Ο εμβολιασμός δεν αποτελεί μόνο τον αποτελεσματικότερο τρόπο πρόληψης των σοβαρών μορφών λοίμωξης και αποφυγής των νοσηλειών προστατεύει επίσης τα συστήματα υγείας, αποτρέποντας την υπερφόρτωσή τους όταν τα ετήσια κρούσματα φτάνουν στο αποκορύφωμά τους.
Με άρθρο τους στο The Conversation επιδημιολόγοι και ειδικοί στους εμβολιασμούς σε ισπανικά πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα εξηγούν τη «μηχανική» των εμβολιασμών και το αν και γιατί είναι χρήσιμος ο διπλός εμβολιασμός απέναντι στη γρίπη και στην Covid.
Όπως αναφέρουν οι συντάκτες του άρθρου οι ιοί που προκαλούν τη γρίπη και την COVID-19 εξελίσσονται διαρκώς με αποτέλεσμα η ανοσία που έχουμε αποκτήσει να εξασθενεί σταδιακά με την πάροδο του χρόνου. Για τον λόγο αυτό τα εμβόλια που χρησιμοποιούνται σε κάθε εμβολιαστική εκστρατεία σχεδιάζονται και προσαρμόζονται ειδικά κάθε χρόνο με βάση τις πιο πρόσφατες παραλλαγές που εντοπίζονται μέσω των παγκόσμιων δικτύων επιτήρησης και παρακολούθησης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται ευρέως, πρωταρχικός στόχος των προγραμμάτων εμβολιασμού δεν είναι η πλήρης αποτροπή της μόλυνσης. Αποσκοπούν στη μείωση της σοβαρότητας της νόσου, του κινδύνου νοσηλείας, της εισαγωγής σε μονάδες εντατικής θεραπείας και των θανάτων μεταξύ των ατόμων που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών.
Στην κορύφωση της πανδημίας οι πληθυσμοί εμβολιάζονταν μαζικά κατά της COVID-19. Σήμερα ωστόσο, η στρατηγική έχει αλλάξει. Οι εμβολιαστικές εκστρατείες επικεντρώνονται πλέον στην προστασία συγκεκριμένων ευάλωτων ομάδων και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων των συστημάτων υγείας.
Ωστόσο, οι άνθρωποι που είναι ευάλωτοι στη λοίμωξη από COVID-19 δεν ταυτίζονται απόλυτα με εκείνους που χρειάζονται προστασία από τη γρίπη.
Ξεχωριστές εμβολιαστικές εκστρατείες;
Στην Ισπανία, ο βασικός στόχος του εμβολιασμού κατά της COVID-19 είναι η πρόληψη της σοβαρής νόσησης. Για τον λόγο αυτό, ο εμβολιασμός συνιστάται στις ακόλουθες ομάδες:
* Άτομα ηλικίας 70 ετών και άνω
* Ενοίκους μονάδων φροντίδας και τους φροντιστές τους
* Εγκύους
* Άτομα ηλικίας 12 ετών και άνω με υποκείμενα νοσήματα
* Άτομα ηλικίας 6 μηνών και άνω που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ή είναι ανοσοκατεσταλμένα
* Συνιστάται στα άτομα που ανήκουν στις ομάδες-στόχους να λάβουν μία δόση του εμβολίου κατά της COVID-19, ανεξάρτητα από τις προηγούμενες δόσεις που έχουν λάβει ή από τον αριθμό και τη σοβαρότητα των προηγούμενων λοιμώξεων τους
Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες προϋποθέσεις. Ένα άτομο μπορεί να εμβολιαστεί μόνο εφόσον δεν έχει λάβει προηγούμενη δόση εμβολίου ούτε έχει τεκμηριωμένη λοίμωξη από COVID-19 κατά τους τελευταίους τρεις μήνες. Τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα ηλικίας 6 μηνών και άνω ενδέχεται να χρειάζονται πρόσθετες δόσεις.
Ο εμβολιασμός κατά της γρίπης ακολουθεί παρόμοια, αλλά όχι πανομοιότυπη, προσέγγιση, καθώς στοχεύει στην προστασία των ατόμων από σοβαρές μορφές της νόσου και στη μείωση της μετάδοσης στην κοινότητα.
Για τον λόγο αυτό, το ηλικιακό όριο είναι χαμηλότερο και περιλαμβάνει άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω. Επιπλέον, καλύπτει ομάδες που δεν περιλαμβάνονται στο γενικό πρόγραμμα εμβολιασμού κατά της COVID-19, όπως τα μικρά παιδιά ηλικίας 6 έως 59 μηνών και οι εργαζόμενοι σε βασικές υπηρεσίες. Όπως και στο πρόγραμμα κατά της COVID-19, ο εμβολιασμός συνιστάται επίσης σε άτομα με υποκείμενα νοσήματα, εγκύους και επαγγελματίες υγείας.
