Την εκτίμηση ότι ο αριθμός των θυμάτων από τον ισχυρό σεισμό στην Κολομβία ενδέχεται να αυξηθεί σημαντικά, φτάνοντας ακόμη και τους 1.000 νεκρούς, εξέφρασε ο καθηγητής Γεωλογίας και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ και πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας. Παράλληλα, εξήγησε γιατί ο συγκεκριμένος σεισμός προκάλεσε σοβαρές ζημιές κυρίως σε υψηλά κτίρια, ενώ αναφέρθηκε στη σημασία της πρόληψης και της αντισεισμικής θωράκισης.
Μιλώντας για τη σεισμική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Λατινικής Αμερικής, ο Ευθύμιος Λέκκας εξήγησε τον όρο «Δαχτυλίδι της Φωτιάς», ο οποίος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη ζώνη έντονης σεισμικής και ηφαιστειακής δραστηριότητας γύρω από τον Ειρηνικό Ωκεανό.
Όπως ανέφερε, ο Ειρηνικός Ωκεανός βρίσκεται πάνω σε μία αυτοτελή τεκτονική πλάκα και γύρω από αυτή σημειώνονται συγκρούσεις με τις γειτονικές πλάκες. Η διαδικασία της καταβύθισης της πλάκας του Ειρηνικού κάτω από τις γύρω ηπείρους συνδέεται με την έντονη σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα που παρατηρείται σε περιοχές όπως η δυτική και νότια Αμερική, η Ιαπωνία, οι Φιλιππίνες και η Νέα Ζηλανδία.
Γιατί επλήγησαν κυρίως τα ψηλά κτίρια
Ο καθηγητής αναφερόμενος στα ιδιαίτερα στα χαρακτηριστικά του σεισμού στην Κολομβία, επισήμανε ότι πρόκειται για σεισμό σε βάθος περίπου 115 χιλιομέτρων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το μεγάλο βάθος έχει ως αποτέλεσμα τα σεισμικά κύματα να χάνουν μέρος της ενέργειάς τους, αλλά ταυτόχρονα να επικρατούν μεγαλύτερες περίοδοι ταλάντωσης. Οι περίοδοι αυτές μπορούν να συμπέσουν με τις ιδιοπεριόδους των υψηλών κτιρίων, δημιουργώντας συνθήκες συντονισμού.
«Γι’ αυτό βλέπουμε μόνο υψηλά κτίρια ή ως επί το πλείστον ψηλά κτίρια να έχουν πάθει ζημιές, να έχουν καταρρεύσει», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο Ευθύμιος Λέκκας συνέκρινε την περίπτωση της Κολομβίας με τον πρόσφατο σεισμό στη Βενεζουέλα, τον οποίο είχε εξετάσει από κοντά μαζί με επιστημονική ομάδα. Όπως εξήγησε, στη Βενεζουέλα επρόκειτο για διαφορετικό μηχανισμό, καθώς ο σεισμός ήταν επιφανειακός και η συμβολή σεισμικών κυμάτων από δύο σεισμικά γεγονότα επιδείνωσε τις επιπτώσεις στα ψηλά κτίρια του Καράκας.
«Ο σεισμός δεν προβλέπεται»
Αναφερόμενος στο ζήτημα της σεισμικής πρόβλεψης, ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ υπογράμμισε ότι ο σεισμός παραμένει ένα φυσικό φαινόμενο που δεν μπορεί να προβλεφθεί.
Όπως είπε, η ιδιαίτερη επικινδυνότητα του σεισμού έγκειται και στο γεγονός ότι εκδηλώνεται μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, χωρίς να αφήνει το χρονικό περιθώριο αντίδρασης που μπορεί να υπάρχει σε άλλα φυσικά φαινόμενα, όπως οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες ή οι έντονες βροχοπτώσεις.
«Βλέπουμε τα πιο σταθερά πράγματα να κινούνται», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας γιατί ο σεισμός προκαλεί τόσο έντονο αίσθημα φόβου και αδυναμίας.
Για τον ίδιο, το μεγάλο μάθημα από κάθε σεισμό είναι η βελτίωση των αντισεισμικών κανονισμών. Τα στοιχεία που προκύπτουν από κάθε καταστροφή, αφού προηγηθεί επιστημονική επεξεργασία και διάλογος μεταξύ των ειδικών, ενσωματώνονται σταδιακά στους κανονισμούς.
Η κρίσιμη σημασία της πρόληψης
Ο Ευθύμιος Λέκκας χαρακτήρισε την πρόληψη ως το «μείζον» ζήτημα στην αντιμετώπιση του σεισμικού κινδύνου.
Όπως εξήγησε, ιδιαίτερη σημασία έχουν η ενίσχυση των κτιρίων, η εκπαίδευση του πληθυσμού, ο πολεοδομικός και χωροταξικός σχεδιασμός, οι ασκήσεις ετοιμότητας και κυρίως η ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών.
