω τους. Τώρα, τα πραγματικά χειρόγραφα της Μπάιατ προσφέρουν στους μελετητές τη δυνατότητα να ακολουθήσουν μια παρόμοια διαδρομή, αναζητώντας αυτή τη φορά την ιστορία πίσω από τη δημιουργία του ίδιου του μυθιστορήματος.
Τα προσχέδια της «Εμμονής» δείχνουν πόσο σχολαστικά εργαζόταν. Σε εκατοντάδες χειρόγραφες σελίδες σχεδίαζε τις χρονικές ακολουθίες, τις σχέσεις των προσώπων και τις λεπτομέρειες της πλοκής, προτού γράψει την τελική εκδοχή. Η Τζένι Άγκλοου, επιμελήτρια και στενή συνεργάτιδά της, θυμάται ότι η Μπάιατ μπορούσε να αφιερώσει δύο, τρία ή τέσσερα χρόνια σε ένα μυθιστόρημα. Επεξεργαζόταν κάθε σκηνή με τέτοια ακρίβεια ώστε, όταν έφτανε στη συγγραφή, το χειρόγραφο χρειαζόταν συνήθως ελάχιστες διορθώσεις.
Πίσω από αυτή την αυστηρή οργάνωση υπήρχε ένα μυαλό που δύσκολα ησύχαζε. Η Άγκλοου περιγράφει μια γυναίκα που σκεφτόταν με εκπληκτική ταχύτητα, συνέδεε διαφορετικά πεδία γνώσης και δοκίμαζε συνεχώς αν μια ιδέα μπορούσε να βρει τη θέση της στο βιβλίο. Εκνευριζόταν όταν τη διέκοπταν, όταν έπρεπε να ταξιδέψει ή όταν δεν μπορούσε να εργαστεί. Συνέχισε μάλιστα να γράφει με το χέρι ακόμη και τις δεκαετίες του 2000 και του 2010, διατηρώντας μια σχεδόν χειροτεχνική σχέση με τη συγγραφή.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον δίπλα στις ανασφάλειες που αποκαλύπτουν τα ημερολόγια. Σε νεανικές καταχωρίσεις της, η Μπάιατ χαρακτηρίζει τον εαυτό της πνευματικά αργό στην ανάπτυξή του και αναρωτιέται μήπως διαθέτει ένα μυαλό δεύτερης κατηγορίας. Αλλού φοβάται ότι η τάση της προς την αφηρημένη σκέψη δεν θα της επιτρέψει να δημιουργήσει πειστικούς χαρακτήρες, ανθρώπους με σάρκα και οστά. Η αμφιβολία της δεν αφορούσε μόνο το αν θα κατάφερνε να γράψει, αλλά και αν η τεράστια διανοητική της περιέργεια μπορούσε να αποκτήσει ανθρώπινη ζωή μέσα στη μυθοπλασία.
Η Μπάιατ γεννήθηκε στο Σέφιλντ το 1936 και σπούδασε στο Κέμπριτζ, στο κολέγιο Bryn Mawr των Ηνωμένων Πολιτειών και στην Οξφόρδη. Εργάστηκε για περισσότερα από είκοσι χρόνια στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και σε σχολές καλών τεχνών, προτού αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία το 1983. Η επιστημονική έρευνα, η ζωγραφική, η ιστορία, οι φυσικές επιστήμες και η λογοτεχνία άλλων αιώνων τροφοδοτούσαν τα μυθιστορήματά της, που μπορούσαν να συνδυάζουν πολλά διαφορετικά είδη και αφηγηματικά ύφη.
Στο αρχείο περιλαμβάνεται επίσης αλληλογραφία με την Άιρις Μέρντοχ, με την οποία διατηρούσε φιλική σχέση, καθώς και επιστολές προς νεότερους συγγραφείς. Σύμφωνα με την Άγκλοου, η Μπάιατ ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τους νέους δημιουργούς και χαιρόταν με τις επιτυχίες τους. Τα προσωπικά της γραπτά διατηρούν και μια λιγότερο γνωστή πλευρά της: την παρατηρητικότητά της, την ειρωνεία και την ευκολία με την οποία μετέτρεπε τις καθημερινές κοινωνικές συναναστροφές σε μικρές, συχνά αιχμηρές καταγραφές.
Για τους Έλληνες αναγνώστες, η απόκτηση του αρχείου αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον χάρη στη σχετικά πρόσφατη κυκλοφορία δύο σημαντικών έργων της. Η «Εμμονή» επανεκδόθηκε το 2022 από τις εκδόσεις Πόλις σε νέα μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, ενώ το 2024 κυκλοφόρησε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο η «Παρθένος στον κήπο», το πρώτο μέρος της τετραλογίας της Φρεντερίκα Πότερ, επίσης σε μετάφραση της Σχινά. Η «Εμμονή» είχε πρωτοκυκλοφορήσει στα ελληνικά το 2007 με τίτλο «Αιχμάλωτα πάθη».
Η Βρετανική Βιβλιοθήκη εκτιμά ότι θα χρειαστούν έως δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί η καταλογογράφηση των 68 κιβωτίων. Η συλλογή θα προστεθεί στα λογοτεχνικά αρχεία συγγραφέων όπως η Άντζελα Κάρτερ, η Μπέριλ Μπέινμπριτζ, ο Χανίφ Κιουρέισι και ο Γκρέιαμ Σουίφτ. Μέχρι τότε, πολλά από τα τεκμήρια θα περιμένουν ακόμη τη σειρά τους για να εξεταστούν συστηματικά από τους ερευνητές.
Η Άγκλοου πιστεύει ότι η Μπάιατ θα χαιρόταν γνωρίζοντας πως το έργο της διαφυλάσσεται και θα μελετηθεί με τόση προσοχή. Ίσως υπάρχει μια τελευταία ειρωνεία σε αυτό. Η συγγραφέας που αφιέρωσε ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματά της στην αναζήτηση μιας κρυμμένης ιστορίας μέσα σε επιστολές και χειρόγραφα αφήνει τώρα πίσω της ένα ολόκληρο αρχείο για να ερευνηθεί.
Ανάμεσα στα πρώτα του τεκμήρια, μια εικοσάχρονη γυναίκα εξακολουθεί να αναρωτιέται αν θα καταφέρει ποτέ να γίνει συγγραφέας.
Με στοιχεία από The Guardian