Στις ομάδες-στόχους χορηγείται μία δόση του εμβολίου κατά της γρίπης, με εξαίρεση τα πρόωρα βρέφη και τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα, για τα οποία ενδέχεται να απαιτούνται ειδικά πρωτόκολλα. Λόγω αυτών των διαφορών, έχει προκύψει συζήτηση σχετικά με το αν τα προγράμματα εμβολιασμού κατά της γρίπης και της COVID-19 θα πρέπει να εξακολουθήσουν να συνδυάζονται ή να πραγματοποιούνται χωριστά.
Ρόλο σε αυτή τη συζήτηση παίζει και το ημερολόγιο. Η γρίπη έχει μια σαφώς καθορισμένη χειμερινή «εποχή γρίπης», με επιδημικά κύματα που εμφανίζονται μεταξύ Νοεμβρίου και Φεβρουαρίου.
Αντίθετα, η COVID-19 παρουσιάζει πολύ πιο απρόβλεπτη εποχικότητα. Οι αυξήσεις των κρουσμάτων οφείλονται στην εμφάνιση νέων παραλλαγών και στη σταδιακή εξασθένηση της συλλογικής ανοσίας. Αυτό σημαίνει ότι οι εξάρσεις μπορούν να εμφανιστούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους — ακόμη και στην καρδιά του καλοκαιριού — και θεωρούνται σχετικά συνηθισμένες.
Τα οφέλη του διπλού εμβολιασμού
Παρά τις διαφορές στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται οι δύο ιοί, τα εμβόλια κατά της γρίπης και της COVID-19 εξακολουθούν να χορηγούνται στο ίδιο ραντεβού για διάφορους λόγους.
Ο πρώτος είναι καθαρά πρακτικός: η ταυτόχρονη χορήγηση απλοποιεί την οργάνωση των εμβολιασμών, βελτιστοποιεί τον χρόνο του υγειονομικού προσωπικού και αποφεύγει τις πολλαπλές επισκέψεις στα κέντρα υγείας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όσους αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, όπως οι ηλικιωμένες γυναίκες, οι φροντιστές και τα άτομα με αναπηρία.
Η ταυτόχρονη χορήγηση συμβάλλει επίσης στην επίτευξη υψηλότερης εμβολιαστικής κάλυψης μεταξύ των ομάδων για τις οποίες συνιστώνται και τα δύο εμβόλια. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα άτομα ηλικίας 70 ετών και άνω που διαμένουν σε μονάδες φροντίδας.
Η ασφάλεια της ταυτόχρονης χορήγησης των εμβολίων έχει, φυσικά, τεκμηριωθεί εκτενώς. Μελέτες έχουν δείξει ότι η χορήγηση και των δύο εμβολίων στο ίδιο ραντεβού, με ένεση σε διαφορετικό βραχίονα για το καθένα, είναι ασφαλής και δεν μειώνει την ανοσολογική απόκριση σε κανένα από τα δύο εμβόλια.
Τα εμβόλια ωφελούν όλους
Νέες παραλλαγές και των δύο ιών μπορούν να παρακάμψουν μέρος της άμυνας του οργανισμού. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και τα εμβολιασμένα άτομα μπορεί να εμφανίσουν ήπια λοίμωξη ή να μολυνθούν ξανά.
Παρόλα αυτά, τα εμβόλια προσφέρουν προστασία από τον κίνδυνο νοσηλείας. Η διατήρηση υψηλής εμβολιαστικής κάλυψης μεταξύ των πιο ευάλωτων ατόμων αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο προστασίας της υγείας, τόσο των ίδιων όσο και των ανθρώπων γύρω τους. Παράλληλα, συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση της πίεσης που δέχονται οι υπηρεσίες υγείας.
Με αυτόν τον τρόπο προστατεύονται και τα εθνικά συστήματα υγείας, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να παρέχουν περίθαλψη κατά τους μήνες που η εποχική επιδημία γρίπης φτάνει στο αποκορύφωμά της. Ο εμβολιασμός πρέπει να συνοδεύεται από υπενθυμίσεις και ενεργή ενημέρωση των πολιτών, συμβουλές από επαγγελματίες υγείας και διαφανή επικοινωνία σχετικά με τα οφέλη και τις πιθανές παρενέργειες των εμβολίων.
Η άρση των εμποδίων που δυσκολεύουν την πρόσβαση στον εμβολιασμό για όλες τις ομάδες-στόχους μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη στα εμβόλια και να αυξήσει την πιθανότητα να εμβολιαστούν όσοι διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Τελικά αυτός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις ιών όπως εκείνοι που προκαλούν την COVID-19 και τη γρίπη.
Naftemporiki.gr
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.