Στην περίπτωση της Κολομβίας, ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι έχουν υποστεί ζημιές πέντε από τα μεγαλύτερα αεροδρόμια, τα οποία δεν μπορούν να λειτουργήσουν.
«Όχι μόνο σαν κτίριο πρέπει να ανθίσταται σε τέτοιες διαδικασίες, αλλά πρέπει να λειτουργεί στην έκτακτη ανάγκη», υπογράμμισε.
Η δυσλειτουργία των αεροδρομίων, σύμφωνα με τον καθηγητή, δυσχεραίνει σημαντικά την πρόσβαση των σωστικών συνεργείων και τη μεταφορά διεθνούς βοήθειας.
Δύσκολη η πρόσβαση στις πληγείσες περιοχές
Ο καθηγητής αναφέρθηκε και στη γεωγραφική ιδιαιτερότητα της περιοχής που επλήγη. Πρόκειται, όπως είπε, για απομονωμένη περιοχή μέσα στις Άνδεις, με υψόμετρα που φτάνουν περίπου τα 2.000 έως 2.500 μέτρα.
Η οδική πρόσβαση είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ενώ οι πληροφορίες που υπάρχουν κάνουν λόγο και για κατολισθήσεις σε δρόμους, γεγονός που περιπλέκει ακόμη περισσότερο την επιχείρηση διάσωσης.
«Οι κρίσιμες υποδομές πρέπει να λειτουργούν», τόνισε ο κ. Λέκκας, επισημαίνοντας ότι η ανθεκτικότητα ενός συστήματος δεν κρίνεται μόνο από το αν ένα κτίριο θα παραμείνει όρθιο, αλλά και από το αν θα μπορεί να συνεχίσει να παρέχει τις απαραίτητες υπηρεσίες μετά την καταστροφή.
«Μπορεί να έχουμε μέχρι και 1.000 νεκρούς»
Ιδιαίτερα δραματική ήταν η εκτίμησή του για τον τελικό απολογισμό του σεισμού.
Ο Ευθύμιος Λέκκας προειδοποίησε ότι ο αριθμός των νεκρών αναμένεται να αυξηθεί και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να φτάσει ακόμη και τους 1.000.
Όπως ανέφερε, ανάλογες εκτιμήσεις είχαν γίνει και στην περίπτωση της Βενεζουέλας, όπου ο αρχικός αριθμός των θυμάτων ήταν πολύ μικρότερος, αλλά στη συνέχεια ο απολογισμός αυξήθηκε δραματικά.
Ο καθηγητής σημείωσε ότι τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των επιπτώσεων ενός μεγάλου σεισμού μπορούν να υπολογίσουν όχι μόνο τις ανθρώπινες απώλειες και τους τραυματισμούς, αλλά και τις οικονομικές συνέπειες. Τα μοντέλα αυτά, όπως είπε, προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο και συνήθως επιβεβαιώνονται από τα πραγματικά δεδομένα.
Παράλληλα, εξέφρασε την ελπίδα ότι οι επιχειρήσεις διάσωσης θα καταφέρουν να εντοπίσουν και να απεγκλωβίσουν όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους.
Γιατί οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν σε σεισμογενείς περιοχές
Ο Ευθύμιος Λέκκας έδωσε, τέλος, μια ευρύτερη γεωλογική και ιστορική διάσταση στο φαινόμενο, εξηγώντας γιατί πολλές μεγάλες ανθρώπινες κοινότητες αναπτύχθηκαν διαχρονικά σε περιοχές με έντονη σεισμική δραστηριότητα.
Όπως ανέφερε, πολλοί από τους μεγάλους πολιτισμούς της ιστορίας αναπτύχθηκαν κοντά στα όρια των τεκτονικών πλακών, δηλαδή σε περιοχές όπου καταγράφονται έντονες γεωδυναμικές διεργασίες.
Ο λόγος είναι ότι οι ίδιες γεωλογικές συνθήκες που δημιουργούν κινδύνους προσφέρουν και σημαντικά πλεονεκτήματα: έντονο ανάγλυφο, πρόσβαση στη θάλασσα, μεταλλεύματα, υπόγεια και επιφανειακά νερά.
Έτσι, σύμφωνα με τον καθηγητή, οι κοινωνίες επέλεξαν να αναπτυχθούν σε περιοχές όπου υπήρχαν σημαντικά φυσικά πλεονεκτήματα, παρά τον σεισμικό και γενικότερο γεωλογικό κίνδυνο.
Το ζητούμενο σήμερα, όπως προκύπτει από την τοποθέτησή του, δεν είναι η απομάκρυνση των ανθρώπων από τις σεισμογενείς περιοχές – κάτι που συχνά είναι πρακτικά αδύνατο – αλλά η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κτιρίων, των υποδομών και συνολικά των κοινωνιών, ώστε ο επόμενος σεισμός να μην μετατρέπεται σε καταστροφή.
www.ertnews.gr














